21/7/09

Από την ελευθερία της βούλησης στην ελευθερία του πολίτη

Ο ρεπουμπλικανισμός του Αμερικανού στοχαστή Φίλιπ Πέτιτ δεν υποτάσσει την ελευθερία του ατόμου στη συλλογικότητα.  
Του Κωνσταντίνου Παπαγεωργίου 
 Ένα από τα προβλήματα της δημοκρατίας σήμερα είναι η ανεπαρκής θεωρητική και κατ’ επέκταση θεσμική της θωράκιση. Πολλοί πιστεύουν ότι αρκεί να έχουμε Σύνταγμα και νόμους, ατομικά δικαιώματα και δικαστήρια, ελευθερία του λόγου και ΜΜΕ, κόμματα και εκλογές, για να έχουμε και δημοκρατία. Όλοι συμφωνούν φυσικά ότι το είδος της δημοκρατίας που απολαμβάνουμε έχει εν τέλει να κάνει με την ετοιμότητά μας να αποδεχθούμε και να συμφωνήσουμε σε μια σειρά από προαπαιτούμενα, όπως π.χ. ότι η Δικαιοσύνη πρέπει να μένει ανεπηρέαστη από την εκτελεστική εξουσία ή ότι ο νομοθέτης οφείλει να έχει συναίσθηση του κοινού συμφέροντος όταν νομοθετεί ή ότι ο πολίτης είναι υποχρεωμένος να σέβεται το νόμο και τα δικαιώματα των άλλων. Πλάι σ’ αυτά τα ορθά και αυτονόητα, υπάρχουν και τίθενται στη ζωή μιας δημοκρατίας μύρια άλλα ζητήματα, που δεν έχουν αναγκαστικά να κάνουν με την προθυμία μας ή όχι να δεχτούμε τα αυτονόητα ως μέλη μιας δημοκρατικής τάξης. Θα μπορούσαμε, με άλλα λόγια, να πούμε ότι πολλά και γνωστά προβλήματα της δημοκρατίας μας έχουν λιγότερο να κάνουν με την κακή πίστη των συντελεστών της και περισσότερο με ένα έλλειμμα θεωρίας, την ανεπάρκειά μας στη σύλληψη των αξιακών και θεωρητικών της θεμελίων. Όλοι μιλούν σήμερα για την ελευθερία, τη δημοκρατία, τη δικαιοσύνη ή την ισότητα, αλλά τι σημαίνουν ακριβώς αυτές οι έννοιες; Υπάρχουν άραγε και μεγάλες ιδέες πίσω από τα μεγάλα λόγια; Η συνεισφορά της θεωρητικής συζήτησης πάνω στα ζητήματα αυτά δεν είναι ότι οδηγούν αυτομάτως σε μαγικές λύσεις –σαν από αυτές που αναζητούν εναγωνίως τα κόμματα– αλλά ότι προετοιμάζουν το έδαφος, θέτουν κυριολεκτικά τα θεμέλια για μια πιο νηφάλια συζήτηση και ασφαλέστερα συμπεράσματα για τους σκοπούς, το περιεχόμενο και τις διαδικασίες της δημοκρατίας. Το φαινόμενο, που πολλές φορές καταγγέλλεται ως πενία ιδεών στην πολιτική, έχει τις ρίζες του στην αδυναμία μας να κατανοήσουμε ότι οι ιδέες δεν έρχονται (ούτε υπάρχουν άλλωστε) από μόνες τους ούτε κατά παραγγελίαν, αλλά σχετίζονται με άλλες ιδέες, αξίες, επιχειρήματα σε ανοικτό και διαρκή διάλογο μεταξύ ορθολογικών υποκειμένων.  
Η ρεπουμπλικανική ελευθερία 
Αυτήν τη θεωρητική και πρακτική ανάγκη έρχεται να ικανοποιήσει ένα ιδιαίτερα σημαντικό ρεύμα πολιτικής φιλοσοφίας με κλασικές καταβολές, που στηρίζεται όμως και σε μια ιδιαίτερα πρωτοποριακή ιστορική αλλά και φιλοσοφική έρευνα. Η αναγέννηση του ρεπουμπλικανισμού οφείλεται αφενός στις λαμπρές ιστορικές μελέτες του Κουέντιν Σκίνερ (το opus magnum «Τα θεμέλια της πολιτικής σκέψης» και ο πρώτος τόμος των δοκιμίων του κυκλοφορούν από τις εκδ. Αλεξάνδρεια) και αφετέρου στη συστηματική ανασυγκρότηση του επιχειρήματος από τον Φίλιπ Πέτιτ (το πρόσφατο βιβλίο του «Θεωρία της ελευθερίας: από την ψυχολογία στην πολιτική της δράσης» έχει εκδοθεί από τις εκδ. Πόλις). Όμως, κατά κάποιον τρόπο, οι έρευνες των δύο αυτών σπουδαίων στοχαστών περιχαρακώνουν ένα πεδίο ιδεών σε σχέση με τα όμορα στρατόπεδα πολιτικής φιλοσοφίας της εποχής μας, τον φιλελευθερισμό και τον κοινοτισμό, απηχώντας ενδεχομένως και μια βαθύτερη πολιτική ανάγκη ή επιθυμία. Ο ρεπουμπλικανισμός διαχωρίζει μέχρι σ’ ένα βαθμό τη θέση του από τον φιλελευθερισμό τόσο στο πεδίο των ιστορικών ιδεών (παρά τις επικαλύψεις) όσο και συστηματικά. Ο ρεπουμπλικανισμός θέτει ως βάση του επιχειρήματός του μια διαφορετική –τουλάχιστον ως προς τις προθέσεις του– αντίληψη της ελευθερίας: την ελευθερία ως μη κυριαρχία. Για τον Πέττιτ αλλά και τους άλλους σύγχρονους Ρεπουμπλικανούς το νόημα της ελευθερίας δεν μπορεί να συνίσταται στην αποφυγή κάθε παρέμβασης στη ζωή μας, αλλά στην αποφυγή περιστάσεων που καθιστούν κάποιον άλλο κυρίαρχο πάνω της. Αυτός ο βασικός προσανατολισμός έλκει την καταγωγή του από την ιδέα του κυρίου (dominus) στο ρωμαϊκό δίκαιο σε αντιδιαστολή με το στάτους του δούλου. Ο τελευταίος δεν κυριαρχεί ο ίδιος πάνω στη ζωή του, κυρίαρχος είναι ο κύριός του. Όσο καλοπροαίρετος και αν είναι ο αφέντης, όσο επιδέξιος και αν είναι ο δούλος (στο να πηγαίνει με τα νερά του αφέντη του), τίποτε δεν αλλάζει στη σχέση κυριαρχίας. Η βασική ιδέα του ρεπουμπλικανισμού είναι ότι η συγκρότηση της πολιτικής ελευθερίας πρέπει να συλληφθεί με έναν τρόπο που θα χειραφετεί πραγματικά τον πολίτη από κάθε είδους ρητή ή απόρρητη εξουσία. Σε αντίθεση με μια τουλάχιστον αντίληψη φιλελεύθερης ελευθερίας, οι Ρεπουμπλικανοί δεν αποβλέπουν στην περιχαράκωση του ατόμου από οποιαδήποτε ανάμειξη του κράτους, δεν θεωρούν με άλλα λόγια ότι οποιαδήποτε ανάμειξη ή παρεμβολή πλήττει την ελευθερία. Ο περιορισμός που προκύπτει από την εξαναγκαστική παρέμβαση των νόμων για την προστασία ατομικών ή κοινωνικών αγαθών δεν πλήττει ούτε αίρει την ελευθερία. Η ουσιαστική άρση της ρεπουμπλικανικής ελευθερίας επέρχεται με την υπονόμευση της κυριαρχίας στη ζωή μας, την ατομική και την πολιτική. Αυτό συμβαίνει όταν πραγματικές ή θεσμικές περιστάσεις μας εμποδίζουν να ορίσουμε αυτόνομα τα του βίου μας, ασκώντας έναν αθέμιτο έλεγχο στη βούληση και στις πράξεις μας. Το πρωτοποριακό και εντυπωσιακό σε θεματικό εύρος φιλοσοφικό έργο του Πέτιτ δεν μένει μόνο στο επίπεδο απλώς της θεωρητικής έρευνας και ανάλυσης, αλλά προχωράει στην επεξεργασία πρακτικών και θεσμικών προτάσεων, που βρίσκονται ωστόσο σε μια λογική ακολουθία με τα θεωρητικά προαπαιτούμενα.  
Ενδεχόμενο αυθαιρεσίας 
 Ένα πρόβλημα της σύγχρονης δημοκρατίας για τον Πέτιτ έγκειται στην απροσδιοριστία των αποφάσεων των οργάνων της και στον κίνδυνο της αυθαιρεσίας που αυτή εγκυμονεί. Όσο καλά και αν σχεδιαστεί ο τρόπος λήψης των αποφάσεων από τον νομοθέτη, τα δικαστήρια, τη διοίκηση, πάντα θα υπάρχει διακριτική ευχέρεια και άρα ένα ενδεχόμενο αυθαιρεσίας. Για τους Ρεπουμπλικανούς, ο κίνδυνος αυτός δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί παρά με μια βελτιωμένη αντίληψη της δημοκρατίας ως «αμφισβητητικής» (contestatory). Όμως, ο Πέττιτ δεν έχει κατά νου μια ανέξοδη ή ανεύθυνη αμφισβήτηση, αλλά θεσμούς που θα δίνουν στους πολίτες τη δυνατότητα να ελέγχουν τις αποφάσεις των αντιπροσώπων τους, εξαναγκάζοντάς τους να δίνουν λόγο για τους σκοπούς που υιοθετούν και τα μέσα που μετέρχονται. Ο ρεπουμπλικανισμός απορρίπτει τη λαϊκιστική εκδοχή δημοκρατίας, σύμφωνα με την οποία οι νόμοι και οι πολιτικές θα πρέπει να εκφράζουν, υποτίθεται, τη συλλογική βούληση του λαού. Στο πρόσφατο βιβλίο του «Θεωρία της ελευθερίας» (εκδ. Πόλις, 2007, σ. 281 επ.) ο Πέτιτ μιλάει μεταφορικά για τη «συντακτική» και «εκδοτική» διάσταση της δημοκρατίας. Η πρώτη έχει να κάνει με τους θεσμούς διαμόρφωσης της πολιτικής, ενώ η δεύτερη με τους θεσμούς έλλογου ελέγχου της. Στον νεότερο ρεπουμπλικανισμό επιζεί υπό προϋποθέσεις και μια διάσταση κλασικής πολιτικής αρετής. Οι πολίτες θα πρέπει να φροντίζουν για το κοινό καλό και να αντιλαμβάνονται τη σημασία του για την ατομική και συλλογική ζωή. Για τον σκοπό αυτό, είναι απαραίτητο οι πολιτικοί θεσμοί να καλλιεργούν και να ανταμείβουν την αφοσίωση των πολιτών στα ιδεώδη της πολιτείας και στο νόμο και να αποθαρρύνουν τα φαινόμενα διαφθοράς. Σε αντίθεση όμως με τον πολιτικό ουμανισμό, οι Ρεπουμπλικανοί δεν εννοούν την πολιτική αρετή ως αυτοσκοπό, αλλά ως ένα εργαλειακό αγαθό που προάγει τη ρεπουμπλικανική αντίληψη της ελευθερίας. Η πολύπλευρη και βαθιά σκέψη του Φίλιπ Πέττιτ επανερμηνεύοντας τη ρωμαϊκή, αναγεννησιακή αλλά και νεωτερική πολιτική σκέψη, προτείνει μιαν εξαιρετικά ενδιαφέρουσα κανονιστική θεωρία που μπορεί να έρθει σε ένα γόνιμο διάλογο με τις θεωρίες του πολιτικού φιλελευθερισμού και κάποιες εκδοχές κοινοτισμού. Ο ρεπουμπλικανισμός αντιλαμβάνεται τη σημασία της συλλογικής ζωής και των συλλογικών αποφάσεων ως προς την ελευθερία του ανθρώπου και του πολίτη, δεν υποτάσσει την ελευθερία του ατόμου στη συλλογικότητα. Ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Πρίνστον Φίλιπ Πέτιτ μίλησε την Τρίτη 23 Ιουνίου στις 7 μ.μ. στο Αμφιθέατρο Ιωάννης Δρακόπουλος του Πανεπιστημίου Αθηνών (κεντρικό κτίριο) με θέμα: «Η ρεπουμπλικανική αντίληψη της δημοκρατίας». 
Ο Φίλιπ Πέτιτ ήταν προσκεκλημένος του μεταπτυχιακού σεμιναρίου του τομέα Ιστορίας και Θεωρίας του Δικαίου του Νομικού Τμήματος του Πανεπιστημίου Αθηνών. 
* Ο κ. Κων. Παπαγεωργίου είναι αναπληρωτής καθηγητής της Φιλοσοφίας του Δικαίου στο Νομικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Χρονολογώντας και εξακριβώνοντας

