Το «δικαστήριον ἐπί τοῦ Ἱπποδρόμου»
και
το «δικαστήριον τοῦ Βήλου»
Κατά τη μέση βυζαντινή περίοδο κάνουν την εμφάνισή τους δύο ανώτατα δικαστήρια με έδρα την Κωνσταντινούπολη για την επίλυση ιδιωτικών διαφορών και εκδίκαση ποινικών υποθέσεων: «To δικαστήριον ἐπί τοῦ Ἱπποδρόμου » και το «δικαστήριον τοῦ Βήλου ». Το πρώτο οφείλει την ονομασία του στο ότι στεγαζόταν στον Σκεπαστό Ιππόδρομο, ένα οικοδόμημα στα δυτικά των ανακτόρων, το δεύτερο στη χρησιμοποίηση ενός παραπετάσματος (βήλου) για το διαχωρισμό της αίθουσας του δικαστηρίου από παράπλευρους χώρους ή για την κάλυψη των δικαστών κατά τη διάσκεψη για την έκδοση της απόφασης.
To «δικαστήριον ἐπί τοῦ Ἱπποδρόμου» είναι παλαιότερο και πιθανότατα η ίδρυσή του πρέπει να συσχετισθεί με την πραγματοποιηθείσα από τον Βασίλειο Α΄ αναδιοργάνωση της δικαιοσύνης. Το «δικαστήριον τοῦ Βήλου» πρέπει να συστήθηκε κατά το δεύτερο ήμισυ του 10ου αιώνα.Σχετικά με τα δικαστήρια που είχαν έδρα στον Σκεπαστό Ιππόδρομο έχουν διατυπωθεί διάφορες θεωρίες. Με την εξέταση των πληροφοριών της Πείρας από την πρακτική πλευρά της επιστήμης του δικαίου ασχολήθηκε πρώτος ο D. Simon. Ο μελετητής θεωρεί ότι στον Σκεπαστό Ιππόδρομο έδρευε δικαστήριο, το οποίο απαρτιζόταν από δώδεκα μόνιμους δικαστές με πρόεδρο το δρουγγάριο της βίγλης. Το δικαστήριο αυτό συνεδρίαζε ως μονομελές ή και πολυμελές και ο αριθμός των δικαστών που συμμετείχαν εξαρτιόταν από τη σπουδαιότητα της εκδικαζόμενης υπόθεσης.
Σύμφωνα με τον D. Simon στις συνεδριάσεις έπαιρναν μέρος ορισμένες φορές ανώτεροι αξιωματούχοι που δεν ανήκαν οργανικά στο δικαστήριο, ακόμα και ο ίδιος ο αυτοκράτορας, ο οποίος, βέβαια, όταν παρίστατο, προήδρευε του δικαστηρίου. Στο δικαστήριο εφεσιβάλλονταν τόσο οι αποφάσεις των θεματικών κριτών, όσο και των δικαστηρίων της πρωτεύουσας, του επάρχου της πόλεως και του κοιαίστωρα. Ακόμα κρίνονταν υποθέσεις που έφθαναν στο δικαστήριο μετά από παραπομπή, άλλοτε από τον αυτοκράτορα, συνήθως κατόπιν αιτήσεως των διαδίκων και άλλοτε από τους ανωτέρους κρατικούς αξιωματούχους καθώς επίσης και υποθέσεις στον πρώτο βαθμό. Επομένως, κατά τον D.Simon το δικαστήριο του Ιπποδρόμου ήταν το κεντρικό κρατικό δικαστήριο που έκρινε διαφορές οικογενειακού δικαίου, έγγειας ιδιοκτησίας και ποινικά αδικήματα, όπως ανθρωποκτονίες, εγκλήματα κατά των ηθών, ληστεία και πλαστογραφία. Οι αποφάσεις του δικαστηρίου του Ιπποδρόμου εφεσιβάλλονταν ενώπιον του αυτοκράτορα, ο οποίος είτε έκρινε ο ίδιος την υπόθεση είτε την παρέπεμπε σε έναν ή περισσότερους δικαστές του Ιπποδρόμου, που δεν είχαν λάβει μέρος στην πρώτη εκδίκασή της, και στη συνέχεια ενέκρινε την απόφαση.
