5/4/22

Τα κοσμικά δικαστήρια της πρωτεύουσας - Α΄

Τα κοσμικά δικαστήρια της πρωτεύουσας

 Μονομελή δικαστήρια στα πλαίσια κρατικών υπηρεσιών

 Τις πρώτες δεκαετίες του 11ου αιώνα υπήρχαν στην Κωνσταντινούπολη τρία μεγάλα δικαστήρια: Το δικαστήριο του επάρχου, το δικαστήριο του δρουγγαρίου της βίγλης και το δικαστήριο του κοιαίστωρα. Δεν επρόκειτο για δικαστήρια που αφορούσαν όλο τον πληθυσμό της πρωτεύουσας και για κάθε λογής υποθέσεις ιδιωτικού, ποινικού ή διοικητικού δικαίου, αλλά δικαστήρια περιορισμένης δικαιοδοσίας, δικαστικής ύλης και διαδίκων, με αποκλειστική αρμοδιότητα την εκδίκαση διαφορών των προσώπων που τελούν σε υπηρεσιακή σχέση με τη δικάζουσα αρχή. Η σαφέστερη μαρτυρία οφείλεται στον συντάκτη της Πείρας 51.29:

«…ἀφορμα πολλαί εσι  τν νθρώπων κα τν δικαστν. ο μν γρ τν νθρώπων εσν π τας θύραις κα πόκεινται τας ταιρειαρχείαις. κα τ πρωτοβεστιαρίῳ. ο δ πλέουσι τν θάλασσαν κα πόκεινται τ παραθαλασσίτῃ˙ ο δ πλώιμοι(=οι του πολεμικού ναυτικού) τ δρουγγαρίῳ ( στον αρχηγ του στόλου)˙ο δ τν τεχνν τ πάρχῳ ˙ ο δ περ τάς διαθήκας τ κοιαίστωρι».

Η έκδοση αποφάσεως από αναρμόδια αρχή ήταν ανίσχυρη. Αναφέρεται χαρακτηριστικά στην Πείρα  51.29:

«Ἐὰν τις χων δίκην, τι οκ ληθής στιν διαθήκη, λκύσ τν ντίδικον ατο παρ τ πάρχ, δ μνηστηθῇ κα ψηφίσηταί τι κατ’ ατο παρχος, οκ σχύει δικαιοδοσία…κα π τν λλων μοίως».

Καθίσταται, λοιπόν, σαφές ότι πρόκειται για ειδικά μονομελή δικαστήρια που εκδικάζουν παραβάσεις των υπηρεσιακών κανονισμών από τους υπαγομένους στην υπηρεσία στρατιωτικούς ή πολιτικούς υπαλλήλους ή από τους ελεγχομένους από το κράτος επαγγελματίες, μέλη των συντεχνιών και τα μόνα αρμόδια για την επιβολή κυρώσεων πάντοτε σε θέματα συναφή με το εκάστοτε είδος των διοικητικών καθηκόντων της κρατικής αυτής υπηρεσίας.

 α) Το δικαστήριο του επάρχου

Ο έπαρχος αρχικά ήταν επικεφαλής της διοίκησης της πρωτεύουσας με αστική και ποινική ευθύνη εντός αυτής καθώς και σε απόσταση 100 μιλίων γύρω από αυτήν. Εξέταζε υποθέσεις απελευθέρωσης δούλων, διαφορές μεταξύ κυρίων και απελεύθερων, υποθέσεις κηδεμονίας και γάμου, αδικήματα κατά των ηθών, ζητήματα σχετικά με τραπεζικές συναλλαγές. Ήταν ακόμη υπεύθυνος για τις τιμές των αγαθών, για την τήρηση της τάξης και την επιβολή εξοριών και περιορισμών. Στη δικαιοδοσία του επάρχου της πόλεως υπάγονταν και τα μέλη των συντεχνιών των εμπόρων και των επαγγελματιών  της Κωνσταντινούπολης.