ΕΘΝΙΚΟ ΚΑΙ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΣΧΟΛΗ ΝΟΜΙΚΩΝ, ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ & ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ

ΤΟΜΕΑΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ & ΘΕΩΡΙΑΣ ΔΙΚΑΙΟΥ

ΜΑΘΗΜΑ: ΙΣΤΟΡΙΑ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΧΡΟΝΟΛΟΓΩΝΤΑΣ ΚΑΙ ΕΞΑΚΡΙΒΩΝΟΝΤΑΣ ΤΟΥ ΤΗΟΜΑS ERNST VAN BOCHOVE Πρωτότυπος τίτλος:To date and not to date On the Date and Status of Byzantine Law Books 

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΑΠΟΔΟΣΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ         

      ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ 

                                                   ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται έντονη ενασχόληση των διαφόρων επιστημονικών κλάδων με την ιστορική τους ανέλιξη. Από την τάση αυτή δεν θα μπορούσε να μείνει ανεπηρέαστη η νομική επιστήμη. Σημαντικό ρόλο στα πλαίσια της Ιστορίας Δικαίου, διαδραματίζει το Πανεπιστήμιο του Groningen Oλλανδίας, με το παγκοσμίως καταξιωμένο σχετικό τμήμα της Νομικής Σχολής, οι ερευνητές του οποίου ειδικεύονται κυρίως στα μεγάλα κωδικοποιητικά έργα του ελληνορωμαϊκού πολιτισμού. Το παρόν βιβλίο του Αρχιμανδρίτη Ιερώνυμου Νικολόπουλου αποτελεί μετάφραση της διδακτορικής διατριβής του Thomas Ernst van Bochove, επιστημονικού συνεργάτη του τμήματος ιστορίας του Δικαίου της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Groningen, υπό τον πρωτότυπο τίτλο « To date and not to date. On the Date and Status of Byzantine Law Books».

                                                  ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Το έτος 1988 ολοκληρώθηκε μία νέα κριτική έκδοση των Βασιλικών και των σχολίων τους του αειμνήστου Καθηγητή Scheltema, η οποία είναι η πρώτη εξ ολοκλήρου βασισμένη στα χειρόγραφα και η οποία παρέχει επαρκή αιτιολογία για την επαναδιαπραγμάτευση μιας σειράς ερωτημάτων που αφορούν τα Βασιλικά. Τι ακριβώς είναι; Ποια ήταν η ακριβής νομική τους φύση; Πώς συντάχθηκαν; Ερωτήματα τα οποία έχουν απασχολήσει πολλούς ερευνητές κατά το παρελθόν. Μία επανεκτίμηση όμως, είναι υποχρεωτική ενόψει των τελευταίων ερευνητικών αποτελεσμάτων.

Το 1986 ο Α.Schminck δημοσίευσε μία μελέτη στην οποία κατέληγε με απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα τελείως διαφοροποιημένες από τις παραδοσιακές. Παραδοσιακά, τα Βασιλικά θεωρούνται ως μία θεματική αναδιάρθωση των ελληνικών μεταφράσεων της Ιουστινιάνειας νομοθεσίας, χρονολογούμενα στο δεύτερο μισό του ένατου αιώνα, ενώ αποδίδονται στους πρώτους αυτοκράτορες της δυναστείας των Μακεδόνων, στο Βασίλειο Α΄ και τον υιόν και διάδοχό του Λέοντα ΣΤ΄ το Σοφό. Ο Schminck προέβαλε τη θεώρηση πως τα Βασιλικά ανάγονται στον ενδέκατο αιώνα και ότι αποτελούσαν μία ανεπίσημη νέα έκδοση των Εξήκοντα Βιβλίων του Λέοντα ΣΤ΄ του Σοφού. Οι σπουδαιότερες πηγές που παρέχουν πληροφορίες αναφορικά για τα Βασιλικά, είναι οι πρόλογοι του Προχείρου Νόμου, της Εισαγωγής και των ίδιων των Βασιλικών. Επιπλέον, ο πρόλογος στη συλλογή Νεαρών Λέοντος ΣΤ΄ του Σοφού, καθώς και Νεαρά υπ΄αριθμ. 1 του ίδιου. Πρέπει να προστεθούν και οι δύο ιστοριογραφικές πηγές : ο Βίος του Βασιλείου και το Χρονικόν του Ιωάννη Σκυλίτζη. Εκτός των δύο τελευταίων, οι παραπάνω πηγές ανάγονται στη βασιλεία του Βασιλείου Α΄ (867-886) και σε αυτήν του Λέοντα ΣΤ΄ (886-912). Οι πηγές αυτές είναι σύγχρονες με την έκδοση των Βασιλικών και αποφασιστικά ζωτικές για τη φύση και τη χρονολόγησή τους, γι’αυτό και είναι σημαντικότατες. Αν η άποψη του Schminck αναφορικά με τη χρονολόγηση κάποιας από τις παραπάνω πηγές γίνει αποδεκτή, τότε ολόκληρος ο παραδοσιακός τρόπος χρονολογήσεως ανατρέπεται.Παραδοσιακά θεωρείται πως ο Βασίλειος ο Α΄, κατά τη διάρκεια της βασιλείας του εξέδωκε δύο νομικά κείμενα, τον Πρόχειρο Νόμο και την Εισαγωγή, κατ’αυτήν την σειρά. Ο πρόλογος του Προχείρου Νόμου, περιλαμβάνει έναν υπαινιγμό για κάποιο προηγούμενο νομοθέτημα, το οποίο συνήθως εκλαμβάνεται ως η Εκλογή των Ισαύρων αυτοκρατόρων Λέοντα Γ΄ και Κωνσταντίνου Ε΄. Στη μελέτη του ο Schminck τοποθέτησε χρονικά τον Πρόχειρο Νόμο στη βασιλεία του Λέοντα του ΣΤ΄, επομένως μετά την Εισαγωγή. Έτσι, ο πρόλογος του Προχείρου Νόμου, κατ’αυτήν την άποψη υπαινίσσεται την Εισαγωγή αντί της Εκλογής. Ακόμη πιο σημαντικό είναι το ότι ο πρόλογος του Προχείρου Νόμου καταλήγει έτσι να μην αναφέρεται στις ρυθμίσεις του Βασιλείου Α΄, στο πεδίο του κοσμικού δικαίου, αλλά σε αυτές του Λέοντα ΣΤ΄. Η παρούσα μελέτη σκοπεύει να αποδείξει ότι παρόλα αυτά, η παραδοσιακή χρονολόγηση είναι η σωστή.

                           ΧΡΟΝΟΛΟΓΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η Εισαγωγή συνήθως χρονολογείται επί βασιλείας του Βασιλείου Α΄ Μακεδόνα μεταξύ 879 και 886, βάσει του προοιμίου του ίδιου του κειμένου: « Προοίμιον τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ νόμου τοῦ σύν Θεῷ ἐμφανιζομένου ὑπό Βασιλείου καί Λέοντος καί Ἀλεξάνδρου τῶν παναγάθων καί εἰρηνοποιῶν βασιλέων ». O λόγος για την χρονολόγηση της Εισαγωγής στα χρόνια από το 879 έως το 886 είναι το γεγονός ότι στο προοίμιο αναφέρονται ο Λέων ο ΣΤ΄ και ο Αλέξανδρος ως Συναυτοκράτορες του Βασιλείου Α΄. Η συμβασιλεία αυτή διήρκεσε από το 879 έως το 886. Ο Schminck πρότεινε ως έτος εκδόσεώς της το έτος 885-886. Στο ζήτημα της χρονολογήσεως της Εισαγωγής, η συμβασιλεία του Λέοντα ΣΤ΄ του Σοφού έχει παίξει βασικό ρόλο. Εθεωρείτο δεδομένο ότι τα χρόνια από το 879 έως το 886 ο Λέων ΣΤ΄ ήταν Συναυτοκράτορας του Βασιλείου Α΄ χωρίς διακοπή. Η υπόθεση όμως αυτή μπορεί να αμφισβητηθεί με βάση κάποια γεγονότα τα οποία συνέβησαν στα τελευταία χρόνια της ζωής του Βασιλείου Α΄, τα οποία οδήγησαν τον Βασίλειο Α΄ στη σύλληψη του υιού του Λέοντα ΣΤ΄ του Σοφού, με αποτέλεσμα την αποστέρησή του από τα σύμβολα του αυτοκρατορικού αξιώματος. Με βάση τις περιγραφές των πηγών, μπορεί να συναχθεί ότι κατά τη διάρκεια της φυλακίσεώς του, η οποία ( μετά από μελέτη των σχετικών πηγών) διήρκεσε τρία χρόνια, ο Λέων ΣΤ΄ δεν ήταν Συναυτοκράτορας. Συνεπώς η Εισαγωγή δεν μπορεί να έχει εκδοθεί μέσα σε αυτήν την περίοδο. Η Εισαγωγή πρέπει να εκδόθηκε κατά τον Van Bochove κατά την περίοδο μεταξύ της 3ης Μαρτίου 880 και του καλοκαιριού του 883, πιθανότατα όμως στην αρχή αυτής της περιόδου. Η Σύνοδος που συγκροτήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 879 αποτέλεσε το απώγειο της εκκλησιαστικής σταδιοδρομίας του Φωτίου. Η παπική και οι πατριαρχικές αναγνωρίσεις της κανονικότητας του Φωτίου, καθώς και η αυτοκρατορική επικύρωση αυτής της αναγνωρίσεως, μας καθοδηγούν στη χρονολόγηση της Εισαγωγής το έτος 880.

                  ΧΡΟΝΟΛΟΓΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΠΡΟΧΕΙΡΟ ΝΟΜΟ

Τα πρώτα χρόνια της βασιλείας του ο Βασίλειος Α΄ ο Μακεδών εξέδωκε ένα νομικό βιβλίο κοινώς γνωστό ως Πρόχειρος Νόμος. Αυτό το νομικό βιβλίο χρονολογείται παραδοσιακά μεταξύ των ετών 870-879, μερικές φορές με περαιτέρω χρονικούς προσδιορισμούς. Στη μελέτη του ο Schminck θεώρησε πως ο Πρόχειρος Νόμος εκδόθηκε το έτος 907, επομένως κατά τη διάρκεια της βασιλείας του γιου του Βασιλείου Α΄, Λέοντα ΣΤ΄ του Σοφού. Η παραδοσιακή χρονολόγηση του Προχείρου Νόμου στηρίζεται στη χρονολόγηση αριθμού χειρογράφων που διασώζουν αυτό το νομικό βιβλίο και κυρίως το Προοίμιο του ίδιου του Πρόχειρου Νόμου. Ο επαναπροσδιορισμός της χρονολογήσεως του βιβλίου στη βασιλεία του Λέοντα ΣΤ΄ από τον Schminck προκαλεί την υποχρεωτική επανεκτίμηση των δεδομένων. Υπάρχουν τέσσερα χειρόγραφα που αμφισβητούν μία χρονολόγηση του Προχείρου Νόμου στο έτος 907: o Kοϊσλιανός Κώδικας, ο Παρισινός Κώδικας, ο Κώδικας Waldstein και ο Λαυδιανός Κώδικας. Εξετάζοντας στη συνέχεια το προοίμιο του Προχείρου Νόμου, τούτο αναφέρεται σε τρεις Αυτοκράτορες ονομαστικά: το Βασίλειο Α΄ το Μακεδόνα, τον Κωνσταντίνο και το Λέοντα ΣΤ΄ το Σοφό.

«Ἐν ὀνόματι τοῦ δεσπότου Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν αὐτοκράτορες, καίσαρες Βασίλειος, Κωνσταντῖνος καί Λέων εὐτυχεῖς, εὐσεβεῖς, ἔνδοξοι, νικηταί, τροπαιοῦχοι, ἀεισέβαστοι, πιστοί αὔγουστοι».

Με βάση τα ονόματα των τριων αυτών Αυτοκρατόρων, ο Van Bochove κατέληξε στο ότι το νομικό αυτό βιβλίο πρέπει να εκδόθηκε κατά τη διάρκεια της κοινής τους βασιλείας, δηλαδή μεταξύ των ετών 870 και 879. Για την απόλυτη χρονολόγηση του Προχείρου Νόμου μόνο το όνομα του Βασιλείου Α΄ του Μακεδόνα είναι προέχουσας σημασίας.  

 ΕΚΛΟΓΗ , ΠΡΟΧΕΙΡΟΣ ΝΟΜΟΣ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Η ΜΕΤΑΞΥ ΤΟΥΣ ΣΧΕΣΗ

Ο Thomas Ernst van Bochove ασχολήθηκε με τη νομική φύση και τη σχέση μεταξύ του Προχείρου Νόμου και της Εισαγωγής. Οι πρόλογοι και των δύο νομικών κειμένων αναφέρονται στην Εκλογή. Πώς μπορούμε να το εξηγήσουμε αυτό; Στο παρελθόν, η Εισαγωγή χαρακτηριζόταν ως μία αναθεωρημένη και επηυξημένη έκδοση του Προχείρου Νόμου. Η σκέψη αυτή στηριζόταν στην προηγούμενη ονομασία της Εισαγωγής, δηλ. Επαναγωγή. Η άποψη αυτή αμφισβητήθηκε από τον Schminck. Ο όρος Εισαγωγή απαντάται σε πέντε χειρόγραφα, ενώ το προηγούμενο μόνο σε ένα. Επιπλέον ο όρος «Επαναγωγή» δε σημαίνει «δεύτερη έκδοση», αλλά «επιστροφή».Το όνομα «Εισαγωγή» δείχνει να αφαιρεί κάθε έρεισμα της θεωρήσεως ότι το νομικό αυτό βιβλίο είναι μία δεύτερη έκδοση του Προχείρου Νόμου. Τα προβλήματα αυτά εμφανίζονται ήδη στους προλόγους των δύο νομικών βιβλίων καθώς επίσης και στο περιεχόμενό τους συνολικά. Στο κεφάλαιο αυτό θα ασχοληθούμε με τους προλόγους διεξοδικά και τούτο διότι οι δύο αυτοί πρόλογοι μας πληροφορούν για το σκοπό, τη λειτουργικότητα και τη φύση των δύο νομικών βιβλίων. Στον πρόλογο του Προχείρου Νόμου διαβάζουμε : « Ἐντεῦθεν τοιγαροῦν καί τοῖς πολλοῖς ὄκνον ἐνεποίει ὁ περί αὐτούς πόνος διό τινές μέν τῶν περί τά τοιαῦτα ἐσχολακότων τά πλεῖστα πρός τό σαφέστερον ἤγαγον, ἄλλοι δέ καί τινα τῆς προσηκούσης ἠξίωσαν διορθώσεως, ἔτι γε μήν καί παρήκασι καί σιγῇ παντελεῖ καθυπέβαλον. Καί ἐπειδή ἡ τούτων διδασκαλία τοῖς πᾶσιν ἀναγκαία ὑπάρχει, τί ἄν ἐπινοήσαιμεν, ὥστε καί τῶν ἀνθρώπων τόν ὄκνον ἀποθέσθαι καί τήν τῶν νόμων διδασκαλίαν εὔληπτον ποιῆσαι ; Οὐδέν ἕτερον ἤ ἐγκύψαι εἰς τό πλῆθος τῆς γραφῆς τῶν νόμων καί ἐξ ἑκάστου βιβλίου τά ἀναγκαῖα καί χρειώδη καί συχνῶς ζητούμενα ἀναλέξασθαι καί ταῦτα κεφαλαιωδῶς ἐν τῷδε τῷ προχείρῳ νόμῳ ἐγγράψασθαι, μή παραλιπόντες σχεδόν, ὅσα τοῖς πολλοῖς ἐν γνώσει καθίστασθαι δίκαιον.Καί τό μέν πλάτος εἰς συμμετρίαν περιεστείλαμεν, τῶν δέ ῥωμαϊκῶν λέξεων τήν συνθήκην εἰς τήν ἑλλάδα γλῶσσαν μετεποιήσαμεν, τῶν τε παραπεποιημένων νομίμων ἀνακαινισμόν ἐθέμεθα καί τινα τῶν δεομένων διορθώσεως πρός κρείττονα λυσιτέλειαν μετηγάγομεν. Ἔτι δέ καί, περί ὧν οὐκ ἐγέγραπτο νόμος, καινήν ποιήσασθαι τήν νομοθεσίαν ἐσπεύσαμεν, ὡς ἄν μετά τοῦ σαφοῦς καί συμμέτρου καί ὀρθοῦ λόγου μηδέ τό ἐλλεῖπον τῶν νόμων ἡμᾶς διαφύγοι. Καί ταῦτα ἀναλεξάμενοι ἐν ὅλοις τεσσαράκοντα τίτλοις τήν διάκρισιν τῆς τοιαύτης νομοθεσίας πεποιήκαμεν». Στον πρόλογο αναφέρεται ότι οι νομικοί όροι έχουν μεταφραστεί από τα λατινικά στα ελληνικά. Υπάρχει σαφής αναφορά στους εξελληνισμούς. Νόμοι που περιείχαν λάθη διορθώθηκαν. Νόμοι που χρειάζονταν βελτιώσεις, αναδιαρθρώθηκαν. Η μεγάλη μάζα των νόμων μειώθηκε. Ο συντάκτης του Προχείρου Νόμου μας πληροφορεί ότι το «πλάτος» του νόμου έχει πρόσφατα εκκαθαρισθεί. Οι στ.57-59 του προλόγου μας λένε ότι ο Πρόχειρος Νόμος περιλαμβάνει σαράντα τίτλους. Δεύτερον, ο συντάκτης του Προχείρου Νόμου αναφέρει στους στ. 48-49 ότι επέλεξε από κάθε βιβλίο τα αναγκαία, χρήσιμα και συνήθως χρησιμοποιούμενα τμήματα. Τρίτον, υπάρχει η αναφορά στη νέα νομοθεσία στους στ. 55-57. Νέες διατάξεις υπάρχουν στον Πρόχειρο Νόμο και χαρακτηρίζονται ξεκάθαρα ως νέες. Πρόκειται για τα χωρία Πρόχ. Ν 4,22-27, Πρόχ. Ν. 11,4, Πρόχ. Ν. 14,11, Πρόχ. Ν. 16,14, Πρόχ. Ν. 33,30-32 και Πρόχ. Ν. 34,17. Οι νέες αυτές ρυθμίσεις έχουν ένα διατακτικό που προσδίδει νομική ισχύ στην υπόψη διάταξη. Τις περισσότερες φορές η αυτοκρατορική βούληση εκφράζεται στις νέες διατάξεις με τις φράσεις «κελεύομεν», «θεσπίζομεν», «ἀπαγορεύομεν». Εκτός από τις φράσεις αυτές χρησιμοποιείται και η προστακτική έγκλιση. Για τους Βυζαντινούς η νομική ισχύς του Προχείρου Νόμου ήταν πέρα και πάνω από κάθε αμφισβήτηση. Όπως γνωρίζουμε, ο Βασίλειος Α΄ εξέδωσε και δεύτερο νομικό βιβλίο, την Εισαγωγή. Ο πρόλογος στο νομικό αυτό βιβλίο, μας ενημερώνει αμέσως και ξεκάθαρα για το σκοπό, τη λειτουργία και τη νομική φύση της Εισαγωγής. Το σχετικό χωρίο είναι το εξής: « (….), ἐκ τῶν εἰρημένων τεσσαράκοντα βίβλων τῶν προκεκριμένων ὡς θεοδίδακτων νόμων ἐκλεξαμένη ἐν τεσσαράκοντᾳ τίτλοις ἰσαρίθμως ταῖς βίβλοις, ἐν χερσί φέρειν σωτήριον καί ψυχωφελῆ νόμον καί σύντομον καί σαφῆ καί εἰσαγωγικόν ἐκείνων τῶν ἐν ταῖς τεσσαράκοντα βίβλοις κειμένων ὑμῖν ἐφιλοτιμήσατο.Καί τοῦτον τόν νόμον αὐτοκρατορικῶς τε καί παντοκρατορικῶς πάντων τῶν ὑπό τήν ἐξουσίαν ἡμῶν πιστῶν ἀνδρῶν κρατεῖν κελεύομεν». Οι στ. 41-42 περιέχουν το διατακτικό (dispositio) που προσδίδει ισχύ νόμου σε ολόκληρη την Εισαγωγή. Το διατακτικό αυτό καθιστά τον πρόλογο αυτοκρατορική διάταξη, την εισαγωγική διάταξη της Εισαγωγής. Η ίδια η Εισαγωγή είναι μία επιλογή, μία εκλογή κανόνων δικαίου, από μία επιτομή νόμων αποτελούμενη από σαράντα βιβλία. Τα σαράντα αυτά βιβλία αποτελούνταν από παλιές δηλαδή ιουστινιάνειες διατάξεις. Η Εκλογή αποδοκιμαζόταν γενικώς, πιθανώς μόνον επειδή είχε εκδοθεί από εικονοκλάστες Αυτοκράτορες και όχι τόσο λόγω του περιεχομένου της. Ο Βασίλειος Α΄ υποδηλώνει για ποιο λόγο απορρίπτει την Εκλογή. Θεωρεί το νομικό αυτό βιβλίο ως ακατάλληλο για τη διδασκαλία των νόμων των ευσεβών νομοθετών των παλαιοτέρων εποχών. Ο Βασίλειος Α΄ ήθελε να αντικαταστήσει την Εκλογή εξολοκλήρου με τον Πρόχειρο Νόμο. Παρόλα αυτά, ο πρόλογος του Προχείρου Νόμου δεν περιέχει ούτε μία φράση που να καταργεί ρητά την Εκλογή. Η Εκλογή, όμως, χαρακτηρίζεται ως ανατροπή, δηλαδή καταστροφή των καλών στοιχείων, γι’αυτό και είναι άχρηστη. Κατά τους στ. 65-68 δεν έχει νόημα το να εμμένει κανείς στις διατάξεις της Εκλογής. Οι ίδιοι οι στίχοι επαρκούν για τη θεμελίωση του συμπεράσματος ότι ο Βασίλειος Α΄ ήθελε να αντικαταστήσει την Εκλογή εξ ολοκλήρου. Και ο πρόλογος της Εισαγωγής αναφέρεται και αυτός στην Εκλογή. Στους στ. 33-34 διαβάζουμε: « (…) νῦν δέ τάς ἐπί ἐναντιώσει τοῦ εἰρημένου θείου δόγματος καί ἐπί καταλύσει τῶν σωστικῶν νόμων παρά τῶν Ἰσαύρων φληναφίας ἐκτεθείσας πάντη ἀποβαλομένη καί ἀπορρίψασα (…)». Επίσης, ο πρόλογος της Εισαγωγής δίνει έμφαση στο ότι ένας καλός νόμος πρέπει να εκδίδεται από ορθόδοξους και δίκαιους Αυτοκράτορες. Και η Εκλογή δεν πληρούσε αυτό το κριτήριο λόγω των εικονομαχικών φρονημάτων του Λέοντα Γ΄ και του Κωνσταντίνου Ε΄. Ο Πρόχειρος Νόμος και η Εισαγωγή υιοθέτησαν αρκετές διατάξεις της Εκλογής. Και τα δύο αυτά βιβλία περιέχουν διατάξεις ποινικού δικαίου που δεν ανάγονται στην ιουστινιάνεια νομοθεσία, αλλά στο δίκαιο της Εκλογής. Κατά τον Schminck, το γεγονός ότι ο Πρόχειρος Νόμος και η Εισαγωγή υιοθέτησαν διατάξεις της Εκλογής, είναι ανεξήγητο αν δεχθούμε ότι ο Βασίλειος Α΄ ήθελε να αντιδράσει κατά της Εκλογής. Είναι πράγματι ακατανόητο αυτό; Είναι πολύ πιθανόν ότι ο Βασίλειος Α΄ ήθελε να αντικαταστήσει εξολοκλήρου την Εκλογή με τον Πρόχειρο Νόμο, αλλά και πάλι συμφωνούσε με κάποια τμήματα της Εκλογής. Προφανώς ο Βασίλειος Α΄ είχε την άποψη ότι τα τμήματα αυτά, με το να ενσωματωθούν στον Πρόχειρο Νόμο, γίνονταν μέρος της δικής του νομοθεσίας. Επιπλέον, είναι πιθανόν ότι ο Πρόχειρος Νόμος ενέπνευσε στο Φώτιο τη σύνθεση ενός δικού του νομικού βιβλίου, δηλαδή της Εισαγωγής. Συνθέτοντάς το, ο Φώτιος θεώρησε απαραίτητο να περιλάβει στον πρόλογο της μία πρόταση που επισήμως να προσδίδει ισχύ νόμου στο νομικό αυτό βιβλίο. Ως αποτέλεσμα της επίσημης απονομής νομικής ισχύος στην Εισαγωγή, οι διατάξεις που υιοθετήθηκαν από την Εκλογή έγιναν κανόνες δικαίου προερχόμενοι από τον Βασίλειο Α΄. Επιπλέον, με τον πρόλογο της Εισαγωγής θέσπισε τη σαφή κατάργηση της Εκλογής. Με την έννοια αυτή, κατά τον Van Bochove, η Εισαγωγή μπορεί να θεωρείται ως μία δεύτερη, βελτιωμένη έκδοση του Προχείρου Νόμου.  