Ο Ν.Οικονομίδης, μελετώντας διεξοδικά τις πληροφορίες της Πείρας, συμφωνεί με τα συμπεράσματα του D. Simon όσον αφορά στη λειτουργία του δικαστηρίου του Ιπποδρόμου και προσθέτει ότι ο δρουγγάριος της βίγλης προήδρευε του ανωτάτου δικαστηρίου του Ιπποδρόμου, του οποίου μέλη ήταν οι κριτές επί του Ιπποδρόμου και οι κριτές του Βήλου. Ο δρουγγάριος ήταν primus inter pares μεταξύ των δικαστών έχοντας μόνο μία ψήφο, όπως και οι άλλοι κριτές, οι οποίοι πολλές φορές διαφωνούσαν μαζί του, γι’αυτό έπρεπε να τους πείθει για την ορθότητα των απόψέων του.
Ο Ν. Οικονομίδης υποστηρίζει ότι οι δικαστές του Ιπποδρόμου ήταν ισόβιοι και έτσι μπορούσαν να συμμετέχουν στις συνεδριάσεις του δικαστηρίου του Ιπποδρόμου, όταν τύχαινε να βρίσκονται στην Κωνσταντινούπολη και το επιθυμούσαν. Μετά από διεξοδική μελέτη των πληροφοριών της Πείρας και οι δύο ως άνω αναφερόμενοι μελετητές καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι στις εργασίες του δικαστηρίου του Ιπποδρόμου συμμετείχαν ορισμένες φορές και μη οργανικά μέλη του, όπως ανώτεροι κρατικοί αξιωματούχοι.
Τέλος, ο Ν. Οικονομίδης σε προγενέστερη μελέτη του διευκρινίζει, ότι πριν ακόμη αναλάβει δικαστικά καθήκοντα ο δρουγγάριος της βίγλης, λειτουργούσε ήδη δικαστήριο στον Σκεπαστό Ιππόδρομο, όπου ήταν η έδρα του τάγματος του δρουγγαρίου της βίγλης τον 10ο αιώνα. Αργότερα με την κατάληψη του αξιώματος από τον Ευστάθιο, ο δρουγγάριος της βίγλης θα αναδειχθεί σε προκαθήμενο δικαστηρίου και επικεφαλής της δικαιοσύνης.
Tα συμπεράσματα του Ν. Οικονομίδη και του D. Simon, βασίζονται στην άποψη ότι όλες οι δικαστικές αποφάσεις και τα υπομνήματα του Ευσταθίου Ρωμαίου αναφέρονται σε υποθέσεις που κρίθηκαν στο λεγόμενο δικαστήριο του Ιπποδρόμου με επικεφαλής τον δρουγγάριο της βίγλης, που αποτελούσε το σημαντικότερο δικαστήριο της αυτοκρατορίας.
Ο V. Laurent, στον τόμο, όπου δημοσιεύει σφραγίδες των αξιωματούχων της κεντρικής διοίκησης, όταν αναφέρεται στο δρουγγάριο της βίγλης, δεν κάνει λόγο για τον Σκεπαστό Ιππόδρομο. Εκεί θεωρεί ότι συνεδρίαζαν το δικαστήριο του Βήλου και το δικαστήριο του Ιπποδρόμου, τα οποία συγκροτούνταν από τους κριτές του Βήλου και τους κριτές επί του Ιπποδρόμου αντίστοιχα.
Σημαντικές είναι και οι παρατηρήσεις της Αικ. Χριστοφιλοπούλου στο άρθρο της σχετικά με τα βυζαντινά δικαστήρια. Με βάση, κυρίως, το σφραγιστικό υλικό, κάνει λόγο για δύο μόνιμα τακτικά δικαστήρια που έδρευαν στον Σκεπαστό Ιππόδρομο, το δικαστήριο του Ιπποδρόμου και το δικαστήριο του Βήλου, των οποίων τη λειτουργία προσδιορίζει από τα χρόνια της μακεδονικής δυναστείας μέχρι την άνοδο των Κομνηνών στο θρόνο, ενώ δεν αναφέρεται στον δρουγγάριο της βίγλης και τα πορίσματα του D. Simon.
