|
Δημιουργός |
Έντβαρτ Μουνκ |
|
Χρονολογία |
1893 |
|
Κίνημα |
Εξπρεσιονισμός |
|
Διαστάσεις |
91 cm × 73.5 cm (36 in × 28.9 in) |
|
Τοποθεσία |
Εθνικό Μουσείο και Μουσείο Μουνκ, Oslo, Norway |
Η Κραυγή είναι το δημοφιλές όνομα που δίνεται σε μια σύνθεση που δημιούργησε ο Νορβηγός εξπρεσιονιστής καλλιτέχνης Έντβαρτ Μουνκ το 1893. Ο αρχικός γερμανικός τίτλος που έδωσε ο Μουνκ στο έργο του ήταν Der Schrei der Natur (Η Κραυγή της Φύσης) και ο νορβηγικός τίτλος είναι Skrik (Shriek). Το αγωνιώδες πρόσωπο του πίνακα έχει γίνει μια από τις πιο εμβληματικές εικόνες της τέχνης, που θεωρείται ότι συμβολίζει το άγχος της ανθρώπινης κατάστασης.
Ο Μουνκ θυμόταν ότι βγήκε για μια βόλτα στο ηλιοβασίλεμα όταν ξαφνικά το φως του ήλιου που έδυε, έκανε τα σύννεφα "κόκκινα σαν το αίμα". Ένιωσε μια "άπειρη κραυγή που διαπερνούσε από τη φύση". Οι ερευνητές έχουν εντοπίσει το σημείο σε ένα φιορδ με θέα στο Όσλο και έχουν προτείνει άλλες εξηγήσεις για τον αφύσικα πορτοκαλί ουρανό, που κυμαίνονται από τα αποτελέσματα μιας ηφαιστειακής έκρηξης έως μια ψυχολογική αντίδραση του Μουνκ στον εγκλεισμό της αδερφής του σε ένα κοντινό φρενοκομείο.
Ο Μουνκ δημιούργησε τέσσερις εκδοχές του πίνακα, οι δύο σε παστέλ, καθώς και μια λιθογραφία σε πέτρα, από την οποία σώζονται πολλές εκτυπώσεις. Η Κραυγή έχει υπάρξει στόχος πολλών διάσημων κλοπών. Το 1994 κλάπηκε η εκδοχή της Εθνικής Πινακοθήκης. Ανακτήθηκε αρκετούς μήνες μετά. Μία από τις παστέλ εκδοχές πέτυχε την τέταρτη υψηλότερη ονομαστική τιμή που έχει καταβληθεί για ένα έργο τέχνης σε δημόσια δημοπρασία.
Πηγές έμπνευσης
Σε μια σελίδα στο ημερολόγιό του με την επικεφαλίδα Νίκαια 22.01.1892 ο Μουνκ έγραψε:
Ένα βράδυ περπατούσα σε ένα μονοπάτι, η πόλη ήταν από τη μία πλευρά και το φιόρδ από κάτω. Ένιωσα κουρασμένος και άρρωστος. Σταμάτησα και κοίταξα πάνω από το φιόρδ - ο ήλιος έδυε και τα σύννεφα έγιναν κόκκινα σαν αίμα. Ένιωσα μια κραυγή που διαπερνούσε τη φύση. Μου φάνηκε ότι άκουσα την κραυγή. Ζωγράφισα αυτή την εικόνα, ζωγράφισα τα σύννεφα σαν πραγματικό αίμα. Το χρώμα στρίγγλισε. Αυτό έγινε «Η Κραυγή».
Αργότερα περιέγραψε την έμπνευσή του για τον πίνακα:
Περπατούσα σ' ένα μονοπάτι με δυο φίλους - ο ήλιος έπεφτε - ξαφνικά ο ουρανός έγινε κόκκινος σαν αίμα - σταμάτησα, νιώθοντας εξαντλημένος, και στηρίχτηκα στο φράχτη - αίμα και γλώσσες φωτιάς πάνω από το μαύρο-μπλε φιόρδ και την πόλη - οι φίλοι μου προχώρησαν, κι εγώ έμεινα εκεί τρέμοντας από την αγωνία - κι ένιωσα ένα ατέλειωτο ουρλιαχτό να διαπερνά τη φύση.
Μεταξύ των θεωριών που αναπτύχθηκαν για να εξηγήσουν τον κοκκινωπό ουρανό στο φόντο είναι η μνήμη του καλλιτέχνη σχετικά με τα αποτελέσματα της ισχυρής ηφαιστειακής έκρηξης του Κρακατόα, που χρωμάτισε έντονα κόκκινα τους ουρανούς του ηλιοβασιλέματος σε τμήματα του δυτικού ημισφαιρίου επί μήνες το 1883 και το 1884, περίπου μια δεκαετία πριν ο Μουνκ ζωγραφίσει την Κραυγή. Αυτή η εξήγηση αμφισβητήθηκε από μελετητές, που σημειώνουν ότι ο Μουνκ ήταν εκφραστικός ζωγράφος και δεν ενδιαφερόταν πρωτίστως για την κατά γράμμα απόδοση όσων έβλεπε. Μια άλλη εξήγηση για τον κόκκινο ουρανό είναι ότι οφείλεται στην εμφάνιση σύννεφων που εμφανίζονται στο γεωγραφικό πλάτος της Νορβηγίας και που μοιάζουν εξαιρετικά με τον ουρανό που απεικονίζεται στην Κραυγή. Εναλλακτικά έχει υποστηριχθεί ότι η γειτνίαση τόσο ενός σφαγείου όσο και ενός φρενοκομείου με την τοποθεσία που απεικονίζεται στον πίνακα μπορεί να του έδωσε κάποια έμπνευση. Το σκηνικό έχει αναγνωριστεί ως η θέα από ένα δρόμο με θέα στο Όσλο, δίπλα στο Oslofjord και στο νησί Χοβέντεγια, από το λόφο του Έκεμπεργκ. Όταν ζωγράφισε το έργο, η μανιοκαταθλιπτική αδερφή του Μουνκ, Λάουρα Κατερίνε, ήταν ασθενής στο φρενοκομείο στους πρόποδες του Έκεμπεργκ.