 ΑΡΕΘΑΣ, ΠΡΟΧ. Ν. 4,25 ΚΑΙ ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΗΣ ΤΕΤΡΑΓΑΜΙΑΣ ΤΟΥ ΛΕΟΝΤΑ ΣΤ΄

Αναφέραμε ήδη ότι ο Schminck πρότεινε τη χρονολόγηση του Προχείρου Νόμου το έτος 907. Αυτό το οποίο τον έκανε να προτείνει το έτος αυτό, ήταν τα συμβάντα αναφορικά με τον τέταρτο γάμο του Λέοντα ΣΤ΄ του Σοφού με τη Ζωή Καρβωνοψίνα . Ο τέταρτος και τελευταίος γάμος του Λέοντα ΣΤ΄ συνήφθη μετά την 9η Ιανουαρίου 906. Με το γάμο αυτό ο Λέων ΣΤ΄ σκόπευε να νομιμοποιήσει το γιο του από τη Ζωή. Το παιδί αυτό, ο μελλοντικός Αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Ζ΄, είχε βαπτιστεί στις 6 Ιανουαρίου 906 από τον Πατριάρχη Νικόλαο Α΄ το Μυστικό. Ο γάμος με τη Ζωή θεωρήθηκε αντικανονικός από την Ορθόδοξη Εκκλησία, για την οποία η σύναψη τέταρτου γάμου αποτελούσε πάντα παραβίαση του κανονικού δικαίου. Ο λόγος για τον οποίο ο Πρόχειρος Νόμος ενεπλάκη στο θέμα της τετραγαμίας του Λέοντα ΣΤ΄, είναι το γεγονός ότι ο νόμος αυτός περιέχει μία σαφή απαγορευτική διάταξη του τετάρτου γάμου. Κατά τον Van Bochove, η απαγόρευση αυτή είναι μία από τις νέες ρυθμίσεις του Βασιλείου Α΄. Η απαγόρευση του τέταρτου γάμου βρίσκεται στο Προχ. Ν. 4,25. Το διατακτικό της διάταξης αυτής έχει ως ακολούθως: « διά τοῦτο ἡ ἡμετέρα γαληνότης , ταῖς ἀνειμέναις τῶν ἐρώντων ἐπιθυμίαις ἐπιθεῖναι χαλινόν βουλομένη, τοσοῦτον ἀπαγορεύει τό πρός τέταρτον συνοικέσιον ἀφικέσθαι τινά, ὥστε καί τούς εἰς τρίτον ἐλθόντας τοῖς ἐκκλησιαστικοῖς παραπέμπει κανόσιν. ὥστε οὖν τά αὐτά δίκαια προβαίνειν καί ἐπί τοῦ τρίτου συνοικεσίου, ὁπόσα καί ἐπί τοῦ δευτέρου. ἔστω νῦν πᾶσι κατάδηλον, ὡς εἲ τις τολμήσειε πρός τέταρτον γάμον τόν οὐ γάμον ἐλθεῖν, οὐ μόνον ἀντ’οὐδενός ὁ τοιοῦτος νομιζόμενος γάμος λογισθήσεται, οὔτε οἱ ἐξ αὐτοῦ τεχθέντες παῖδες γνήσιοι γνωρισθήσονται, ἀλλά καί ταῖς ποιναῖς τῶν μεμολυσμένων τοῖς τῆς πορνείας ῥυπάσμασι καθυποβληθήσεται, ἀπ’ἀλλήλων δηλονότι τῶν τοιούτων προσώπων διϊσταμένων ». Κατά την άποψη του Οικονομίδη το Προχ. Ν. 4,25 ήταν τμήμα νόμου που εξέδωσε ο Λέων ΣΤ΄ το 907. Ο Οικονομίδης εξέτασε το νόμο αυτό ως μέρος συμφωνίας ανάμεσα στον Αυτοκράτορα και τον Πατριάρχη Ευθύμιο, ο οποίος ενθρονίστηκε το Φεβρουάριο του 907. Το Προχ. Ν. 4,25 είναι η μόνη διάταξη του Βυζαντινού κοσμικού δικαίου, η οποία περιέχει σαφή απαγόρευση του τέταρτου γάμου. Προφανώς ο Οικονομίδης ήθελε να υποδηλώσει ότι το Προχ. Ν. 4,25 δεν μπορούσε να υπάρχει το 906, και κατέληξε ότι πρέπει να ήταν μέρος νόμου του Λέοντα ΣΤ΄, ο οποίος εκδόθηκε το 907. Ο Οικονομίδης χρησιμοποίησε την παραδοσιακή χρονολόγηση του Προχείρου Νόμου, ενώ θεώρησε το Προχ. Ν. 4,24 ( μαζί το Προχ. Ν. 4,26 και 4,27) ως παρέμβλημα στον Πρόχειρο Νόμο, το οποίο προστέθηκε στο νομικό αυτό βιβλίο στις αρχές του δέκατου αιώνα. Ο Schminck δε συμφώνησε με την άποψη του Οικονομίδη ως προς την καταγραφή του Προχ. Ν. 4,25. Υποστήριξε ότι το κεφάλαιο αυτό, όπως και τα άλλα από τον τέταρτο τίτλο του Προχείρου Νόμου, δεν παρέχουν ενδείξεις ανεξάρτητης καταγραφής από το υπόλοιπο βιβλίο ως σύνολο. Επιπλέον, στα χειρόγραφα που διασώζουν το νομικό αυτό βιβλίο, δεν μπορούν να ανιχνευθούν ίχνη μιας παραλλαγής του Προχείρου Νόμου, από την οποία να λείπουν τα υπόψη κεφάλαια. Κατά τον Schminck, το Προχ. Ν. 4,25, δεν είναι απόσπασμα από το νόμο του Λέοντα ΣΤ΄ του 907, αλλά το ίδιο είναι ο νόμος ολόκληρος. Δεν υπάρχει ίχνος ανεξάρτητης Νεαράς που να περιέχει σαφή απαγόρευση του τέταρτου γάμου. Ξεκινώντας από την ομοιομορφία της καταγραφής του νομικού βιβλίου στα χειρόγραφα , ο Schminck κατέληξε στο ότι ο σύνολος Πρόχειρος Νόμος πρέπει να χρονολογηθεί στο έτος 907. Ο Οικονομίδης συνήγαγε την ύπαρξη του νόμου του Λέοντα ΣΤ΄ από δύο επιστολές του Αρχιεπισκόπου Καισαρείας Αρέθα στο Λέοντα ΣΤ΄, τα scripta minoraNo. 68 και 69. Ο Οικονομίδης θεώρησε τις δύο επιστολές ως ανεξάρτητες μαρτυρίες και κατέληξε ότι στα 906 ο Αρέθας δεν ήταν γνώστης νόμου που να αναφέρεται στον τέταρτο γάμο, απλά γνώριζε νόμους, οι οποίοι καταδίκαζαν τον τρίτο γάμο και θεωρούσε πως οι ίδιοι νόμοι είχαν εφαρμογή και στην τέταρτη ένωση. Αναφέρονται δύο νόμοι, ένας, ο οποίος ενσωματώθηκε στην εκκαθάριση της πολιτικής νομοθεσίας και δημοσιεύθηκε πριν ανέβει στο θρόνο ο Λέων ΣΤ΄, και ένας νόμος, ο οποίος εκδόθηκε από το Λέοντα ΣΤ, τον ίδιο. Στην παράγραφο από το scriptum minus No. 68, ο Αρέθας αναφέρει ότι πουθενά δε μνημονεύεται σαφώς τέταρτος γάμος. Αναφέρει ότι αυτοί οι οποίοι ανακάθαραν τους παλαιούς νόμους απέκλεισαν τον τέταρτο με το να καταδικάσουν τον τρίτο. Δεν ξεκαθαρίζει όμως τι εννοεί «παλαιοί νόμοι». Μπορούμε να υποθέσουμε ότι αναφερόταν σε μία ανακάθαρση της νομοθεσίας του Ιουστινιανού. Ο Αρέθας μπορεί να είχε κατά νου κάποια από αυτές τις ρυθμίσεις όταν έγραφε την επιστολή του στο Λέοντα ΣΤ΄. Η φράση «ἀνακαθάραντες» δείχνει ότι ο Αρέθας δε χρησιμοποιούσε την αυθεντική ιουστινιάνεια νομοθεσία, αλλά την ανακεκαθαρμένη μορφή της, μέσω των Βασιλικών. Και οι δύο νόμοι μνημονεύονται στο scriptum minus No. 69. Ο νόμος του Λέοντος ΣΤ΄ είναι η Νεαρά 90. Στη Νεαρά αυτή, ο Λέων ΣΤ΄ όριζε ότι όσοι τελούσαν τρίτο γάμο, υπόκεινται στην ποινή που όριζε εναντίον τους ο σχετικός Ιερός Κανόνας. Όμως, η Νεαρά Λέοντος 90 ούτε αμφισβητεί την εγκυρότητα του τρίτου γάμου, μετά την τέλεσή του, ούτε αμφισβητεί τη νομιμότητα των παιδιών που γεννήθηκαν από ένα τέτοιο γάμο. Όσον αφορά τον άλλο νόμο, ο Οικονομίδης ταύτισε το νόμο αυτό με μία Νεαρά που εξέδωσε η Αυτοκράτειρα Ειρήνη (792-802), με την οποία ο τρίτος και οι επόμενοι γάμοι χαρακτηρίζονται παράνομοι ως αντίθετοι με τις αποστολικές διαταγές. Υποστήριξε ότι η Νεαρά αυτή εκδόθηκε πριν την άνοδο του Λέοντα ΣΤ΄ στο θρόνο το 886. Καταλήγει λοιπόν ο Van Bochove ότι στην παράγραφο από το scriptum minus No. 68 – ο Αρέθας αναφέρθηκε στην ιουστινιάνεια νομοθεσία στην κεκαθαρμένη μορφή της. Στην παράγραφο από το scriptum minus No. 69, ο Αρέθας αναφερόταν άμεσα στη Νεαρά Λέοντος 90. O Van Bochove υποστηρίζει ότι το Προχ. Ν. 4,25 είναι μία από τις νέες διατάξεις του Βασιλείου Α΄, δεν αιτιολογεί όμως επαρκώς την άποψή του.