O L. Burgmann, υποστηρίζει ότι ο δρουγγάριος της βίγλης ήταν ο προκαθήμενος του δικαστηρίου του Ιπποδρόμου, του πιο υψηλόβαθμου δικαστηρίου της αυτοκρατορίας, το οποίο χαρακτηρίζει ως αυτοκρατορικό. Ο συγγραφέας αναφέρεται στους κριτές του Βήλου και στους κριτές επί του Ιπποδρόμου, χωρίς να τους συνδέει με τον δρουγγάριο της βίγλης, αλλά με τον Σκεπαστό Ιππόδρομο, που αποτελεί τόπο εκδίκασης υποθέσεων.
Ο Σ. Τρωιάνος, που έχει υπόψη του τις αναλύσεις των ανωτέρω ερευνητών, συμφωνεί με τις απόψεις της Αικ. Χριστοφιλοπούλου, δεν συνδέει το δικαστήριο του Ιπποδρόμου με εκείνο του δρουγγαρίου της βίγλης και όταν κάνει λόγο για την Πείρα, αναφέρεται στα δικαστήρια του Ιπποδρόμου και του Βήλου, τα οποία συνεδριάζουν στον Σκεπαστό Ιππόδρομο.
Συμπερασματικά, ο Σκεπαστός Ιππόδρομος αποτελούσε τόπο εκδίκασης υποθέσεων όπου συνεδρίαζαν διάφορα δικαστικά σώματα, ανάλογα με τη φύση και τη σπουδαιότητα της υπόθεσης δύο αιώνες πριν από την ανάληψη δικαστικών καθηκόντων από τον δρουγγάριο της βίγλης. Εκεί εκδικάζονταν υποθέσεις από τους κριτές επί του Ιπποδρόμου και άλλους αξιωματούχους, συνήθως κατόπιν εντολής ή παραπομπής της υπόθεσης από τον αυτοκράτορα. Κατά το δεύτερο ήμισυ του 11ου αιώνα ο δρουγγάριος της βίγλης αποτελεί ανώτατο δικαστικό αξιωματούχο που δραστηριοποιείται, επίσης στο χώρο του Σκεπαστού Ιπποδρόμου, ως επικεφαλής του δρουγγαρικού δικαστηρίου, στο οποίο μπορούσαν να μετέχουν ως πάρεδροι οι κριτές επί του Ιπποδρόμου, οι οποίοι ανήκαν στους «μικρούς δικαστές».
Η Εκλογή των Βασιλικών, η οποία συντάχθηκε μεταξύ των ετών 1118 και 1155 στην Κωνσταντινούπολη, αποτελεί σημαντική πηγή για τα δικαστήρια της πρωτεύουσας και τους δικαστικούς αξιωματούχους της εποχής αυτής. Σύμφωνα με την Εκλογή των Βασιλικών, οι κριτές επί του Ιπποδρόμου και οι κριτές του Βήλου δεν συγκαταλέγονταν μεταξύ των «μεγάλων δικαστών», δηλαδή των αξιωματούχων που ήταν προκαθήμενοι δικαστηρίων και είχαν «δικαιοδοσίαν καὶ κράτος», όπως ο μέγας δρουγγάριος, ο ἒπαρχος της πόλεως, ο δικαιοδότης, ο κοιαίστωρ, ο πρωτοασηκρῆτις και ο ἐπί των κρίσεων, αλλά ανήκαν στους κατώτερους δικαστές:
« ἀλλ’ οὐδὲ δικαστήν, ἐν ὅσῳ κρίνει καὶ τὴν ἰδίαν ποιεῖται διάγνωσιν, χρὴ καλεῖν εἰς δικαστήριον – ὑπόθου δὲ τὸν τοιοῦτον δικαστὴν μὴ κατὰ τοὺς προειρημένους ἒπαρχον ἤ πραίτωρα ἤ τοὺς ἄλλους τοὺς τοιούτους , ἀλλ’ ὑποδεέστερον οἷός ἐστιν ὁ κριτὴς τοῦ βήλου ἤ τοῦ ἱπποδρόμου».
