20/4/22

Ο Βυσσινόκηπος Α.Τσέχωφ

        Ο Βυσσινόκηπος Αντόν Τσέχωφ

Αν θες να καταλάβεις τη ζωή, πάψε να πιστεύεις αυτά που λένε κι αυτά που γράφουν. Μόνο βλέπε, παρατήρησε εσύ ο ίδιος και συλλογίσου.

Αντόν Τσέχωφ (από τα Τετράδιά του)

 

Ο Βυσσινόκηπος (ρωσικά: Вишнёвый сад) είναι το τελευταίο θεατρικό έργο του Αντόν Τσέχωφ, που γράφτηκε το 1903. Παρουσιάστηκε πρώτη φορά στο θέατρο στις 17 Ιανουαρίου 1904, από το Θέατρο Τέχνης της Μόσχας, σε σκηνοθεσία Στανισλάβσκι και μέχρι σήμερα αποτελεί ένα από τα πιο δημοφιλή και αγαπημένα έργα παγκοσμίως. Ο ίδιος ο Τσέχωφ χαρακτήρισε τον Βυσσινόκηπο ως κωμωδία, ωστόσο τόσο ο Στανισλάβσκι όσο και η πλειονότητα των μετέπειτα θεατρικών αναπαραστάσεών του το αντιμετώπισαν ως δράμα με τραγικά στοιχεία.

Το έργο είναι εμπνευσμένο από μία εποχή κατά την οποία ο ρωσικός λαός, αν και θεωρητικά ελεύθερος, εξαιτίας της κατάργησης της δουλοπαροικίας κατά το 1861, ζούσε ακόμη στη φτώχεια και την αμάθεια. Θεωρείται μια προαναγγελία ουσιαστικά της επανάστασης  του 1905 και της επανάστασης του 1917. Στο έργο υποδεικνύεται η αδυναμία των ανθρώπων, κυρίως των αριστοκρατών, να κατανοήσουν τις όποιες διαφοροποιήσεις αλλάζουν το κοινωνικό περιβάλλον, όπως επίσης και τον ρόλο που παίζουν αυτές οι αλλαγές στην προσωπική τους ζωή. Σε συμβολικό επίπεδο ο Βυσσινόκηπος, ένα κομμάτι γης που ανήκει σε αριστοκρατική οικογένεια, όπως και η αδυναμία της οικογένειας να τον κρατήσει, υποδηλώνει τις αλλαγές της ρωσικής κοινωνίας και τα νέα κοινωνικά στρώματα που έρχονται στο προσκήνιο, εξαιτίας πολιτικών και κοινωνικών ζυμώσεων. 

Λίγα λόγια για την υπόθεση

Η Λιουμπόβ Ρανιέβσκαγια επιστρέφει στο σπίτι της από το Παρίσι μετά από απουσία πέντε ετών, συντετριμμένη από έναν έρωτα και καταχρεωμένη. Το σπίτι της με τον τεράστιο βυσσινόκηπό του είναι υποθηκευμένα κι εκείνη μοιάζει ανίκανη να τα σώσει από το ξεπούλημα. Αντιδρά πολύ ανθρώπινα: με δράμα, αναμνήσεις, απάθεια, αφέλεια, άρνηση και υπερβολές. Στην ουσία απλώς παρακολουθεί τον κόσμο της να χάνεται.

Έχει φέρει μαζί της την κόρη της την Άνια και τη Σαρλόττα την ιδιόρρυθμη γκουβερνάντα. Στο σπίτι θα συναντήσει τον Γκάγεφ, τον φλύαρο και φιλάρεσκο αδελφό της. Τον Λοπάχιν, τον γιό του κολίγου που είναι  πλέον έμπορος με πολλά λεφτά, ο μόνος που αντιλαμβάνεται την εποχή που αλλάζει και της δίνει συμβουλές σωτηρίας που εκείνη δεν ακούει. Τη Βάρια την ψυχοκόρη της, τον Τροφίμωφ, τον αιώνιο φοιτητή, ίνδαλμα της μικρής Άνια, γεμάτο με  επαναστατικές ιδέες. Τον Επιχόντωφ τον λογιστή που θέλει τόσο πολύ να παντρευτεί την υπηρέτρια Ντουνιάσα που αγαπάει τον Γιάσα τον υπερόπτη υπηρέτη, τον Σιμεόνωφ-Πίσικ τον κτηματία που αναζητεί διαρκώς λίγα δανεικά, και τον αιωνόβιο Φιρς που απομένει με τη μοναξιά του.

Αυτό το πλήθος, αφέντες και υπηρέτες, περιφέρεται μέσα και γύρω από το σπίτι για έξι μήνες. Από τον Μάιο ως τον Οκτώβριο. Όλοι θέλουν κάτι ή κάποιον που δεν έχουν, όλοι ανίκανοι να κάνουν κάτι δραστικό για να σωθούν.

Στο τέλος όλα και όλοι θα έχουν αλλάξει, και το μόνο που θα ακούγεται, ο χτύπος από ένα τσεκούρι πάνω σε δέντρο.