«ΤΟΥ ΗΜΕΤΕΡΟΥ ΕΥΣΕΒΟΥΣ ΒΑΣΙΛΕΩΣ»

ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΤΗΣ ΕΙΣΑΓΩΓΗΣ

Μία από τις σπουδαιότερες διαφορές μεταξύ των χειρογράφων του Προχείρου Νόμου και αυτών της Εισαγωγής είναι το γεγονός ότι τα χειρόγραφα του Προχείρου Νόμου δεν περιέχουν σχόλια, σε αντίθεση με τα χειρόγραφα της Εισαγωγής. Στο παρελθόν θεωρούνταν δεδομένο ότι τα σχόλια προστέθηκαν στο κείμενο της Εισαγωγής αμέσως ή λίγο μετά τη δημιουργία της. Ο κύριος λόγος για την υπόθεση αυτή ήταν το γεγονός ότι μερικά σχόλια φέρουν την επικεφαλίδα «τοῦ ἡμετέρου βασιλέως» ή «τοῦ ἡμετέρου εὐσεβοῦς βασιλέως».Και οι δύο εκφράσεις θα έπρεπε να αναφέρονται στον Αυτοκράτορα Βασίλειο Α΄ το Μακεδόνα αποκλειστικώς. Ο Schminck ερμήνευσε το γεγονός ότι η Εισαγωγή συνοδεύεται από σχόλια ως ένδειξη ότι η Εισαγωγή δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μία δεύτερη έκδοση του Προχείρου Νόμου. Η προσθήκη σχολίων στην Εισαγωγή δείχνει μάλλον ότι ήταν ένα νομικό βιβλίο υποκείμενο σε αναθεώρηση και ότι η αναθεώρηση αυτή είχε ως αποτέλεσμα τον Πρόχειρο Νόμο. Οι παρατηρήσεις του σχολιαστή λαμβάνονται επανειλημμένα υπόψη στο κείμενο του ΠροχείρουΝόμου. Επιπλέον, όλα τα σχόλια που αναφέρουν κάποια αλλαγή, ακύρωση ή καινοτομία ξεχωριστών κεφαλαίων της Εισαγωγής, αναφέρονται στα αντίστοιχα κεφάλαια του Προχείρου Νόμου. Όσον αφορά στη χρονολόγηση των σχολίων ο Schminck παρατήρησε ότι είναι απίθανο να γράφηκαν κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Βασιλείου Α΄. Η ίδια η Εισαγωγή εκδόθηκε λίγο πριν το θάνατο του Βασιλείου Α΄. Κανείς, φυσικά, δεν θα τολμούσε να ασκήσει κριτική στο νομικό αυτό βιβλίο ενόσω ζούσε ο Βασίλειος Α΄. Επομένως, όταν ο σχολιαστής χρησιμοποιεί τη φράση « τοῦ βασιλέως » δεν αναφέρεται στο Βασίλειο Α΄, ο οποίος εξέδωσε την Εισαγωγή, ενώ προσθέτοντας τον σχολιασμό « τοῦ ἡμετέρου », ο σχολιαστής προφανώς θα ήθελε να υποδηλώσει ότι ο Αυτοκράτορας που κυβερνούσε στις ημέρες του, δεν ήταν ο ίδιος με αυτόν που εξέδωσε την Εισαγωγή, δηλαδή τον Βασίλειο τον Α΄. Κατά τον Schminck, ο σχολιαστής έγραψε τα σχόλιά του κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Λέοντα ΣΤ΄ του Σοφού, ή λίγο μετά το θάνατό του. Στις απόψεις του Schminck υπάρχει επιστημονικός αντίλογος. Αναφέραμε ήδη ότι ο ΠρόχειροςΝόμος προηγείται της Εισαγωγής. Κάθε ερμηνεία των σχολίων στο δεύτερο νομικό βιβλίο πρέπει να ξεκινά με βάση τη χρονική αυτή προτεραιότητα του Προχείρου Νόμου. Ο σχολιαστής προφανώς συνέκρινε τα κείμενα και των δύο νομικών βιβλίων. Κατά τη διαδικασία της συγκρίσεως παρατήρησε διαφορές και ασυμφωνίες στο κείμενο της Εισαγωγής και τις κατέγραψε. Παρατήρησε, επίσης, ότι η Εισαγωγή δεν περιείχε τις νέες διατάξεις που είχαν εκδοθεί με τον Πρόχειρο Νόμο. Ο σχολιαστής διόρθωσε την παράλειψη αυτή προσθέτοντας τις νέες αυτές διατάξεις στο κύριο κείμενο της Εισαγωγής μέσω των σημειώσεών του. Πώς δικαιολογούνται όμως τα σχόλια που σημειώνουν μία αλλαγή, ακύρωση ή υποκατάσταση κεφαλαίων της Εισαγωγής και που αναφέρονται στην ανταπόκριση σε κεφάλαια του Προχείρου Νόμου; Στις περιπτώσεις αυτές , δεν είναι σε καμία περίπτωση, το κείμενο της Εισαγωγής που σχολιάζεται, αλλά το κείμενο της πηγής της, δηλαδή της ιουστινιάνειας νομοθεσίας. Ο σχολιαστής ασκεί κριτική στο συντάκτη της Εισαγωγής για το ότι υιοθέτησε την αρχική ιουστινιάνεια νομοθεσία χωρίς αλλαγές και χωρίς να λάβει υπόψη του τις μεταβολές που επήλθαν στη νομοθεσία αυτή μετά την έκδοση του Προχείρου Νόμου. Για το λόγο αυτό ο σχολιαστής καταγράφει τα σχετικά κεφάλαια του Προχείρου Νόμου. Αυτό που εμείς έχουμε σήμερα, είναι το κείμενο της Εισαγωγής όπως καθιερώθηκε από το Φώτιο, συνοδευμένο από κριτικές παρατηρήσεις του σχολιαστή. Στην κριτική του για την Εισαγωγή, ο σχολιαστής πιθανό να υπερτόνισε την ανάμειξη του Φωτίου, στη δημιουργία του νομικού αυτού βιβλίου. Αυτός μπορεί να είναι και ο λόγος για τον οποίο ο σχολιαστής χρησιμοποίησε τη φράση « τοῦ ἡμετέρου βασιλέως » στις παρατηρήσεις του, όταν δηλαδή αναφερόταν σε διατάξεις που περιέχονται στο Πρόχειρο Νόμο. Ο σχολιαστής απλά ήθελε να κάνει διάκριση μεταξύ του Αυτοκράτορα που εξέδωσε την Εισαγωγή και του προσώπου που τη συνέταξε. Όσον αφορά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο σχολιαστής έγραψε τα σχόλιά του, πιθανολογείται το διάστημα μεταξύ της εκδόσεως της Εισαγωγής και της Συλλογής Νεαρών του Λέοντα ΣΤ΄ του Σοφού. Τα σχόλια δεν περιέχουν οποιαδήποτε αναφορά στις Νεαρές του Λέοντα ΣΤ΄ του Σοφού, γεγονός παράδοξο αν θεωρηθεί ότι τα σχόλια γράφηκαν στις ημέρες του Λέοντα ΣΤ΄. 

