26/2/22

Η άνοδος της Ναζιστικής Γερμανίας κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου

 

Η άνοδος της Ναζιστικής Γερμανίας κατά την περίοδο

του Μεσοπολέμου

Αίτια

Η ήττα του 1918, η κατάρρευση του αυτοκρατορικού Ράιχ, η εμφύλια σύγκρουση μεταξύ σπαρτακιστών και σοσιαλδημοκρατών που συμμαχούσαν με τις συντηρητικές δυνάμεις, οδήγησαν στην ψήφιση του Συντάγματος της Βαϊμάρης το 1919. Η Δημοκρατία της Βαϊμάρης, όμως, δεν ήταν η επιθυμία της πλειοψηφίας του γερμανικού λαού. Γεννήθηκε από την αλλαγή που επιβλήθηκε στη Γερμανία κατά την ώρα της ήττας της. Για το λόγο αυτό, το πολιτικό σύστημα της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης δεν είχε νομιμοποιηθεί στη συνείδηση μεγάλου τμήματος του γερμανικού λαού.

Οι παράγοντες που οδήγησαν στον τελικό θρίαμβο του γερμανικού ολοκληρωτισμού ήταν πολλοί. Ο πρώτος λόγος ήταν η ταπείνωση και η πικρία των Γερμανών από την ήττα στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η χώρα είχε γνωρίσει μεγάλη ευημερία κατά την περίοδο 1871-1914. Τα γερμανικά πανεπιστήμια, η φιλοσοφία, η μουσική είχαν προβληθεί σε ολόκληρο τον κόσμο. Μετά το 1918 η Γερμανία ανατράπηκε από το θρόνο της. Ήταν πολύ δύσκολο για τον γερμανικό λαό να το συνειδητοποιήσει. Έπρεπε να βρεθεί το εξιλαστήριο θύμα για να περισωθεί η πληγωμένη υπερηφάνεια των Γερμανών.  Άρχισε να διαδίδεται, λοιπόν, ότι πίσω από την ήττα της Γερμανίας κρύβονταν οι σοσιαλιστές και οι Εβραίοι που βρίσκονταν στην κυβέρνηση. Ένας δεύτερος λόγος ήταν ο πληθωρισμός, ο οποίος έπληξε το ηθικό της αστικής τάξης. Το κόστος ζωής είχε αυξηθεί, ώστε τα ημερομίσθια και οι μισθοί δεν επαρκούσαν για τη επιβίωση του μεγαλύτερου τμήματος του πληθυσμού. Η Γερμανία βρέθηκε σε δυσχερέστατη οικονομική θέση το 1922 λόγω των υπέρογκων αποζημιώσεων που όφειλε να καταβάλει στους νικητές και του καλπάζοντα πληθωρισμού που προκλήθηκε από την αύξηση της προσφοράς του χαρτονομίσματος εκ μέρους της κυβέρνησης. Άλλος κύριος λόγος ήταν η στροφή πολλών εργατών προς το Κομμουνιστικό Κόμμα. Διάχυτος ήταν ο φόβος των μεσαίων στρωμάτων για το ενδεχόμενο μιας κομμουνιστικής Επανάστασης που θα τα απαξίωνε οικονομικά, κοινωνικά και πολιτικά, φόβος που έγινε ακόμα μεγαλύτερος, όταν στις εκλογές του 1932 το Κομμουνιστικό Κόμμα έλαβε έξι εκατομμύρια ψήφους. Η έξυπνη προπαγάνδα του Αδόλφου Χίτλερ, αυστριακής καταγωγής και μικροαστικής προέλευσης, συνιδρυτή και ηγέτη από το 1919, ενός μικρού κόμματος,  του Εθνικού Σοσιαλιστικού Κόμματος Γερμανών Εργατών,  που υποσχόταν ανατροπή των διεθνών περιορισμών της Γερμανίας, απελευθέρωση των γερμανόφωνων που ζούσαν εκτός Γερμανίας, εκδίωξη των Εβραίων, οικονομική ανόρθωση, κοινωνική ασφάλιση και εργασιακή ειρήνη, κέρδισε την εμπιστοσύνη των μεσαίων στρωμάτων και την ανοχή της μεγαλοαστικής τάξης.