Βέβαια, το κείμενο είναι μεταγενέστερο κατά τρεις περίπου αιώνες από τότε που μαρτυρούνται οι κριτές επί του Ιπποδρόμου και οι κριτές επί του Βήλου και δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε αν υπήρξε κάποια εξέλιξη όσον αφορά τη θεσμική αρμοδιότητά τους από τον 10ο αιώνα και εξής, ωστόσο υποστηρίζεται ότι δεν άλλαξε σημαντικά η λειτουργία των κριτών επί του Ιπποδρόμου και επί του Βήλου.
Επομένως, ανήκαν στους «μικρούς δικαστές» και δραστηριοποιούνται στο χώρο του Σκεπαστού Ιπποδρόμου ως εντεταλμένοι δικαστές ή και ως πάρεδροι, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ήταν μόνιμα διορισμένοι ως πάρεδροι σε κάποιο δικαστήριο «μεγάλου δικαστή». Τόσο οι κριτές επί του Ιπποδρόμου, όσο και οι κριτές του Βήλου είναι επαγγελματίες δικαστές, διαθέτουν νομικές γνώσεις και ανήκουν στην τάξη των κριτών και όχι των αρχόντων που έχουν «δικαιοδοσίαν καὶ κράτος».
Έτσι, οι διάδικοι δεν μπορούσαν να απευθυνθούν απευθείας στους κριτές επί του Ιπποδρόμου και τους κριτές του Βήλου, αλλά στους άρχοντες που είναι προκαθήμενοι δικαστηρίων, έχουν «δικαιοδοσίαν καὶ κράτος» και μπορούν να παραπέμψουν την εξέταση μιας υπόθεσης σε άλλους κατώτερους δικαστές, όπως μας πληροφορεί η Εκλογή των Βασιλικών. Ωστόσο πρέπει να παρατηρήσουμε ότι και οι «μικροί δικαστές» θα μπορούσαν να παραπέμψουν την εξέταση μιας υπόθεσης σε άλλον δικαστή, εφόσον, όμως, είχαν προηγουμένως οριστεί από τον αυτοκράτορα, για να εξετάσουν την υπόθεση. Επομένως, οι κριτές επί του Ιπποδρόμου και οι κριτές του Βήλου λειτουργούν ως εντεταλμένοι δικαστές.
Οι προκαθήμενοι των δικαστηρίων που έχουν «δικαιοδοσίαν καὶ κράτος» φαίνεται ότι μπορούν να εξετάσουν και ως μονομελές δικαστήριο ποινικές υποθέσεις, όπως μοιχεία, φόνο, ιεροσυλία, ληστεία και ύβρη, σε αντίθεση με τους κριτές του Βήλου και τους κριτές του Ιπποδρόμου.
Ο αριθμός των κριτών επί του Ιπποδρόμου και επί του Βήλου
Δεν υπάρχουν πληροφορίες για την αριθμητική σύνθεση του δικαστηρίου αλλά ούτε και για τον συνολικό αριθμό των εντεταγμένων στο δικαστήριο επί του Ιπποδρόμου δικαστών. Οπωσδήποτε ήταν αρκετοί, όχι μόνο γιατί έτσι ήταν δυνατή η απόσπαση δικαστού για να πάρει μέρος σε διοικητικό δικαστήριο άλλης κρατικής αρχής, αλλά και ο αριθμός των σφραγίδων που σώθηκαν, ουσιαστικά μόνον από ένα αιώνα, τον ΙΑ΄, είναι σημαντικά αυξημένος σε σύγκριση με τις σφραγίδες αξιωματούχων άλλων υπηρεσιών, που εμφανίζονται σε περισσότερους αιώνες.