 ΕΝΑ ΚΕΙΜΕΝΟ, ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΛΛΑΓΕΣ;

ΤΑ ΕΞΗΚΟΝΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ ΛΕΟΝΤΑ ΣΤ΄, ΤΑ ΒΑΣΙΛΙΚΑ ΚΑΙ ΤΟ FLORILEGIUM AMBROSIANUM

Τα πρώτα χρόνια της βασιλείας του, ο Λέων ΣΤ΄ ο Σοφός εξέδωσε μία μεγάλη συλλογή νόμων, διαιρεμένη σε εξήντα βιβλία και βασισμένη στη νομοθεσία του Ιουστινιανού. Η συλλογή αυτή είναι γνωστή ως τα Βασιλικά. Όμως μεταγενέστερες έρευνες διακρίνουν μεταξύ των Βασιλικών και μιας συλλογής του Λέοντα ΣΤ΄, που αναφέρεται ως τα Εξήκοντα Βιβλία. Η συλλογή νόμων του Λέοντα ΣΤ΄ δε βασίζεται εξ ολοκλήρου στην ιουστινιάνεια νομοθεσία. Υπάρχει ένας αριθμός κεφαλαίων που το κείμενό τους ανατρέχει στον Πρόχειρο Νόμο. Τα υπόψη κεφάλαια βρίσκονται στο εξηκοστό βιβλίο. Προσπαθούμε να συγκρίνουμε το πρόβλημα των ομοιοτήτων του κειμένου των Βασιλικών και των Εξήκοντα Βιβλίων του Λέοντα ΣΤ΄, με βάση τα κεφάλαια αυτά του Προχείρου Νόμου. Ειδική αναφορά γίνεται στη συλλογή νόμων Florilegium Ambrosianum, η οποία αποτελεί μία ανθολογία κεφαλαίων από όλα τα κεφάλαια των Βασιλικών. Ο Schminck διακρίνει μεταξύ των Εξήκοντα Βιβλίων και των Βασιλικών. Ποια ακριβώς είναι η μεταξύ τους διαφορά ; Πρώτον, τα Εξήκοντα Βιβλία συντάχθηκαν κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Λέοντα ΣΤ΄, ενώ τα Βασιλικά περίπου 150 χρόνια αργότερα. Δεύτερον, τα Εξήκοντα Βιβλία στερούνται σχολίων, ενώ τα Βασιλικά περιέχουν μεγάλο αριθμό σχολίων. Κατά τον Schminck τα σχόλια οφείλουν την ύπαρξή τους στην αναγέννηση της νομικής σχολής της Κωνσταντινουπόλεως, η οποία ενθαρρύνθηκε από τον Αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Θ΄ το Μονομάχο στα μέσα του ενδέκατου αιώνα υπό την καθοδήγηση του νομοφύλακα Ιωάννη Ξιφιλίνου. Υπό την καθοδήγησή του, τα επονομαζόμενα παλαιά σχόλια εμπλουτίσθηκαν με πολλά νεώτερα σχόλια, ώστε να αποτελέσουν ένα ενιαίο σχολιασμό στο κείμενο των Βασιλικών. Τρίτον, το κείμενο των Εξήκοντα Βιβλίων και αυτό των Βασιλικών δεν είναι τα ίδια. Ο Schminck κατέληξε στο ότι τα Βασιλικά κατά το μεγαλύτερό τους μέρος συμφωνούν με τα Εξήκοντα Βιβλία, αλλά υπάρχουν και σημαντικές διαφορές ακόμα και σε λεπτομέρειες. Κατά την άποψη του Schminck, το κείμενο του εξηκοστού βιβλίου των Βασιλικών μπορεί να διαφέρει σημαντικά από το κείμενο του εξηκοστού βιβλίου των Εξήκοντα Βιβλίων. Ο Schminck θεωρεί το Florilegium Ambrosianum ως μία από τις παλαιότερες μαρτυρίες του κειμένου των Εξήκοντα Βιβλίων του Λέοντα ΣΤ΄. Κατά τον Van Bochove καταγραφή κεφαλαίων του Προχείρου Νόμου στο Florilegium Ambrosianum, στον κώδ. Paris. gr. 1350 και στην αρχική γραφή του κώδ.Vatic. gr. Pii Secundi 15 δεν ενισχύει την ιδέα ότι υπήρχε σημαντική διαφορά μεταξύ του κειμένου του εξηκοστού βιβλίου των Εξήκοντα Βιβλίων και του αντιστοίχου των Βασιλικών. Η ίδια η συλλογή Florilegium Ambrosianum δεν μπορεί να θεωρηθεί ως άμεση μαρτυρία του κειμένου των Εξήκοντα Βιβλίων του Λέοντα ΣΤ΄. Μάλλον αντιπροσωπεύει ένα αρχικό στάδιο στη δημιουργία της συλλογής νόμων του Λέοντα ΣΤ΄( άποψη του Van Bochove αρκετά πρωτότυπη και τολμηρή). 

                    EISAGOGE CUM PROCHIRO COMPOSITA

Η Eisagoge cum Prochiro composita ( EPc ) είναι ένα νομικό βιβλίο του οποίου ο συγγραφέας παραμένει ανώνυμος και το οποίο συντάχθηκε με βάση την Εισαγωγή και τον Πρόχειρο Νόμο. Η EPc παλαιότερα ονομαζόταν Epanagoge cum Prochiro composita, αλλά ο Schminck απέδειξε ότι η Επαναγωγή δεν ονομαζόταν Επαναγωγή, αλλά Εισαγωγή. Η φράση Eisagogecum Prochiro composita απλώς υποδηλώνει τις πηγές του νομικού αυτού βιβλίου. Tα χειρόγραφα της EPc περιέχουν έναν αριθμό νέων διατάξεων που θεσπίστηκαν με τον Πρόχειρο Νόμο. Το γεγονός ότι κάποιες από τις νέες διατάξεις που θεσπίζονται με τον Πρόχειρο Νόμο εμφανίζονται και στην EPc δείχνει καθαρά ότι ο Πρόχειρος Νόμος είναι μία από τις συστατικές πηγές της EPc. Πρόσφατα ο Schminck πρότεινε τη χρονολόγηση της EPc στο πρώτο μισό του δέκατου αιώνα, λίγο μετά το θάνατο του Λέοντα ΣΤ΄το 912. Με βάση τη μαρτυρία του κώδ. Waldstein μπορούμε να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι υπήρχαν ταυτόχρονα δύο διαφορετικές παραλλαγές της EPc. Η παλαιότερη αντιπροσωπεύεται από τους κώδ. Vatic. Pal. Gr.19 και Laurent. Plut. LXXX, 6 και χαρακτηρίζεται από την απουσία αποσπασμάτων των Βασιλικών. Η άλλη παραλλαγή χαρακτηρίζεται από την προσθήκη χωρίων των Βασιλικών στο κύριο κείμενο της EPc. Η παραλλαγή αυτή αντιπροσωπεύεται από τους κώδ. Waldstein και κώδ. Paris. gr. 1367, φ. 1r- 37v . Ποια παραλλαγή της EPc είναι η αρχαιότερη; Ο Simon κατέληξε ότι η παραλλαγή που περιέχει αποσπάσματα από τα Βασιλικά είναι η νεώτερη. Κατά το Simon , αυτό συνάγεται από τον τρόπο με τον οποίο έχουν παρεμβληθεί στο κύριο κείμενο της EPc τα αποσπάσματα αυτά. Επιπλέον, υποστήριξε ότι αντίγραφα της EPc μπορεί να υπήρχαν και πριν τη γέννηση των Βασιλικών. Τελικά, χρονολόγησε την EPc στον ένατο αιώνα, πριν την ολοκλήρωση του κειμένου των Βασιλικών. Η EPc μπορεί να χρονολογηθεί στο πρώτο μισό του δέκατου αιώνα. Πρέπει μάλλον να συντάχθηκε στα πρώτα χρόνια της βασιλείας του Λέοντα ΣΤ΄ του Σοφού, πριν την έκδοση των Βασιλικών.Κατά τον Van Bochove η EPc προσφέρει μία επιπλέον ένδειξη ότι ο Πρόχειρος Νόμος δεν μπορεί να χρονολογηθεί στα 907.

ΧΑΩΔΗΣ ΑΠΟΚΑΘΑΡΣΗ Η ΑΝΑΚΑΘΑΡΣΗ ΤΩΝ ΠΑΛΑΙΩΝ ΝΟΜΩΝ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ Α΄

 Ο Βασίλειος ο Α΄, εκτός από τον Πρόχειρο Νόμο και την Εισαγωγή, εξέδωσε εκτεταμένες συλλογές νόμων. Γνωρίζουμε για τις συλλογές αυτές από τους προλόγους των δύο ανωτέρω νομικών βιβλίων του Βασιλείου Α΄. Και οι δύο πρόλογοι αναφέρονται σε μία «ἀνακάθαρσιν τῶν παλαιῶν νόμων», αλλά διαβάζουμε για δύο διαφορετικές συλλογές. Ο πρόλογος του Προχείρου Νόμου αναφέρεται σε μία συλλογή διαιρεμένη σε εξήντα βιβλία, ενώ η Εισαγωγή αναφέρει μία συλλογή που περιεχόταν σε σαράντα βιβλία. Ο όρος «ἀνακάθαρσις»χρησιμοποιείται επίσης, στο Βίο Βασιλείου και το Χρονικόν τουΙωάννη Σκυλίτζη. Ο Σκυλίτζης, όμως, προσθέτει, ότι ο Βασίλειος Α΄ δεν κατόρθωσε να ολοκληρώσει την εργασία του στο πεδίο του κοσμικού δικαίου λόγω του πρόωρου θανάτου. Ο Λέων ΣΤ΄ ολοκλήρωσε την εργασία αργότερα. Οι πρόλογοι στα δύο νομικά βιβλία του Βασιλείου Α΄ δε διασαφηνίζουν ποια διαδικασία τηρήθηκε κατά τη διάρκεια της ανακαθάρσεως της ιουστινιάνειας νομοθεσίας. Παραμένει ασαφές το πώς ακριβώς συντάχθηκαν τα εξήντα και τα σαράντα βιβλία. Αν εκλάβουμε κατά γράμμα τους προλόγους του Προχείρου Νόμου και της Εισαγωγής, πρέπει να καταλήξουμε στο ότι ο Βασίλειος Α΄ εκκαθάρισε την ιουστινιάνεια νομοθεσία δύο φορές. Και οι δύο πρόλογοι παρουσιάζουν και τις δύο εκκαθαρίσεις ως ολοκληρωμένες. Ο Πρόχειρος Νόμος εκδόθηκε μεταξύ των ετών 870 και 879, η Εισαγωγή κατά πάσα πιθανότητα το 880. Είναι πράγματι δυνατό δύο διαφορετικές εκκαθαρίσεις να ολοκληρωθούν σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα; Κατά τον Schminck , οι δύο αναφορές στην ανακάθαρση υποδηλώνουν ότι η Εισαγωγή προηγείται του Προχείρου Νόμου και δεν έπεται. Κατά τον Scheltema, οι δύο πρόλογοι δεν αναφέρονται σε ολοκληρωμένες συλλογές νόμων, αλλά σε δύο ολοκληρωμένα εκδοτικά πλαίσια. Κατά τον Scheltema , οι δύο ανακαθάρσεις των νόμων του Βασιλείου Α΄, δεν ξεπέρασαν ποτέ το στάδιο των ολοκληρωμένων πινάκων περιεχομένων. Κατ’αυτόν τον τρόπο, μπορεί να εξηγηθεί το γιατί οι πρόλογοι του Προχείρου Νόμου και της Εισαγωγής αναφέρονται σε ολοκληρωμένες «ἀνακαθάρσεις τῶν παλαιῶν νόμων».