    Οι δικαστικές αποφάσεις του επάρχου της πόλεως δεν εφεσιβάλλονταν παρά μόνον ενώπιον του αυτοκρατορικού δικαστηρίου. Άλλωστε σύμφωνα με την Εισαγωγή, ο έπαρχος της πόλεως ήταν ο δεύτερος ιεραρχικά αξιωματούχος στην Κωνσταντινούπολη μετά τον αυτοκράτορα. Δεν γνωρίζουμε αν οι εφέσεις επί των αποφάσεων ορισμένων επαρχιακών δικαστηρίων εξετάζονταν απευθείας από τον έπαρχο της πόλεως ή αν ο έπαρχος εξέταζε εφέσεις κατόπιν παραπομπής των υποθέσεων στον ίδιο από τον αυτοκράτορα.

Για την άσκηση των καθηκόντων του ο έπαρχος της πόλεως είχε στην υπηρεσία του υφισταμένους βοηθούς, οι οποίοι σύμφωνα με το Κλητορολόγιον του Φιλοθέου ήταν οι εξής: ὁ σύμπονος, ὁ λογοθέτης τοῦ πραιτωρίου, οἱ κριταὶ τῶν ῥεγεώνων, των συνοικιὼν δηλαδὴ της Κωνσταντινούπολης, οἱ ἐπισκεπτῖται, οἱ πρωτοκαγκελλάριοι, ὁ κεντυρίων, οἱ ἐπόπται, οἱ ἔξαρχοι, οἱ γειτονιάρχαι, οἱ νομικοί, οἱ βουλλωταί, οἱ προστάται, οἱ καγκελλάριοι και ὁ παραθαλασσίτης.

Έπαρχοι Κωνσταντινούπολης κατά το πρώτο μισό του 11ου αιώνα, διετέλεσαν ο Ρωμανός Αργυρός, ο μετέπειτα αυτοκράτορας, επί Κωνσταντίνου Η΄, ο Αναστάσιος επί Μιχαήλ Ε΄ Καλαφάτη και ο Καμπανάρης επί Ζωής και Θεοδώρας το 1042. Ο Αναστάσιος, πατρίκιος και έμπιστος του Κωνσταντίνου Η΄, διατάχθηκε από τον Μιχαήλ Ε΄ να ανακοινώσει την εξορία της Ζωής στο λαό της πρωτεύουσας, από την οργή του οποίου μετά βίας σώθηκε. ΄Αμεσος αντικαταστάτης του Αναστασίου υπήρξε ο Καμπανάρης, ο οποίος κατά διαταγή της Θεοδώρας συνέλαβε και τύφλωσε τον Μιχαήλ Ε΄.

    Στην Πείρα και σε σφραγίδες του 11ου αιώνα αναγράφονται ονόματα και άλλων επάρχων, δεν είμαστε όμως σε θέση να προσδιορίσουμε ακριβώς το χρόνο που κατείχαν το αξίωμα αυτό.

     Η εξουσία και οι δικαιοδοσίες του επάρχου μειώθηκαν σημαντικά κατά τα μέσα του 11ου αιώνα, όπως μας αποκαλύπτει η Πείρα και ο δρουγγάριος της βίγλης τον διαδέχεται στην κορυφή της δικαστικής ιεραρχίας, ενώ ο παραθαλασσίτης αναδεικνύεται σε υψηλόβαθμο αξιωματούχο, στον οποίο υπόκεινται όσοι «πλέουσι την θάλασσαν».

   Ωστόσο, ο έπαρχος της πόλεως, παρά τη συρρίκνωση των εξουσιών του, διατήρησε μέρος από την παλαιά αίγλη και το κύρος του, θα παραμείνει ένας σημαντικός δικαστικός αξιωματούχος,  που εξέταζε και ποινικές υποθέσεις, ως ένας από τους «μεγάλους δικαστές». Στη δικαιοδοσία του εξακολουθούσαν να υπόκεινται οι τεχνίτες και τα μέλη των συντεχνιών.

β) Το δικαστήριο του δρουγγαρίου της βίγλης

   Ο δρουγγάριος τῆς βίγλης ή τοῦ ἀριθμού, ήταν αρχικά επικεφαλής ενός από τα τέσσερα τάγματα του αυτοκρατορικού στρατού, της «βίγλης» ή του «ἀριθμού»  και φρόντιζε για την ασφάλεια του αυτοκράτορα και του παλατιού.

