Οι γάμοι του Φίγκαρο
Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ
Ο Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ (γερμανικά: Wolfgang Amadeus Mozart, (1756 - 1791) ήταν ένας από τους σημαντικότερους συνθέτες κλασικής μουσικής. Μαζί με τον Γιόζεφ Χάυντν, τον Λούντβιχ βαν Μπετόβεν και τον Φραντς Σούμπερτ αποτελούν τους σημαντικότερους εκπροσώπους του λεγόμενου βιεννέζικου κλασικισμού και τη λεγόμενη «Πρώτη Σχολή της Βιέννης».
ΤΟ ΕΡΓΟ
Οι γάμοι του Φίγκαρο πρωτοπαρουσιάστηκαν στη Βιέννη το 1786, τρία χρόνια πριν τη Γαλλική Επανάσταση υπό τη διεύθυνση του ίδιου του Μότσαρτ. Το ποιητικό κείμενο της τετράπρακτης κωμικής όπερας έχει γράψει ο Λορέντσο ντα Πόντε, βασιζόμενος στην πεντάπρακτη κωμωδία του Πιερ-Ωγκυστέν Καρόν ντε Μπωμαρσαί Η τρελή ημέρα ή Ο γάμος του Φίγκαρο [La folle journée ou Le Mariage de Figaro, 1778/84]. Πρόκειται για το δεύτερο έργο της αποκαλούμενης τριλογίας του Φίγκαρο που ξεκινά με τον Κουρέα της Σεβίλλης ή Η περιττή προφύλαξη [Le Barbier de Séville ou La Précaution inutile, 1773/75] και ολοκληρώνεται με την Ένοχη μητέρα [La Mère coupable, 1791/92]. Και τα τρία θεατρικά έχουν μετατραπεί σε όπερες. Η υπόθεση των Γάμων αφορά την προσπάθεια του Φίγκαρο και της Σουζάννας να πραγματοποιήσουν τον γάμο τους παρά τα εμπόδια που θέτει ο Κόμης, στην υπηρεσία του οποίου βρίσκονται.
Από την Εθνική Λυρική Σκηνή η όπερα πρωτοπαρουσιάστηκε στις 31 Ιανουαρίου 1953 υπό τη διεύθυνση του Αντίοχου Ευαγγελάτου. Τους κεντρικούς ρόλους ερμήνευσαν οι Ζωή Βλαχοπούλου (Σουζάννα), Σπύρος Καλογεράς (Φίγκαρο), Ναυσικά Βουτυρά-Γαλανού (Κόμησσα Αλμαβίβα), Νίκος Παπαχρήστος (Κόμης Αλμαβίβα), Κίτσα Δαμασιώτη (Κερουμπίνο). Δεκαπέντε χρόνια νωρίτερα, κατά την επίσκεψη της Όπερας της Φρανκφούρτης στην Αθήνα το 1938, παράλληλα προς την πρώτη και μοναδική ως τώρα παρουσίαση του βαγκνερικού Δαχτυλιδιού στην Ελλάδα, οι Γάμοι του Φίγκαρο είχαν παρασταθεί για πρώτη φορά στην Αθήνα, στο θέατρο Κοτοπούλη-Ρεξ.
ΣΥΝΟΨΗ
Α΄ ΠΡΑΞΗ
Μέσα του 18ου αιώνα, στο παλάτι του Κόμη Αλμαβίβα έξω από τη Σεβίλλη. Ο Φίγκαρο, θαλαμηπόλος του Κόμη και η Σουζάννα, καμαριέρα της Κόμισσας, κάνουν τις τελευταίες ετοιμασίες στο δωμάτιο που θα μείνουν μετά τον γάμο τους. Το δωμάτιο αυτό βρίσκεται ανάμεσα στα διαμερίσματα του Κόμη και της Κόμισσας. Ο Φίγκαρο το βρίσκει βολικό, αντίθετα από τη Σουζάννα, η οποία αποκαλύπτει τις ερωτικές διαθέσεις του Κόμη απέναντί της.