                    ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΠΡΟΛΟΓΟΥ ΤΩΝ ΒΑΣΙΛΙΚΩΝ 

 Ένα από τα κείμενα, η αυθεντικότητα του οποίου έχει αμφισβητηθεί, είναι και ο πρόλογος των Βασιλικών. Το κείμενο έχει ως εξής: «Λέοντος ἐν Χριστῷ βασιλεῖ αἰωνίῳ εὐσεβοῦς βασιλέως τῆς ἐν ὅλοις βιβλίοις ἑξήκοντα πάσης νομοθεσίας πεπραγματευμένης παραλλήλου συναγωγῆς καὶ συντάξεως προίμιον.Ἰουστινιανῷ τῷ βασιλέων περιωνύμῳ ἦλθεν μὲν εἰς ἐπίνοιαν τὸ τῶν πρεσβυτέρων αὐτοκρατόρων συλλέξαι θεσπίσματα καὶ τῇ τούτων παραλλήλῳ συντάξει τοῖς περὶ τοὺς νόμους στρεφομένοις τὸ ἐκ τῆς αὐτῶν ἀσχολίας ἐλαφρῦναι ἄχθος οὐ μὴν ἔτυχε τὸ ἔργον τελείας καὶ ἀνενδεοῦς καταστάσεως καὶ διόρθωσιν δέξασθαι κρείττονα. καὶ γάρ, ἅτε παρὰ Ἀδριανοῦ τοῦ πάλαι Ῥωμαίων ἄρξαντος συνελέγη λαβών, καὶ ταῦτα. ἐν τεύχεσι διατάξας, ἰδίαν καὶ διακεκριμένην, ἀπειργάσατο πραγματείαν, διγέστα τούτοις ἤτοι πανδέκτην ὄνομα θέμενος. καὶ ὅσα δὲ ἐν τοῖς κώδιξι καὶ ταῦτα συναγαγὼν ἐν ἰδίῳ ἐδάφει διώρισεν. οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ τὰ ἰνστιτοῦτα, τουτέστιν ἡ τῶν νόμων εἰσαγωγή, καὶ ταῦτα ὁμοίως ἥνωται μέν, ἰδιορυθμίζεται δέ. ἒτι δὲ καὶ ἅς ὁ ἀνὴρ ἐφιλοπόνησε νεαρὰς διατάξεις καὶ ταῦτα ἰδίας ἔτυχε χώρας. οὕτω οὖν ἡ τῶν νόμων ἀπομεμερισμένη οὖσα κατάστασις ἐλλείπειν ἔδοξε τῇ βασιλείᾳ ἡμῶν εἴς τε τὸ παρελεῖν τῆς τῶν νόμων φιλομαθείας τὴν δυσχέρειαν, καὶ εἰς τὸ αὐτὴν τάξεως τυχεῖν ἀκριβοῦς. τοιγαροῦν τάς πάσας τῶν νόμων πραγματείας ἡμεῖς σωματοποιησάμενοι ἐν τεύχεσιν ἕξ συνεκεφαλαιώσαμεν. πᾶν μὲν ἐναντίον καὶ τὴν χρῆσιν οὐ περιεχόμενον ἐν τοῖς πράγμασι, διὰ τὸ ὡς εἰκὸς πολλὰ τῶν τῆς ἀρχαιότητος νομοθετημάτων παρευδοκιμηθῆναι τοῖς ὕστερον ὑπεξελόντες. καὶ ἀποκρίναντες πᾶν δέ, ὁ μὴ ἀναγκαῖον, ἀλλὰ περιττὸν ἐδόκει, ἀποτεμόντες τῆς συνυφάνσεως˙ ἔπειτα δὲ τὰ ἀνὰ μέρος καὶ κατὰ διασπορὰν περὶ τοῦ αὐτοῦ πράγματος εἰρημένα εἰς μίαν τίτλου περιοχὴν καταστήσαντες, οἷον ὅσα περὶ γάμου, ὅσα περὶ ληγάτων, ὅσα περὶ ἐπιτρόπων ˙καὶ ἁπλῶς ὅσα σύστοιχα, καὶ πρὸς τὴν αὐτὴν ὑπόθεσιν ὁρῶντα˙ταῦτα ἐξ ἀλλήλων ἀδιάσπαστα καὶ ἐν συντάξει τηρήσαντες, ἐν ἑξήκοντα ὅλοις βιβλίοις ἀπαρτισάμενοι, παρέχομεν τῇ περὶ τοὺς νόμους φιλοπονίᾳ, ῥᾳδίαν μὲν τὴν ἔντευξιν, τελείαν δὲ τὴν παντὸς οὑτινοσοῦν ζητουμένου διάκρισιν˙ μηδενὸς νομοθετήματος ὀρθὴν φέροντος τὴν ψῆφον παραλειφθέντος ἐκ τῆς ἄνω τοῦ χρόνου φορᾶς καὶ μέχρι τῆς ἡμῶν βασιλείας τεθεσπισμένων ». Κατά τον 19ο αιώνα , ο Heimbach εξέτασε προσεκτικά τον πρόλογο των Βασιλικών. Παρατήρησε ότι ο πρόλογος δεν αναφέρεται στην ανακάθαρση των παλαιών νόμων που διεξήχθη κατά την εποχή του Βασιλείου Α΄. Επιπλέον δεν αναφέρει τα πρόσωπα που ήταν υπεύθυνα για την έκδοση του κειμένου των Βασιλικών ή οδηγίες που τυχόν δόθηκαν στους συντάκτες αυτούς. Δε γίνεται καμία αναφορά στις ελληνικές μεταφράσεις και παραλλαγές της ιουστινιάνειας νομοθεσίας που χρησιμοποιήθηκαν ούτε στις πηγές, τη διάρθρωση του υλικού ή στα περιεχόμενα κάθε βιβλίου της νέας συλλογής. Οι Scheltema και Van der Wal παρέλειψαν τον πρόλογο στον πρώτο τόμο της νέας εκδόσεώς τους του κειμένου των Βασιλικών και υποστήριξαν ότι ο πρόλογος στην παρούσα μορφή του δεν μπορεί να αποδοθεί στο Λέοντα ΣΤ΄. Ο Scheltema συνέκρινε τον πρόλογο των Βασιλικών με αυτούς του Προχείρου Νόμου και της Εισαγωγής. Βάσει της συγκρίσεως αυτής παρατήρησε ότι ο πρόλογος στερείται θεολογικών θεωρήσεων και διατυπώνεται με ένα πολύ απλό στυλ, το οποίο βρίσκεται σε αντίθεση με το αντίστοιχο των Νεαρών του Λέοντα ΣΤ΄. O Schminck ανασκεύασε τα επιχειρήματα του Scheltema αναφορικά με την πλαστότητα του προλόγου των Βασιλικών ένα προς ένα. Και όμως, οι Heimbach, Scheltema και Schminck συμφωνούν σε ένα βασικό σημείο. Χαρακτηρίζουν όλοι τον πρόλογο των Βασιλικών ως Νεαρά του Αυτοκράτορα Λέοντα ΣΤ΄ του Σοφού, άσχετα αν είναι πλήρης, όπως υποστηρίζει ο Schminck, ελλιπής, όπως υποστηρίζει ο Heimbach ή νόθος, όπως υποστηρίζει ο Scheltema.Κατά πόσον όμως μπορεί ο πρόλογος να θεωρηθεί ως Νεαρά του Λέοντα ΣΤ΄; Κανένα από τα χαρακτηριστικά των αυτοκρατορικών εγγράφων δεν εμφανίζεται στον πρόλογο των Βασιλικών. Ο πρόλογος των Βασιλικών στερείται συνολικά διατακτικού. Οι ρηματικοί τύποι ( συμπεριλαμβανομένων των μετοχών ) είναι αδιακρίτως σε ιστορικό χρόνο, κυρίως τον αόριστο. Οι κύριοι ρηματικοί τύποι « συνεκεφαλαιώσαμεν » και « παρέσχομεν », αντιδιαστέλλονται με τους «ὁρίζομεν» και «κελεύομεν» στο διατακτικό των Νεαρών του Λέοντα ΣΤ΄. Δεν υπάρχει ίχνος νέου νόμου ή σαφώς επιβεβαιουμένων ή καταργουμένων διατάξεων. Ο πρόλογος των Βασιλικών, όπως καταγράφεται στα χειρόγραφα, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως Νεαρά του Λέοντα ΣΤ΄. 

ΣΩΜΑΤΟΠΟΙΪΑ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΩΝ ΠΡΟΘΕΣΕΩΝ ΤΟΥ ΛΕΟΝΤΑ ΣΤ΄

Ο Βασίλειος Α΄ δεν ήταν ο μόνος από τη δυναστεία των Μακεδόνων που ασχολήθηκε με το κοσμικό δίκαιο. Ο γιος του και διάδοχός του είχε επίσης, φιλοδοξίες και στο πεδίο αυτό. Οι κυριότερες πηγές που ρίχνουν φως στις προθέσεις του Λέοντα ΣΤ΄ είναι ο πρόλογος των Βασιλικών, η Νεαρά Λέοντος 1 και ο πρόλογος στη Συλλογή Νεαρών Λέοντος ΣΤ΄. Μπορούμε να συνοψίσουμε τις προθέσεις του Λέοντα ΣΤ΄ του Σοφού σε μία λέξη: «σωματοποιία ». Ο Λέων ΣΤ΄ ήθελε να δημιουργήσει ένα ενιαίο σώμα όλων των υπαρχόντων γραπτών νόμων, δηλ. το σύνολο της ιουστινιάνειας νομοθεσίας, όπως ενσωματώθηκε στα Βασιλικά, τη νομοθεσία του Βασιλείου Α΄ και τις Νεαρές του. Η ύπαρξη άγραφου εθιμικού δικαίου ήταν ασύμβατη με αυτήν την πρόθεση. Όλοι οι νόμοι που δεν περιλαμβάνονταν στο ανωτέρω σώμα θεωρήθηκαν καταργημένοι. Ο Λέων ΣΤ΄ προσέδωσε στο πιο κατανοητό τμήμα του νομικού του σώματος έναν αυτοτελή πρόλογο, δηλ. τον πρόλογο στα Βασιλικά. Απλά ανέφερε πώς επεξεργάστηκε την ιουστινιάνεια νομοθεσία παραλείποντας κάθε θεολογική ή φιλοσοφική θεώρηση. Ο Λέων ΣΤ΄ είχε τη δυνατότητα να το πράξει αυτό, γιατί προσέδωσε στο συνολικό νομικό του σώμα ένα επεξεργασμένο γενικό πρόλογο, δηλ. τον πρόλογο στη Συλλογή Νεαρών Λέοντος ΣΤ΄, με τον όρο ότι έγραψε τον τελευταίο αυτό πρόλογο μετά τον πρόλογο των Βασιλικών. Ο γενικός πρόλογος περιέχει φιλοσοφικές θεωρήσεις, οι οποίες καλύπτουν όλο το σώμα των νόμων του Λέοντα ΣΤ΄, συμπεριλαμβανομένων και των Βασιλικών. Τέλος, ο Λέων ΣΤ΄ θεωρούσε τις διατάξεις που δεν ανήκαν στο νομικό του σώμα ως επίσημα καταργημένες. 