Για τον προσδιορισμό του αριθμού των κριτών του Βήλου και των κριτών επί του Ιπποδρόμου ο Κ. Ε. Zachariae von Lingenthal, ο οποίος τους θεωρεί ως μία ενιαία ομάδα κριτών, στηρίζεται σε δύο μαρτυρίες. Πρώτον στη μαρτυρία της Εκλογής των Βασιλικών, στην οποία σημειώνεται: « ὁ κυρίως δικαστής, οἷοί εἰσιν οἱ δώδεκα κριταὶ καὶ οἱ τῶν δικαστηρίων προκαθήμενοι, οἷον ὁ δρουγγάριος, ὁ δικαιοδότης…» , όπου με τον όρο δώδεκα κριταί εννοούνται κατά τον ερευνητή οι κριτές του Βήλου και επί του Ιπποδρόμου. Δεύτερον στη μαρτυρία του κανονολόγου Θεοδώρου Βαλσαμώνα (12ος αιώνας), ο οποίος σημειώνει: «Τὸ δὲ προκαθῆσθαι τοῦτον ( τον χαρτοφύλακα ) δωδεκάδος πατριαρχικῶν νοταρίων αὐτοπιστίαν ἐχόντων, οἵαν ἔχει καὶ ἡ δωδεκὰς τῶν τοῦ Βήλου τοῦ Ἱπποδρόμου κριτῶν».
Έχει επικρατήσει η άποψη ότι το δικαστήριο του Βήλου ήταν δωδεκαμελές και οφείλεται στο κύρος του K. E. Zachariae von Lingenthal, ο οποίος κατά την Αικ. Χριστοφιλοπούλου παρερμήνευσε το χωρίο του Βαλσαμώνος. Ο κανονολόγος, γράφοντας το ως άνω χωρίο, παραβάλλει την αυτοπιστίαν των δώδεκα εκκλησιαστικών νοταρίων, δηλαδή την αρμοδιότητα να βεβαιώνουν το γνήσιο των εγγράφων της υπηρεσίας του χαρτοφύλακα, όπου υπηρετούν, προς την αυτοπιστίαν των νοταρίων αντίστοιχης κρατικής υπηρεσίας, που είναι το κοσμικό δικαστήριο.
Οι νοτάριοι του δικαστηρίου του Βήλου έχουν το δικαίωμα να βεβαιώνουν τη γνησιότητα των εκδιδομένων εγγράφων (την αυτοπιστίαν) και προς αυτήν συγκρίνονται οι εκκλησιαστικοί νοτάριοι. Επομένως ο αριθμός δώδεκα αναφέρεται στους νοταρίους του δικαστηρίου και όχι στους δικαστές μέλη του, η όλη δε φράση θα έπρεπε να νοηθεί ως εξής: οἵαν ἔχει (αὐτοπιστίαν) καὶ ἡ δωδεκὰς τῶν (νοταρίων) τῶν τοῦ βήλου τοῦ Ἱπποδρόμου κριτῶν.
Σχετικά με τη μαρτυρία της Εκλογής των Βασιλικών δεν γνωρίζουμε αν η αναφορά σε δώδεκα κριτές αποτελεί αναχρονισμό και αναφέρεται στους δώδεκα δικαστές του Ιουστινιανού, ωστόσο το γεγονός ότι ως προκαθήμενοι δικαστηρίων αναφέρονται σύγχρονοι με την εποχή της σύνταξης της συλλογής αξιωματούχοι, όπως ο δρουγγάριος και ο δικαιοδότης, αποτελεί ίσως μία ένδειξη ότι η αναφορά γίνεται σε κριτές των μέσων του 12ου αιώνα. Οι δώδεκα δικαστές πιθανόν εντάσσονται στους μικρούς δικαστές που δεν είναι προκαθήμενοι δικαστηρίου και στους οποίους ανήκουν οι κριτές του Βήλου και οι κριτές επί του Ιπποδρόμου, σύμφωνα με τις μαρτυρίες της Εκλογής των Βασιλικών.