Έρχονται ο δόκτωρ Μπάρτολο με την οικονόμο του Μαρτσελλίνα, η οποία εκβιάζει τον Φίγκαρο να τη νυμφευτεί: ως αντάλλαγμα θα διαγράψει ένα δάνειο που εκείνος δεν μπορεί να της ξεπληρώσει. Ο Μπάρτολο είναι πρόθυμος να κάνει τα πάντα για να τη βοηθήσει: θέλει να εκδικηθεί τον Φίγκαρο, που παλαιότερα είχε βοηθήσει στην απαγωγή της αγαπημένης κηδεμονευόμενής του Ροζίνας από τον Κόμη Αλμαβίβα, ο οποίος στη συνέχεια τη νυμφεύτηκε. Επιστρέφει η Σουζάννα και ακολουθεί ο νεαρός Κερουμπίνο, ερωτευμένος με όλες τις γυναίκες, ιδιαίτερα όμως με την Κόμισσα. Ακούγοντας τα βήματα του Κόμη ο Κερουμπίνο κρύβεται πίσω από μια πολυθρόνα.
Ο Κόμης αρχίζει να ερωτοτροπεί με τη Σουζάννα. Μόλις όμως αντιλαμβάνεται πως φθάνει ο Ντον Μπαζίλιο, δάσκαλος της μουσικής, κρύβεται και αυτός πίσω από την πολυθρόνα. Στο μεταξύ, ο Κερουμπίνο, που βρισκόταν εκεί, είχε ανέβει πάνω στο έπιπλο και η Σουζάννα τον έχει καλύψει με ένα φόρεμά της. Ο Ντον Μπαζίλιο μιλά για το πάθος του Κερουμπίνο για την Κόμισσα. Έξαλλος, ο Κόμης βγαίνει από την κρυψώνα του και αφηγείται πως λίγες μέρες πριν είχε συλλάβει τον Κερουμπίνο στο δωμάτιο της Μπαρμπαρίνας, κόρης του κηπουρού. Τότε κρυβόταν κάτω από το τραπεζομάντιλο και τώρα μένει κατάπληκτος που τον ανακαλύπτει κάτω από το φόρεμα.
Ο Κόμης ωρύεται ότι θα αποκαλύψει το γεγονός στον Φίγκαρο, ο οποίος, πάνω στην ώρα, καταφθάνει με χωρικούς. Όλοι δοξάζουν τον Κόμη για την πρωτοβουλία του να απεμπολήσει το ταπεινωτικό φεουδαρχικό «δικαίωμα της πρώτης νύχτας». Ο Κόμης ζητά αναβολή του γάμου του Φίγκαρο με τη Σουζάννα και στέλνει τον Κερουμπίνο μακριά, να καταταγεί στον στρατό. Ο Φίγκαρο τον προειδοποιεί ότι η ζωή στον στρατό απέχει πολύ από αυτήν μιας ερωτευμένης πεταλούδας, όπως χαρακτηρίζει τον Κερουμπίνο.
Β΄ ΠΡΑΞΗ
Η Κόμισσα, μόνη, αναπολεί τις μέρες που την αγαπούσε ο σύζυγός της. Ο Φίγκαρο έχει καταστρώσει σχέδιο προκειμένου να τον ξαναφέρει στην αγκαλιά της: θα του στείλει ανώνυμη επιστολή, στην οποία θα τον ενημερώνει ότι η Κόμισσα έχει εραστή. Ταυτόχρονα, η Σουζάννα θα δεχτεί να τον συναντήσει μυστικά: όμως στη θέση της θα στείλουν τον Κερουμπίνο, μεταμφιεσμένο ως γυναίκα. Την ώρα που Κόμισσα και Σουζάννα μεταμφιέζουν τον Κερουμπίνο χτυπά την πόρτα ο Κόμης.
Στην ταραχή της η Κόμισσα κλειδώνει τον Κερουμπίνο στην ντουλάπα και ανοίγει στον σύζυγό της. Ακούγοντας θορύβους ο Κόμης υποψιάζεται διάφορα και ζητά να ανοίξει η ντουλάπα. Η Κόμισσα προσποιείται την προσβεβλημένη και αρνείται. Το ζευγάρι φεύγει προκειμένου ο Κόμης να φέρει εργαλεία να ανοίξει την κλειδωμένη ντουλάπα. Στο μεταξύ, η Σουζάννα, που είχε μείνει κρυμμένη στο βεστιάριο της κυράς της, ελευθερώνει τον Κερουμπίνο ανοίγοντας την ντουλάπα με αντικλείδι, και μπαίνει η ίδια μέσα, ενώ ο Κερουμπίνο το σκάει από το παράθυρο. Όταν επιστρέφουν και τελικά ανοίγουν την ντουλάπα τόσο ο Κόμης όσο και η Κόμισσα μένουν άφωνοι αντικρίζοντας τη Σουζάννα. Ταπεινωμένος, ο Κόμης ζητά συγχώρεση από την εξίσου έκπληκτη σύζυγό του.