                                           ΕΠΙΛΟΓΟΣ

 Ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα της Ιστορίας του Δικαίου αφορά την ακριβή χρονολόγηση των πηγών, κυρίως, γιατί αυτή μας δίνει το κλίμα της περιρρέουσας ατμόσφαιρας, στην οποία θεσπίστηκαν οι συγκεκριμένες ρυθμίσεις, έτσι ώστε έχουμε το εφαλτήριο κατανόησής τους. Ο Thomas Ernst Van Bochove εκθέτει με αξιοθαύμαστο τρόπο και με άρτια επιστημονική κατάρτιση, τις απόψεις και τα επιχειρήματά του για τη χρονολόγηση των μεγάλων κωδικοποιητικών έργων της Μακεδονικής Δυναστείας (Εισαγωγή – Επαναγωγή, Πρόχειρος Νόμος, Βασιλικά) που αποτελούν τον κύριο κορμό του Βυζαντινού Δικαίου και για τη μεταξύ τους σχέση. Υποστηρίζοντας την παραδοσιακή άποψη περί χρονολογήσεως του Προχείρου Νόμου επί Βασιλείου Α΄ και της σχέσεώς του με την Εισαγωγή, αντιτίθεται στα πορίσματα νεώτερων ερευνών που καταλήγουν στη χρονολόγηση του Προχείρου Νόμου το 907 επί βασιλείας Λέοντος ΣΤ΄ του Σοφού, τον εμφανίζουν ως αναθεώρηση της Εισαγωγής και ανατρέπουν ολόκληρο τον παραδοσιακό τρόπο χρονολόγησης. Οι νέες αυτές αντιλήψεις έχουν γίνει πλέον ευρέως αποδεκτές, αν και επιφανείς ερευνητές και ιστορικοί του δικαίου εξακολουθούν να υποστηρίζουν τις παραδοσιακές αντιλήψεις, αποδεχόμενοι όμως και αυτοί ως θετική συμβολή τις νέες θέσεις. Τέλος, όποια κι αν είναι η κρατούσα άποψη, πάντα θα υπάρχει επιστημονικός αντίλογος και πρέπει να υπάρχει για να συμβάλλει στη διεπιστημονική προσπάθεια ανασύνθεσης και διερεύνησης του παρελθόντος με σκοπό την κατανόηση βασικών νομικών μορφωμάτων, όχι μόνο στην παροντική τους υπόσταση, αλλά στη διαχρονική τους παρουσία. 

Παρουσίαση της μεταπτυχιακής εργασίας της Μαρίας Καραγεωργάκη στα πλαίσια του μαθήματος του Βυζαντινού Δικαίου.

 

Αποστολή και Νομική Υπόσταση του ΕΑΠ

Αποστολή του Ε.Α.Π. είναι η εξ αποστάσεως παροχή προπτυχιακής και μεταπτυχιακής εκπαίδευσης και επιμόρφωσης, με την ανάπτυξη και αξιοποίηση κατάλληλου εκπαιδευτικού υλικού και μεθόδων διδασκαλίας. Στους σκοπούς του Ε.Α.Π. εντάσσεται η προαγωγή της επιστημονικής έρευνας καθώς και η ανάπτυξη τεχνολογίας και μεθοδολογίας στο πεδίο της μετάδοσης της γνώσης από απόσταση.

Το Ε.Α.Π. είναι το 19ο ελληνικό Α.Ε.Ι. Όπως και τα άλλα Α.Ε.Ι., είναι Ν.Π.Δ.Δ., αυτοτελές και αυτοδιοικούμενο. Η λειτουργία του καθορίζεται από το Ν.2552/97 (όπως τροποποιήθηκε από το αρθ. 14 του Ν. 2817/2000,* από το αρθ. 3 του Ν. 3027/2002 **, από το αρθ. 13 του Ν. 3260/2004 *** & από το αρθ.19 του Ν.3577/2007**** ).
 ΣΧΟΛΗ ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ Γενικά

Η Σχολή Ανθρωπιστικών Σπουδών (Σ.Α.Σ.) συγκροτήθηκε σύμφωνα με τον ιδρυτικό Νόμο του Ε.Α.Π. (2552/97). Η Σχολή έχει σήμερα έντεκα μέλη ΔΕΠ ( 3 Καθηγητές, 5 Αναπληρωτές Καθηγητές, 2 Επίκουρους Καθηγητές και 1 Λέκτορα). Προγράμματα Σπουδών Η Σχολή Ανθρωπιστικών Σπουδών προσφέρει σήμερα συνολικά εννέα Προγράμματα Σπουδών (τρία προπτυχιακά και έξι μεταπτυχιακά) σε θέματα πολιτισμού και εκπαίδευσης. Τα Προγράμματα Σπουδών σε προπτυχιακό επίπεδο είναι τα ακόλουθα: Σπουδές στον Ευρωπαϊκό Πολιτισμό, Σπουδές στον Ελληνικό Πολιτισμό και Ισπανική Γλώσσα & Πολιτισμός. Σε μεταπτυχιακό επίπεδο προσφέρονται τα προγράμματα: Σπουδές στην Εκπαίδευση, Εκπαίδευση Ενηλίκων, Σπουδές στην Ορθόδοξη Θεολογία και Μεταπτυχιακή Ειδίκευση Καθηγητών Αγγλικής/ Γαλλικής/ Γερμανικής Γλώσσας.

Συνέδρια και Δικτύωση Η Σχολή Ανθρωπιστικών Σπουδών οργανώνει τακτικά κάθε δύο χρόνια το Πανελλήνιο Συνέδριο για την Ανοικτή και εξ Αποστάσεως Εκπαίδευση με διεθνείς συμμετοχές και περίπου 5000 Συνέδρους. Έχουν ήδη εκδοθεί τρεις τόμοι Πρακτικών. Η Σχολή οργανώνει κάθε έτος ειδικό πρόγραμμα επιμόρφωσης για τα μέλη ΣΕΠ του Ε.Α.Π. στην Ανοικτή και εξ Αποστάσεως Εκπαίδευση. Οι συνεργαζόμενοι φορείς ‘Επιστημονική Ένωση Εκπαίδευσης Ενηλίκων’ και το ‘Ελληνικό Δίκτυο Ανοικτής και εξ Αποστάσεως Εκπαίδευσης’ εκδίδουν τα επιστημονικά περιοδικά «Εκπαίδευση Ενηλίκων» και «Ανοικτή Εκπαίδευση» με σύστημα κριτών.

ΣΧΟΛΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ Γενικά

Η Σχολή Κοινωνικών Επιστημών είναι μία από τις πρώτες τέσσερις Σχολές του ΕΑΠ που ιδρύθηκαν με τον ιδρυτικό νόμο αυτού (Ν.2552/97) και συγκροτήθηκε σε σώμα το 2005. Η Σχολή έχει σήμερα επτά ενεργά μέλη ΔΕΠ (2 Καθηγητές, 3 Αναπληρωτές Καθηγητές και 2 Επίκουρους Καθηγητές).

Η Σχολή Κοινωνικών Επιστημών έχει ως βασικό αντικείμενο την προσφορά γνώσεων και δεξιοτήτων σε θέματα διοικητικής επιστήμης. Η Σχολή παρέχει σήμερα συνολικά επτά Προγράμματα Σπουδών (1 προπτυχιακό και 6 μεταπτυχιακά).

Πιο συγκεκριμένα τα Προγράμματα Σπουδών που προσφέρονται από τη Σχολή είναι τα ακόλουθα: Διοίκηση Επιχειρήσεων & Οργανισμών, Διοίκηση Τουριστικών Επιχειρήσεων, Διοίκηση Μονάδων Υγείας, Διοίκηση Υπηρεσιών Υγείας του ΕΣΥ, Τραπεζική, Διοίκηση Πολιτισμικών Μονάδων & Διοίκηση Επιχειρήσεων (MΒA).

H Σχολή (γραφεία μελών ΔΕΠ και Γραμματεία) στεγάζεται σε ένα κτίριο επί της οδού Μπουμπουλίνας 57-59 στην Πάτρα.

 ΣΧΟΛΗ ΘΕΤΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ & ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ Γενικά Η Σχολή Θετικών Επιστημών και Τεχνολογίας (Σ.Θ.Ε.Τ.) είναι μία από τις πρώτες τέσσερις Σχολές του ΕΑΠ, που συγκροτήθηκαν με τον ιδρυτικό νόμο Ν.2552/97. Η Σχολή έχει σήμερα επτά μέλη ΔΕΠ (2 Καθηγητές, 2 Αναπληρωτές Καθηγητές & 3 Επίκουρους Καθηγητές ). Στη Σχολή Θετικών Επιστημών και Τεχνολογίας θεραπεύονται οι κλάδοι των Φυσικών Επιστημών, Μαθηματικών, Πληροφορικής, Περιβάλλοντος και Περιβαλλοντικού Σχεδιασμού, Διαχείρισης και Κατασκευής Τεχνικών Έργων. Στη Σ.Θ.Ε.Τ. προσφέρονται οι ακόλουθές σπουδές: Προπτυχιακά Προγράμματα Σπουδών • Σπουδές στις Φυσικές Επιστήμες • Πληροφορική Μεταπτυχιακά Προγράμματα Σπουδών • Διασφάλιση Ποιότητας • Περιβαλλοντικός Σχεδιασμός Πόλεων & Κτιρίων • Περιβαλλοντικός Σχεδιασμός Έργων Υποδομής • Διαχείριση Τεχνικών Έργων • Σεισμική Μηχανική και Αντισεισμικές Κατασκευές • Μεταπτυχιακή Εξειδίκευση στα Πληροφορικά Συστήματα • Διαχείριση Αποβλήτων • Προχωρημένες Σπουδές στη Φυσική • Κατάλυση & Προστασία του Περιβάλλοντος • Μεταπτυχιακές Σπουδές στα Μαθηματικά • Μεταπτυχιακή Ειδίκευση Καθηγητών Φυσικών Επιστημών 

 ΣΧΟΛΗ ΕΦΑΡΜΟΣΜΕΝΩΝ ΤΕΧΝΩΝ Γενικά Η Σχολή Εφαρμοσμένων Τεχνών είναι μία από τις πρώτες τέσσερις Σχολές του ΕΑΠ, που ιδρύθηκε με το νόμο Ν.2552/97. Η Σχολή έχει σήμερα ένα μέλος ΔΕΠ στη βαθμίδα του Καθηγητή. Η Σχολή Εφαρμοσμένων Τεχνών έχει ως αντικείμενο την προσφορά γνώσεων και δεξιοτήτων στους τομείς των εικαστικών τεχνών σε συνδυασμό με τις οπτικές και ψηφιακές τεχνολογίες. Η Σχολή παρέχει σήμερα ένα Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Σπουδών στις Γραφικές Τέχνες και Πολυμέσα, ενώ προγραμματίζεται και ένα ακόμη πρόγραμμα, που σχετίζεται με τον Εικαστικό Φωτισμό. Ε.Α.Π. Πάροδος Αριστοτέλους 18, 26 335, Πάτρα Τηλ.: 2610 367300 - 2610 367400 Fax: 2610 367350 - 2610 367321