Η ιεραρχία των κριτών του Βήλου και των κριτών του Ιπποδρόμου
με βάση τις μαρτυρίες των σφραγίδων
Κατ’αρχήν υπάρχει πληθώρα σφραγίδων που αναφέρεται στους κριτές του Βήλου και τους κριτές επί του Ιπποδρόμου. Η μελέτη των σφραγίδων δεν μπορεί να είναι βέβαια από μόνη της καθοριστική για τον ακριβή προσδιορισμό των σχέσεων των κριτών του Βήλου και των κριτών επί του Ιπποδρόμου, τόσο μεταξύ τους όσο και με τους άλλους αξιωματούχους. Από την εξέταση, όμως των μαρτυριών των σφραγίδων σε συνδυασμό πάντοτε με πληροφορίες των αφηγηματικών και άλλων πηγών μπορούν να εξαχθούν ορισμένα συμπεράσματα.
Οι σφραγίδες συνόδευαν κυρίως έγγραφα, για να πιστοποιήσουν τη νομική ισχύ και την εγκυρότητά τους και να εξασφαλίσουν τη μυστικότητα του περιεχομένου, εάν επρόκειτο για κλειστό έγγραφο. Συγχρόνως αποτελούσαν το μέσο που φανέρωνε την ταυτότητα ενός προσώπου. Στις σφραγίδες των αξιωματούχων, όπως και των κριτών επί του Ιπποδρόμου και των κριτών του Βήλου, που ήταν μολύβδινες, η παράθεση του ονόματος, των τίτλων και των αξιωμάτων, γινόταν συνήθως με μία σειρά.
Σε μία σφραγίδα αξιωματούχου μετά τη θεία επίκληση ακολουθεί το όνομά του, οι τιμητικοί τίτλοι ( ἀξίαι δια βραβείου ) σε φθίνουσα σειρά από τον υψηλόβαθμο προς τον πιο χαμηλόβαθμο και στη συνέχεια τα αξιώματα. Όσον αφορά στα αξιώματα, εκείνο που ασκούσε κατά τον χρόνο κοπής της σφραγίδας ο κάτοχός της ή το σπουδαιότερο από τα αξιώματα που κατείχε ( συνήθως αυτά τα δύο συνέπιπταν ) αναγραφόταν τελευταίο και πριν από αυτό τα αξιώματα που είχε λάβει προηγουμένως ο κάτοχος της σφραγίδας, τα οποία όμως δεν ακολουθούσαν πάντοτε μία συγκεκριμένη σειρά αύξουσα ή φθίνουσα, για το λόγο αυτό και τα συμπεράσματα από τη σειρά αναγραφής των αξιωμάτων δεν είναι απολύτως ασφαλή. Στο τέλος αναγραφόταν το οικογενειακό όνομα. Βέβαια υπάρχουν και περιπτώσεις κατά τις οποίες ένας αξιωματούχος κατέχει ταυτόχρονα δύο αξιώματα, που αναγράφονται στις σφραγίδες. Όμως, είναι πολύ δύσκολο να διακρίνουμε αν κάποιος ασκεί ταυτόχρονα τα αξιώματα που μνημονεύονται στις σφραγίδες, ενώ φαίνεται πιθανότερο ότι αναγράφεται κατά κύριο λόγο ο cursus honorum των αξιωματούχων.
Οι κριτές του Βήλου και οι κριτές επί του Ιπποδρόμου συνάπτονται συχνά στις σφραγίδες και με άλλα αξιώματα. Από τις εβδομήντα τέσσερις (74 ) σφραγίδες των κριτών επί του Ιπποδρόμου που εξέδωσε ο V. Laurent, οι δεκαεπτά (17) φέρουν μόνο τον τίτλο του κριτή επί του Ιπποδρόμου και από τις πενήντα δύο ( 52 )των κριτών του Βήλου οι δεκατέσσερις (14 ) φέρουν μόνο τον τίτλο του κριτή του Βήλου.