Ο Φίγκαρο υπενθυμίζει πως θα πρέπει να ασχοληθούν με τις ετοιμασίες του γάμου. Ο Κόμης τού δείχνει το ανώνυμο γράμμα, όμως εκείνος αρνείται οποιαδήποτε σχέση με αυτό. Μπαίνει στο δωμάτιο ο Αντόνιο, ο μεθυσμένος κηπουρός, που παραπονείται πως λίγο νωρίτερα κάποιος πήδηξε από το παράθυρο της Κόμισσας και έπεσε πάνω στα όμορφα γεράνια του. Ο Φίγκαρο ισχυρίζεται πως ήταν εκείνος. Μπαίνουν στο δωμάτιο ο Μπάρτολο, ο Ντον Μπαζίλιο και η Μαρτσελλίνα, η οποία απαιτεί τα νόμιμα δικαιώματά της. Ο Κόμης υπόσχεται κανονική δίκη.
Γ΄ ΠΡΑΞΗ
Η μεγάλη αίθουσα είναι έτοιμη για τη γαμήλια τελετή. Ο Κόμης προσπαθεί να καταλάβει τι έχει συμβεί αλλά τα λησμονεί όλα καθώς βλέπει τη Σουζάννα να καταφθάνει ιδιαίτερα φιλική. Όμως, χωρίς εκείνη να το καταλάβει, την ακούει να λέει στον Φίγκαρο πως το σχέδιό τους πέτυχε. Στο μεταξύ, ο Φίγκαρο έχασε τη δίκη και, μέσα στην ταραχή του, μπροστά σε όλους ομολογεί ότι δεν έχει γνωρίσει ποτέ τους αληθινούς του γονείς. Η δήλωση αυτή πυροδοτεί νέες συζητήσεις και αποδεικνύεται ότι ο Φίγκαρο είναι νόθος γιος του Μπάρτολο και της Μαρτσελλίνας. Ο Φίγκαρο εναγκαλίζεται τη μητέρα που τόσα χρόνια είχε στερηθεί, ακριβώς την ώρα που καταφθάνει η Σουζάννα με τα χρήματα για να ξεπληρώσει το δάνειο στη Μαρτσελλίνα και να γλιτώσει τον αγαπημένο της. Παρεξηγεί τη σκηνή με αποτέλεσμα να επικρατήσει νέα ταραχή μέχρι να δοθούν οι απαραίτητες εξηγήσεις.
Μόνη, η Κόμισσα μιλά για τις αναπτερωμένες ελπίδες να κερδίσει και πάλι τον σύζυγό της. Υπαγορεύει ένα γράμμα στη Σουζάννα, κανονίζοντας μια ακόμα μυστική συνάντηση. Χωρικές προσφέρουν λουλούδια στην Κόμισσα. Ανάμεσά τους είναι και ο μεταμφιεσμένος Κερουμπίνο, που αποκαλύπτεται από τον Αντόνιο.
Δ΄ ΠΡΑΞΗ
Το ίδιο βράδυ στον κήπο του παλατιού. Η Μπαρμπαρίνα γυρεύει απεγνωσμένα την καρφίτσα που της ζήτησε ο Κόμης να επιστρέψει στη Σουζάννα, ως επιβεβαίωση της συνάντησής τους λίγο αργότερα. Ο Φίγκαρο το μαθαίνει και αγανακτεί στην ιδέα ότι η γυναίκα του θα τον απατήσει ήδη από την πρώτη νύχτα του γάμου. Φορώντας τα ρούχα της Σουζάννας η Κόμισσα σπεύδει να συναντήσει τον Κόμη.
Απρόσμενα κάνει την εμφάνισή του ο Κερουμπίνο: χαίρεται που βλέπει τη Σουζάννα, όπως νομίζει, και σπεύδει να τη φιλήσει. Μες στο σκοτάδι όμως φιλά τον Κόμη, που επιχειρώντας να τον χαστουκίσει χτυπά κατά λάθος τον Φίγκαρο. Όταν ο Κόμης πλησιάζει επικίνδυνα την υποτιθέμενη Σουζάννα, ο Φίγκαρο τους διακόπτει. Ταυτόχρονα, αναγνωρίζει τη φωνή της αγαπημένης του, που φορά τα ρούχα κόμισσας και καταλαβαίνει τι έχει συμβεί. Ανταποδίδει τη φάρσα προφασιζόμενος ότι φλερτάρει την υποτιθέμενη Κόμισσα. Η Σουζάννα, ως Κόμισσα, απαντά με ένα ακόμα χαστούκι. Το ζευγάρι συμφιλιώνεται και αποφασίζει να ολοκληρώσει την κωμωδία. Ο Φίγκαρο απευθύνεται τώρα στην υποτιθέμενη Σουζάννα, εξομολογούμενος τον έρωτά του για την Κόμισσα.