 Ιδεολογικά χαρακτηριστικά

Ως  προς την ιδεολογία ο γερμανισμός ολοκληρωτισμός έμοιαζε με την ιταλική παραλλαγή του φασισμού σε πολλά από τα ουσιαστικά χαρακτηριστικά του: και οι δύο ήταν κολλεκτιβιστικοί, αυταρχικοί, εθνικιστικοί, μιλιταριστικοί και εχθρικοί προς τους διανοούμενους. Και οι δύο αξιοποίησαν την κινητοποίηση των μαζών και στράφηκαν κατά των κομμουνιστών και των σοσιαλιστών. Θεοποίησαν την προσωπικότητα του ηγέτη, ενώ προβλήθηκε έντονα η ιδέα της δημιουργίας ενός νέου ανθρώπου.

Υπήρχαν, ωστόσο, μερικές σημαντικές διαφορές. Ο ιταλικός φασισμός δεν είχε ποτέ ρατσιστική βάση. Αντιθέτως, ο ακραίος ρατσισμός και ο απόλυτος αντισημιτισμός αποτέλεσαν βασικούς άξονες της ναζιστικής ιδεολογίας. Η «φυλή» αποτέλεσε το κεντρικό θεωρητικό στήριγμα του γερμανικού εθνικοσοσιαλισμού. Οι Ναζί υποστήριζαν την ανωτερότητα των βορειοευρωπαϊκών λαών, καθώς επίσης και ότι τα επιτεύγματα και οι πνευματικές ιδιότητες ενός λαού καθορίζονται από το αίμα. Το κλειδί της ναζιστικής θεωρίας περιεχόταν στη φράση Blut und Boden (αίμα και χώμα). Η λέξη «χώμα» δεν υποδήλωνε μόνο βαθύ σεβασμό στην πατρίδα, αλλά και μια σταθερή στοργή για τους αγρότες, οι οποίοι θεωρούνταν ότι ενσάρκωναν τις ανώτερες ιδιότητες της γερμανικής φυλής. Για το λόγο αυτό, ο εβραϊκός πολιτισμός δεν θα μπορούσε ποτέ να αντιπροσωπεύσει το γερμανικό έθνος. Προφανώς επρόκειτο για θεωρητική επικάλυψη μιας πολιτικής σκοπιμότητας, την οποία δημιούργησε ο προσωπικός αντισημιτισμός του Χίτλερ. Ένας άλλος μεγάλος ιδεολογικός εχθρός του Χίτλερ, αλλά και το όπλο του για την εδραίωση της εξουσίας του ήταν ο κομμουνισμός. Μετά την κατάληψη της Ρώμης ο Χίτλερ πυρπόλησε το κτίριο του γερμανικού Κοινοβουλίου (Ράιχσταγκ), για την οποία κατηγόρησε τους κομμουνιστές, πείθοντας τον πρόεδρο Χίντενμπουργκ να κηρύξει τη χώρα σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης και να άρει τις πολιτικές ελευθερίες. Η αντικομμουνιστική του υστερία τον οδήγησε σε διωγμό κατά των κομμουνιστών. Θύματά του, επίσης, ήταν αντιφρονούντες διανοούμενοι, τσιγγάνοι και ομοφυλόφιλοι.