   Κατά τη βασιλεία του Ρωμανού Γ΄ Αργυρού έλαβαν χώρα αλλαγές που αφορούσαν το δρουγγάριο της βίγλης, ο οποίος απέκτησε τελικά δικαστικές αρμοδιότητες, ενώ στα χρόνια του Ευσταθίου του Ρωμαίου αναδείχτηκε στον υψηλότερο δικαστικό αξιωματούχο της αυτοκρατορίας. Ο Ευστάθιος με την ισχυρή προσωπικότητά του, την εξαίρετη νομομάθεια και τα υψηλά του αξιώματα του ανθυπάτου, πατρικίου, βέστη και μαγίστρου επισκίασε τους άλλους δικαστές και περιέβαλε με τόση αίγλη το αξίωμά του, ώστε να το ανεβάσει στην κορυφή.

    Την περίοδο αυτή ο δρουγγάριος της βίγλης φαίνεται πως ήταν επικεφαλής των δικαστών της αυτοκρατορίας. Αυτό αποκαλύπτει το χρυσόβουλλο του Κωνσταντίνου Θ΄ Μονομάχου προς τη Νέα μονή της Χίου το 1045, στο οποίο οι δικαστές της αυτοκρατορίας μνημονεύονται με την εξής σειρά: προτάσσεται ο δρουγγάριος της βίγλης, ενώ έπονται οι πολιτικοί και θεματικοί κριτές. Όμως, παρά τη μεγάλη εξουσία του, πολλές φορές υφίστατο την κριτική των άλλων κριτών, που συχνά διαφωνούσαν μαζί του και για το λόγο αυτό έπρεπε να τους πείθει για την ορθότητα των απόψεών του. Αν και κατείχε το υψηλότερο δικαστικό αξίωμα και έχαιρε του σεβασμού και της εκτίμησης των συγχρόνων του, εθεωρείτο «primus inter pares» και διέθετε μόνο μία ψήφο.

     Κατά το πρώτο μισό του 11ου αιώνα το αξίωμα του δρουγγάριου της βίγλης εθεωρείτο μία από «τὰς μεγίστας ἀρχάς» και ο κάτοχός του ανερχόταν «εἰς τάς τῶν ἀξιωμάτων ὑψηλοτάτας περιωπάς». Ο αυτοκράτορας τοποθετούσε στη θέση αυτή άτομα της εμπιστοσύνης του.

Ο Κωνσταντίνος Η΄ τοποθέτησε στη θέση αυτή τον ευνούχο πρόεδρο Συμεών, ενώ η Θεοδώρα τον ευνούχο Μιχαήλ, ο οποίος τη βοήθησε να επανέλθει στο θρόνο το 1055. Κατά τον 11ο αιώνα δρουγγάριοι της βίγλης υπήρξαν ο Μαχετάριος, ο Ευστάθιος, ο Θεοφύλακτος, ο Κυριάκος και ο Νικηφόρος, των οποίων τα ονόματα αναγράφονται σε σφραγίδες.

     Επί Μιχαήλ Ζ΄ (1071-1078) ο δρουγγάριος της βίγλης ονομαζόταν μέγας δρουγγάριος της βίγλης ή μέγας δρουγγάριος. Ο δρουγγάριος της βίγλης ήταν, όπως παρατηρεί ο Ν. Οικονομίδης, επικεφαλής δικαστηρίου, έκρινε εφέσεις επί των αποφάσεων όλων των άλλων δικαστηρίων, τόσο της επαρχίας όσο και της πρωτεύουσας και είχε την ευθύνη για τη δημοσίευση ορισμένων νόμων. Θα μπορούσε, συνεπώς, να ισχυριστεί κανείς πως την εποχή αυτή ο δρουγγάριος της βίγλης περιβλήθηκε με αρμοδιότητες υπουργού δικαιοσύνης.

     Ως μεγάλοι δρουγγάριοι μνημονεύονται στις πηγές ο Κωνσταντίνος Κηρουλάριος, ανεψιός του πατριάρχη Μιχαήλ Κηρουλαρίου και ο Στέφανος επί Νικηφόρου Βοτανειάτη, ενώ σε σφραγίδες αναγράφονται τα ονόματα του Νικολάου Ζωναρά, του Νικολάου Μερμεντούλου και του Κωνσταντίνου.