Εκτός εαυτού ο Κόμης φωνάζει τους πάντες προκειμένου να πιστοποιήσουν πόσο αναίσχυντα τον απατά η σύζυγός του με τον θαλαμηπόλο. Παρά την επιμονή όλων αρνείται να συγχωρέσει τη γυναίκα του. Οι μάσκες πέφτουν και ο Κόμης βλέποντας την πραγματικότητα συνειδητοποιεί ότι οφείλει να ζητήσει συγγνώμη. Η τρελή αυτή ημέρα έχει αίσιο τέλος.
Είχα την τύχη να παρακολουθήσω την όπερα Οι γάμοι του Φίγκαρο στις 24 Μαρτίου 1999 στην Εθνική Λυρική Σκηνή σε μουσική διεύθυνση: Ηλία Βουδούρη, σκηνοθεσία: Σπύρου Ευαγγελάτου, σκηνικά και κοστούμια: Λαλούλα Χρυσικοπούλου από ένα επιτελείο καταξιωμένων λυρικών τραγουδιστών: KΟΜΗΣ ΑΛΜΑΒΙΒΑ: Διονύσης Τρούσσας, ΚΟΜΙΣΣΑ ΑΛΜΑΒΙΒΑ: Τζούλια Σουγλάκου, ΣΟΥΖΑΝΝΑ: Τίνα Μαλακατέ, ΦΙΓΚΑΡΟ: Sebast Holecek ΚΕΡΟΥΜΠΙΝΟ: Μαρία Μαρκέτου, ΜΑΡΤΣΕΛΛΙΝΑ: Αλεξάνδρα Ματθαιουδάκη, ΔΟΚΤΩΡ ΜΠΑΡΤΟΛΟ: Δημήτρης Κασιούμης, ΝΤΟΝ ΜΠΑΖΙΛΙΟ: Δημήτρης Σιγαλός, ΝΤΟΝ ΚΟΥΡΤΣΙΟ: Νίκος Τσαούσης, ΜΠΑΡΜΠΑΡΙΝΑ: Αναστασία Μπάρδα, ΑΝΤΟΝΙΟ: Χρήστος Αμβράζης. Με την Ορχήστρα και τη Χορωδία της ΕΛΣ
Η αριστουργηματική μουσική του Μότσαρτ σκιαγραφεί με λιτά μέσα τον χαρακτήρα κάθε προσώπου. Εκτός από τις συνήθεις άριες για κάθε ρόλο και τα μεταξύ τους ντουέτα, ο συνθέτης δημιουργεί σύνολα απίστευτης φαντασίας, όπως το περίφημο σεπτέτο της Β΄ Πράξης: αρχικά ένα, στη συνέχεια δύο, τρία, τέσσερα, πέντε, έξι και τελικά επτά πρόσωπα συνομιλούν στη διάρκεια ενός συναρπαστικού μουσικού μέρους, το οποίο διαρκεί είκοσι λεπτά, χωρίς να χάνει την ευκρίνεια και τη δύναμή του. Πάνω απ’ όλα όμως, πρόκειται για ένα έργο του οποίου οι χαρακτήρες είναι κατεξοχήν ανθρώπινοι, με όλες τους τις όψεις, τις θετικές αλλά και τις σκοτεινές, να προβάλλονται ισότιμα στο φως.
Ο Μότσαρτ επιτυγχάνει να φωτίσει από πολλές διαφορετικές πλευρές τα πρόσωπα του έργου μέσα από την ορχήστρα, η οποία αναλαμβάνει σταθερά πρωταγωνιστικό ρόλο, καθώς το ύφος της μουσικής –νοσταλγικό, ζωηρό, αγωνιώδες, θυελλώδες ή ιλαρό– μας αποκαλύπτει περισσότερα για τον χαρακτήρα, τις σκέψεις και την ποιότητα των συναισθημάτων τους. Αλλά και το ποιητικό κείμενο του Ντα Πόντε έχει ζωηρό θεατρικό ρυθμό: οι απρόσμενες καταστάσεις έρχονται πάντα στην κατάλληλη στιγμή. Ακόμα και οι γελοιογραφικές υπερβολές, όπως, λόγου χάριν, η παρωδία έργων όπου «χαμένοι» συγγενείς ξαναβρίσκονται μετά από δεκαετίες, εντάσσονται με μεγάλη τέχνη. Με το μοναδικό δέσιμο ανάμεσα σε λόγο και μουσική, με τη νέα ισορροπία ανάμεσα σε κωμικά και σοβαρά στοιχεία, με την πρωταγωνιστική θέση που δίνουν στη μουσική, οι Γάμοι του Φίγκαρο ήταν πράγματι αυτό που ο Ντα Πόντε ονόμασε «ένα νέο είδος θεάματος» και άνοιξαν νέο κεφάλαιο στην ιστορία του λυρικού θεάτρου.