Πρόκειται για ένα έργο - ύμνο στην ανθρώπινη φύση αλλά και στην αδυναμία της να αντιληφθεί, να κατανοήσει και να προσαρμοστεί στις αλλαγές του εξωτερικού περιβάλλοντος. Ο Τσέχωφ προσεγγίζει τους ήρωές του γεμάτος συναισθηματισμό και χωρίς επικριτική διάθεση. Παραθέτει τα γεγονότα ως έχουν και αναπτύσσει τους χαρακτήρες του μένοντας ουδέτερος μπροστά στην απληστία, την άσκοπη νοσταλγία και την αδράνεια. 

Είχα την τύχη να παρακολουθήσω το θεατρικό έργο του Τσέχωφ ο Βυσσινόκηπος σε σκηνοθεσία Γιούρι Λιουμπίμωφ και απόδοση Μάριου Πλωρίτη από τον θίασο Κάτιας Δανδουλάκη στο Θέατρο "Κάτια Δανδουλάκη" τον Δεκέμβριο του 1995 και με ένα επιτελείο εξαιρετικών ηθοποιών: Κάτια Δανδουλάκη, Γιάννη Φέρτη, Πέτρο Φυσσούν, Αλεξανδριανή Σικελιανού, Μαρίνα Ψάλτη, Ζαχαρία Ρόχα, Νίκο Γαροφάλλου, Νταίζη Σεμπεκοπούλου, Σταμάτη Γκίκα, Δάφνη Λαμπρόγιαννη, Γιώργο Μοσχίδη, Νίκο Σιδέρη.

Ο Βυσσινόκηπος αφηγείται την ιστορία ενός κόσμου που χάνεται ανεπιστρεπτί. Είναι ένας αποχαιρετισμός σε μια εποχή που τελειώνει και δίνει τη θέση της σε μια καινούργια. Η ζωή αλλάζει, χωρίς να υπολογίζει τους ανθρώπους που βιώνουν την απώλεια. Κι εκείνοι με τη σειρά τους, αρνούνται να αποδεχτούν την αλλαγή, ζούνε με τις μνήμες του παρελθόντος, κλείνοντας τα μάτια στο μέλλον που έρχεται ταχύτατα και αλλάζει τα πάντα.

Έτσι, ο Βυσσινόκηπος παραμένει ένα έργο σύγχρονο και απολύτως σημερινό. Γιατί είναι γνώρισμα των ανθρώπων σε κάθε εποχή - το ζούμε και στη δική μας- να θέλουμε να μείνουν όλα όπως τα μάθαμε και τα αγαπήσαμε, δεδομένα κι οριστικά.  Κι εκείνα να αλλάζουν γύρω μας και να μας παρασέρνουν σ’ ένα μέλλον για το οποίο θα είμαστε πάντα απροετοίμαστοι κι ανέτοιμοι.

 

                      Από το πρόγραμμα της παράστασης

Τα πρόσωπα του Βυσσινόκηπου θα μπορούσαν να χωριστούν ως εξής:

α) Εκείνοι που ζουν στο παρελθόν - οι ονειροπόλοι, που το νοσταλγούν αδιάκοπα, μη συνειδητοποιώντας πως είναι νεκρό χωρίς καμιάν ελπίδα ανάστασης.

β) εκείνοι που ατενίζουν το μέλλον - οι ουτοπιστές που βλέπουν την ανέκκλητη καταδίκη του παρελθόντος, οραματίζονται τα «Αύριο που τραγουδούν», αλλά περιορίζονται σε ρητορικές προφητείες χωρίς πράξεις.

γ) Εκείνοι που ζουν στο παρόν - οι ρεαλιστές, που αξιοποιούν τις νέες συνθήκες δραστικά, που δεν έχουν ουσιαστικά παρελθόν, αλλά χτίζουν με τα χέρια τους το παρόν και

δ) Εκείνοι που ζουν ουσιαστικά στο κενό - οι μετέωροι, χωρίς παρελθόν και αυτοί, με ακαθόριστο παρόν και άδηλο μέλλον.

Ο Τσέχωφ, όχι μόνο δεν σαρκάζεται του «ήρωές» του, αλλά, αυτός ο «αντικειμενικός και αμερόληπτος μάρτυρας», τους σκιαγραφεί με αγάπη, κατανόηση, συμπόνια για το φυλλορρόημά τους για τις αυταπάτες και τις φαντασιώσεις τους. Κι αυτή η χαμογελαστή συμπάθεια δίνει απαρόμοιαστη ποίηση και μουσική στα έργα του Τσέχωφ – που αποστρέφεται καθετί μελοδραματικό, ακριβώς επειδή είναι τόσο βαθιά και ανθρώπινα μελωδικός. Έτσι, ο «Βυσσινόκηπος» γίνεται ένα λυρικό ιλαρόδραμα της ανθρώπινης αδυναμίας και μοίρας. Με στερνό σύμβολό του, τον ήχο των τσεκουριών που αφανίζουν τον πανέμορφο κήπο – και που είναι ταυτόχρονα, ο ήχος των σφυριών στο φέρετρο των πεθαμένων καιρών και της βουλιαγμένης οικογένειας, αλλά και στο φέρετρο του ίδιου του Τσέχωφ, που πέθανε στη Γερμανία, έξι μήνες μετά την πρώτη παράσταση του έργου του…

                                                                                Μάριος Πλωρίτης