Η Αικ.Χριστοφιλοπούλου αναφέρει με βάση τις μαρτυρίες των παραπάνω σφραγίδων ότι οι κριτές επί του Ιπποδρόμου ασκούν πολλές φορές ταυτόχρονα και ένα άλλο λειτούργημα, συνήθως το αξίωμα του ἐπί τοῦ χρυσοτρικλίνου, του κριτοῦ του Βήλου, του μυστογράφου και του συμπόνου. Για τους κριτές του Βήλου παρατηρεί ότι και αυτοί ασκούσαν ένα δεύτερο λειτούργημα, συνήθως του κριτοῦ ἐπί τοῦ Ἱπποδρόμου ή του ἐπί τοῦ χρυσοτρικλίνου και σπανιότερα του κοιαίστωρος, του ἐπάρχου τῆς πόλεως, του συμπόνου, του στρατιωτικοῦ λογοθέτου, του χαρτουλαρίου του γενικοῦ λογοθεσίου, του ἐπί τοῦ κανικλείου, του ἐπί τοῦ βεστιαρίου και μερικές φορές τελείως άσχετα, όπως του ἄρχοντος τῆς θυμέλης και του μεγάλου κουράτωρος τῶν Ὀξέων.
Προβληματική είναι η περίπτωση κατά την οποία συνάπτονται οι κριτές επί του Ιπποδρόμου ή του Βήλου με δικαστικά αξιώματα και ειδικά με το αξίωμα του κοιαίστωρα, ο οποίος ανήκει στους «μεγάλους δικαστές». Αν θεωρήσουμε ότι κάποιος ήταν κοιαίστωρ και ταυτόχρονα κριτής επί του Ιπποδρόμου ή κριτής του Βήλου, τότε αναιρούμε τη διαφοροποίηση που γίνεται στην Εκλογή των Βασιλικών σε «μεγάλους» και «μικρούς» δικαστές. Επομένως, σε μία τέτοια περίπτωση πρέπει να θεωρήσουμε ότι αναφέρεται ο τίτλος κριτής επί του Ιπποδρόμου ή κριτής του Βήλου για δοθεί η πορεία ανέλιξης στα αξιώματα του κατόχου της σφραγίδας.
Αν θελήσουμε να εξετάσουμε την ιεραρχική θέση των κριτών του Βήλου και των κριτών επί του Ιπποδρόμου, θα παρατηρήσουμε ότι στις περιπτώσεις που αναφέρονται μαζί οι ονομαστικοί τίτλοι κριτής του Βήλου και κριτής επί του Ιπποδρόμου στις σφραγίδες, προηγείται κατά κανόνα, αλλά όχι σε όλες τις περιπτώσεις, εκείνος του Ιπποδρόμου και έπεται του Βήλου. Αυτό αποτελεί ένδειξη ότι ο κριτής του Βήλου είναι υψηλότερος στην ιεραρχία από τον κριτή επί του Ιπποδρόμου. Θεωρούμε το τελευταίο αξίωμα που αναγράφεται στη σφραγίδα ως εκείνο που κατέχει ο αξιωματούχος τη στιγμή της έκδοσης της σφραγίδας. Αυτό το κριτήριο ακολουθεί ο V. Laurent για το διαχωρισμό των σφραγίδων σε εκείνες των κριτών του Βήλου και εκείνες των κριτών επί του Ιπποδρόμου.
Γενικά δίνεται η εντύπωση από τις μαρτυρίες των σφραγίδων ότι απονέμονται με μεγαλύτερη συχνότητα υψηλόβαθμοι τιμητικοί τίτλοι στους κριτές του Βήλου, ωστόσο δεν μπορεί να εξαχθεί ένα ασφαλές συμπέρασμα με βάση μόνο αυτές τις ενδείξεις.
Ασφαλέστερο κριτήριο για την τεκμηρίωση της υψηλότερης ιεραρχικής θέσης των κριτών του Βήλου σε σχέση με εκείνους του Ιπποδρόμου παρέχουν τα εθιμοτυπικά Τακτικά και οι αφηγηματικές πηγές που φαίνεται, που φαίνεται ότι επιβεβαιώνουν τις ενδείξεις των σφραγίδων. Στο Τακτικόν Escurial καταγράφεται η ιεραρχική ανωτερότητα των κριτών του Βήλου σε σχέση με τους κριτές επί του Ιπποδρόμου, καθώς οι πρώτοι τοποθετούνται τέσσερις θέσεις υψηλότερα από τους δεύτερους.