Στους «Γάμους του Φίγκαρο» έχει κανείς την αίσθηση ότι πνέει ένας άνεμος ελευθερίας. Τόσο στο θεατρικό έργο όσο και στην όπερα υπάρχει ένας συνδυασμός κοινωνικής πραγματικότητας, ηθικού ιδεαλισμού αλλά και της έντονης αίσθησης ενός πνευματικού κόσμου που ενυπάρχει στον υλικό, ακριβώς όπως ορίζει η Καθολική πίστη. Σύμφωνα με αυτή την οπτική, ο στόχος του Μότσαρτ στο συγκεκριμένο έργο δεν απέχει πολύ από την πρόθεση του Δάντη στην Θεία Κωμωδία που ήταν «να μετακινήσει όσους ζουν σε αυτή τη ζωή από μια κατάσταση μιζέριας σε μία κατάσταση ευδαιμονίας». Η διαφορά είναι ίσως μονάχα ότι ο Μότσαρτ δεν γυρεύει την ευτυχία στους ουρανούς, αλλά εδώ στη γη: και ο γάμος μοιάζει να είναι βασικό χαρακτηριστικό της.
Τα πρόσωπα της όπερας δεν υποτάσσουν ούτε θυσιάζουν την ατομικότητα τους στις επιταγές κάποιας αρχής. Αντίθετα, ως πολίτες είναι ελεύθερες, ξεχωριστές προσωπικότητες που μαθαίνουν να συνυπάρχουν αρμονικά. Τα δεδομένα τίθενται επί τάπητος από την πρώτη κιόλας στιγμή, κατά την εκπληκτική, ταυτόχρονα όμως απίστευτα κοινότοπη και πεζή πρώτη σκηνή: ενώ ο Φίγκαρο μετρά το δωμάτιο, η Σουζάνα εκθέτει στο μελλοντικό της σύζυγο τον κίνδυνο που διατρέχει η ίδια από τον κόμη, εάν αυτός επιχειρήσει να ασκήσει τα παραδοσιακά του δικαιώματα.
Η απώλεια της αθωότητας, της προσωπικής ηρεμίας του καθενός, της αρμονίας με τη φύση, είναι στοιχεία διαρκώς παρόντα και είναι αυτά που δίνουν στην όπερα το νοσταλγικό της τόνο: οι άριες της κόμισσας, κατά τις οποίες θρηνεί τις ευτυχισμένες ημέρες του παρελθόντος, είναι το καλύτερο παράδειγμα. Αντίστοιχα, στην περίφημη άριά του προς τον Κερουμπίνο (τέλος 1ης πράξης), ο Φίγκαρο μιλά με διαφορετικό τρόπο για το ίδιο πράγμα: τον σκληρό κόσμο στον οποίο δεν υπάρχουν πολλά περιθώρια ευτυχίας. Άμεσα τα εκφράζει όλα αυτά και η Μπαρμπαρίνα στην σύντομη άρια της 4ης πράξης: «Την έχασα» τραγουδά αναφερόμενη στην καρφίτσα που της έδωσε ο κόμης, Όμως αυτό που θρηνεί η έφηβη κόρη είναι κάτι περισσότερο και από την χαμένη της τιμή, όπως υπαινίσσεται ο Φίγκαρο: ένας ολόκληρος κόσμος αθωότητας, στον οποίο η γαλλική επανάσταση θα θέσει οριστικό τέλος. Στους «Γάμους του Φίγκαρο» ζητούμενη είναι η αποκατάσταση της αρχικής αρμονίας, «Θα είμαστε όλοι ευτυχισμένοι» τραγουδούν στο τέλος όλοι μαζί αναλογιζόμενοι όχι το παρόν αλλά το μέλλον.