 Πολιτικές πρακτικές

Μετά τον εμπρησμό του Ράιχσταγκ (27 Φεβρουαρίου 1933), στις πρόωρες εκλογές που διεξήχθησαν μέσα σε κλίμα τρομοκρατίας στις 5 Μαρτίου,  οι ναζιστές συγκέντρωσαν ποσοστό 44% και 288 από τις 647 έδρες. Συνεδριάζοντας με την απειλή των Ες-Ες και Ες-Α, το Ράιχσταγκ πείστηκε να κηρύξει έκπτωτους τους 81 κομμουνιστές βουλευτές και να δοθούν στον Χίτλερ απεριόριστες εξουσίες. Με την απόφαση αυτή αρχίζει στη Γερμανία η περίοδος της εθνικοσοσιαλιστικής δικτατορίας, που προπαγανδιστικά ονομάζεται από τους εθνικοσοσιαλιστές "Τρίτο Ράιχ".

Η οργάνωση του νέου ολοκληρωτικού κράτους βασίστηκε στη Führerprinzip. Στην πράξη αυτό σήμαινε ότι όλες οι αποφάσεις ήταν αναγκαίο να λαμβάνονται από τον ίδιο το Χίτλερ. Η Γερμανία μετατράπηκε σε ένα έντονα συγκεντρωτικό κράτος, με την κατάργηση της αρχής της Ομοσπονδίας, που υπήρξε χαρακτηριστικό του αυτοκρατορικού προτύπου του Βίσμαρκ. Όλα τα πολιτικά κόμματα, εκτός από το Ναζιστικό, τέθηκαν εκτός νόμου. Καταργήθηκαν τα συνδικάτα, τα οποία αντικαταστάθηκαν  από το Εθνικό Μέτωπο Εργασίας και κατασχέθηκαν οι οικονομικοί πόροι τους. Όλοι τέθηκαν κάτω από την παρακολούθηση της μυστικής αστυνομίας (της Geheime Staatspolizei, της γνωστής Γκεστάπο). Ήδη, μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1920 το ναζιστικό κόμμα είχε αποκτήσει επίλεκτες ομάδες ένστολων πολιτοφυλάκων (τα SA/Ες Α και τα SS/Ες Ες), τα οποία τρομοκρατούσαν, προπηλάκιζαν και δολοφονούσαν τους πολιτικούς αντιπάλους τους. Ο Χίτλερ προχώρησε σε μαζικές εκκαθαρίσεις εσωκομματικών του αντιπάλων με αριστερίζουσες θέσεις και στη διάλυση των Ταγμάτων Εφόδου (SA). Δημιουργήθηκαν στρατόπεδα συγκέντρωσης, ενώ οι βασανισμοί και οι δολοφονίες αντιφρονούντων βρίσκονταν στην ημερήσια διάταξη. Ο ολοκληρωτικός έλεγχος επεκτάθηκε στον τύπο, στην εκπαίδευση, στο θέατρο, στον κινηματογράφο, στο ραδιόφωνο.

 Εν τούτοις, ο ναζισμός είχε μεγάλη λαϊκή απήχηση. Ο Χίτλερ κατόρθωσε να μειώσει την ανεργία με την κατασκευή δημόσιων έργων, κρατικών και ιδιωτικών κτιρίων, με την έναρξη του επανεξοπλισμού και να αντιμετωπίσει τη μεγάλη οικονομική ύφεση με την ευρύτατη βιομηχανική ανάκαμψη. Εφάρμοσε ευρύ κοινωνικό πρόγραμμα, το οποίο περιελάμβανε διακοπές, αθλητισμό και τη διάδοση του «αυτοκινήτου του λαού». Τέλος ικανοποιούσε τον αναγεννημένο γερμανικό εθνικισμό με την εθνικιστική ρητορική του και τη δυναμική εξωτερική πολιτική του. Καμιά τάξη του γερμανικού λαού, όσο η αγροτική, δεν έτυχε περισσότερο γενναιόδωρης μεταχείρισης από τη ναζιστική κυβέρνηση. Αυτή η μεγάλη εκτίμηση για τους ανθρώπους της υπαίθρου προερχόταν εν μέρει από το γεγονός ότι είχαν τον υψηλότερο ρυθμό γεννήσεων στο σύνολο του πληθυσμού και, κατά συνέπεια, ήταν πολύτιμοι από στρατιωτική άποψη.