Επίσης, θα πρέπει να αναφερθεί μία σημαντική μαρτυρία, με την οποία επιβεβαιώνονται όσα αναφέρονται στο Τακτικόν Εscurial. Σε υπόμνημα του Μιχαήλ Ψελλού, γίνεται αναφορά για τη σταδιοδρομία του γαμπρού του Ελπιδίου Κεχρή, που είχε νυμφευθεί τη θετή κόρη του Ψελλού και τον οποίο βοήθησε ο τελευταίος στην κατάληψη διαφόρων αξιωμάτων:
«…τοῖς τε γὰρ πρωτοσπαθαρίοις τοῦτον ἐγκαταλέγει, καὶ τοῖς ἐς τό τοῦ Ἀντιφωνητοῦ σέκρετον μικροῖς βασιλικοῖς νοταρίοις ἐγκατατάττει, ἒτι γὲ μὴν καὶ τοῖς ἐς τὸν ἱππόδρομον ἐγκρίνει κριταῖς».
Στη συνέχεια «…κριτὴν τοῦ βήλου ποιεῖ, ἔπειτα θεσμογράφον τιμᾷ, καὶ μετὰ ταῦτα μυστογράφον, καὶ οὕτως ἀνάγει εἰς τοὺς ἐξάκτωρας. καὶ τὰ μὲν ἀξιώματα τούτῳ διηλλαγμένα τε καὶ ἀνόμοια ».
Επομένως, από αυτές τις ενδεικτικές μαρτυρίες φαίνεται ότι ο κριτής του Βήλου βρίσκεται υψηλότερα στην ιεραρχία από τον κριτή επί του Ιπποδρόμου.
Οι αρμοδιότητες των κριτών του Βήλου και των κριτών επί του Ιπποδρόμου είναι κοινές, καθώς πρόκειται για δικαστικούς αξιωματούχους που ανήκουν στην ίδια ομάδα, εκείνη των «μικρών δικαστών». Η άποψη ότι οι κριτές του Βήλου αποτελούν μία υποομάδα των κριτών επί του Ιπποδρόμου, καθώς στις σφραγίδες και τα έγγραφα συχνά συνάπτονται τα δύο αξιώματα, δεν μπορεί να τεκμηριωθεί από τις μαρτυρίες των πηγών του 11ου αιώνα, παρά το γεγονός ότι οι κριτές του Βήλου πολλές φορές προάγονται από τους κριτές επί του Ιπποδρόμου. Διαφορετικά, θα πρέπει να θεωρήσουμε ότι όλοι οι κριτές του Βήλου είχαν διατελέσει κριτές επί του Ιπποδρόμου, κάτι που δεν φαίνεται να ισχύει με βάση τις πληροφορίες των πηγών και κυρίως, των σφραγίδων στις οποίες αποτυπώνεται ο cursus honorum διαφόρων αξιωματούχων.
Οι κριτές του Βήλου, επιπλέον, επικυρώνουν πρωτότυπα χρυσόβουλλα και αντίγραφα του τέλους του 11ου αιώνα σημειώνοντας επί των κολλημάτων του εγγράφου το αξίωμά τους, προκειμένου να προληφθεί κάθε ενδεχόμενη νοθεία με αντικατάσταση ενός τμήματος του εγγράφου με κάποιο άλλο.
Όπως επισημαίνει η Ε. Βρανούση οι παραπάνω σημειώσεις επί των κολλημάτων των χρυσοβούλλων γράφονταν από ανωτέρους αξιωματούχους, μεταξύ των οποίων και οι κριτές του Βήλου. Βέβαια, οι κριτές του Βήλου δεν συγκαταλέγονταν στους υψηλόβαθμους στην ιεραρχία αξιωματούχους, αλλά η αυτοπιστία που διέθεταν, ενδεχομένως λόγω της νομικής τους κατάρτισης και της ιδιότητάς τους, σε συνδυασμό με τη στενή σχέση με τον αυτοκράτορα, μπορεί να δικαιολογήσει την επικύρωση πρωτότυπων αυτοκρατορικών εγγράφων και μάλιστα ενός χρυσοβούλλου λόγου.