    To αξίωμα του δρουγγαρίου της βίγλης εξακολούθησε να υφίσταται, αν και υπέστη αρκετές αλλαγές, μέχρι το 1453.

 γ) Το δικαστήριο του κοιαίστωρα

     Ο κοιαίστωρ, ως θεσμός, εισήχθη  την εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Ο κοιαίστωρ δεν περιοριζόταν μόνο στο καθήκον της υπαγόρευσης των νόμων, αλλά ασκούσε και δικαστικά καθήκοντα, εξετάζοντας κυρίως εφέσεις. Παράλληλα, ήταν υπεύθυνος για τις αιτήσεις των υπηκόων προς τον αυτοκράτορα και τις απαντήσεις σε αυτές, βοηθούμενος από μέλη της αυτοκρατορικής γραμματείας, τηρούσε αρχείο των νόμων που εκδίδονταν και διενεργούσε τη recognitio, την επικύρωση δηλαδή των αυτοκρατορικών εγγράφων.
       Το αξίωμα του κοιαισίτωρα, που εισήγαγε ο Ιουστινιανός,  ως αρμόδιο για την ταχύτερη δυνατή διεκπεραίωση των δικαστικών υποθέσεων των επαρχιωτών που έρχονταν στην πρωτεύουσα, την έρευνα καταγγελιών πολιτών για διαφθορά κρατικών αξιωματούχων, καθώς και την εξέταση ποινικής φύσεως υποθέσεων, όπως των περιπτώσεων πλαστογραφίας, πρέπει να συγχωνεύτηκε με εκείνο του κοιαίστωρα, αλλά δεν γνωρίζουμε ακριβώς πότε.

    Ήδη από τον 8ο αιώνα συγκαταλέγεται στους πιο υψηλόβαθμους δικαστικούς αξιωματούχους. Σύμφωνα με την Εισαγωγή το δικαστήριο του κοιαίστωρα τοποθετείται ιεραρχικά μετά από εκείνο του επάρχου της πόλεως. Οι δικαστικές του αποφάσεις, όμως, είναι σχεδόν ίσης αξίας και κύρους με εκείνες του επάρχου της πόλεως και δεν μπορούν να εφεσιβληθούν παρά μόνο ενώπιον του αυτοκράτορα. Επιπλέον, ο κοιαίστωρ εκδίκαζε, όπως και ο έπαρχος της πόλεως, εφέσεις επί των αποφάσεων των κατωτέρων επαρχιακών δικαστηρίων.

     Μέχρι το τέλος της συριακής δυναστείας, ο κοιαίστωρ διατήρησε την υψηλή θέση στην ιεραρχία και ειδικά στον τομέα της νομοθετικής και δικαστικής λειτουργίας. Όμως, αργότερα υποβαθμίζεται ιεραρχικά και περιορίζεται σε διοικητικά και εν μέρει δικαστικά καθήκοντα, δεδομένου ότι η αρμοδιότητά του εκτείνεται στον έλεγχο της γνησιότητας των εγγράφων, την εποπτεία του ανοίγματος των διαθηκών και την εποπτεία των ανηλίκων.

     Ο κοιαίστωρ είχε ως συνεργάτες του αντιγραφείς, σκρίβες, σκέπτορες, λιβελλησίους, καγκελλαρίους και πρωτοκαγκελλαρίους. Σε όλες σχεδόν τις σφραγίδες του 8ου αιώνα και στις αρχές του 9ου έφερε τον τίτλο του πατρικίου, ενώ κατά το 10ο αιώνα και τις πρώτες δεκαετίες του 11ου αιώνα πέρασε στην υποδεέστερη αυλική βαθμίδα του πρωτοσπαθαρίου, ενώ αργότερα εμφανίζονται οι νέοι τίτλοι πρόεδρος, πρωτοπρόεδρος.

    Στην Πείρα και σε σφραγίδες του  11ου αιώνα παραδίδονται ονόματα κοιαιστώρων, όπως του Πέτρου, του Σεργίου, του Ρωμανού (πρόκειται για τον αυτοκράτορα Ρωμανό Γ΄Αργυρό ), του Λέοντα, του Ευσταθίου Ρωμαίου.