Περουβιανή μούμια στο Μουσείο La Specola της Φλωρεντίας.
Το 1978 ο μελετητής του Μουνκ Ρόμπερτ Ρόζενμπλουμ υποστήριξε ότι το παράξενο, άφυλο πλάσμα στο προσκήνιο του πίνακα το εμπνεύστηκε από μια περουβιανή μούμια, που ο Μουνκ μπορεί να είχε δει στην Παγκόσμια Έκθεση του 1889 στο Παρίσι. Αυτή η μούμια, που ήταν θαμμένη σε εμβρυϊκή στάση με τα χέρια της παράλληλα με το πρόσωπό της, κέντρισε επίσης τη φαντασία του φίλου του Μουνκ, Πωλ Γκωγκέν: αποτέλεσε πρότυπο για μορφές σε περισσότερους από είκοσι πίνακες του Γκωγκέν, μεταξύ αυτών της κεντρικής μορφής στον πίνακά του Ανθρώπινη δυστυχία (Τρύγος σταφυλιών στην Αρλ) και για την ηλικιωμένη γυναίκα στα αριστερά στον πίνακά του Από πού ερχόμαστε; Τι είμαστε; Πού πάμε; Το 2004 ένας Ιταλός ανθρωπολόγος ισχυρίστηκε ότι ο Μουνκ ίσως είχε δει μια μούμια στο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας της Φλωρεντίας, που έχει ακόμη πιο εντυπωσιακή ομοιότητα με τον πίνακα. Ωστόσο, μεταγενέστερες μελέτες αμφισβήτησαν την ιταλική θεωρία, καθώς ο Μουνκ δεν επισκέφτηκε τη Φλωρεντία, παρά μόνο μετά τη ζωγραφική της Κραυγής.
Οι εικόνες της Κραυγής έχουν συγκριθεί με εκείνες που βιώνει ένα άτομο που πάσχει από διαταραχή αποπροσωποποίησης, ένα αίσθημα παραμόρφωσης του περιβάλλοντος και του εαυτού του.
Ο Λιούμποβ περιέγραψε την Κραυγή ως «εικόνα της σύγχρονης τέχνης, μια Μόνα Λίζα της εποχής μας». Έχει ερμηνευθεί ευρέως ως αντιπροσωπευτική του παγκόσμιου άγχους της σύγχρονης ανθρωπότητας.
Εκδοχές
Ο Μουνκ δημιούργησε τέσσερις εκδοχές, δύο με χρώμα και δύο με παστέλ. Η πρώτη ήταν με χρώμα το 1893. Ανήκει στη συλλογή της Εθνικής Πινακοθήκης της Νορβηγίας στο Όσλο. Αυτή είναι η εκδοχή που έχει μόλις διακρινόμενη επιγραφή με μολύβι "θα μπορούσε να είχε ζωγραφιστεί μόνο από έναν τρελό". Μία παστέλ εκδοχή της ίδιας χρονιάς, που ίσως να ήταν μια προκαταρκτική σπουδή, βρίσκεται στη συλλογή του Μουσείου Μουνκ. Η δεύτερη παστέλ εκδοχή του 1895 πουλήθηκε 119.922.600 $ στη δημοπρασία του Sotheby's Ιμπρεσιονιστικής και Μοντέρνας Τέχνης στις 2 Μαΐου 2012 στον επενδυτή Λέον Μπλακ. Η δεύτερη εκδοχή με χρώμα χρονολογείται από το 1910, σε μια περίοδο που ο Μουνκ επανεξέτασε μερικές από τις προηγούμενες συνθέσεις του και βρίσκεται επίσης στη συλλογή του Μουσείου Μουνκ. Αυτές οι εκδοχές σπάνια έχουν ταξιδέψει, όπως το παστέλ του 1895, που εκτέθηκε στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης από τον Οκτώβριο του 2012 ως τον Απρίλιο του 2013 και το παστέλ του 1893, που εκτέθηκε στο Μουσείο Βαν Γκογκ στο Άμστερνταμ το 2015.
Επί πλέον ο Μουνκ δημιούργησε μια λιθογραφική πλάκα της σύνθεσης το 1895, από την οποία σώζονται αρκετές εκτυπώσεις που παρήχθησαν από τον Μουνκ.
Η σύνθεση του υλικού της ζωγραφισμένης εκδοχής του 1893 εξετάστηκε το 2010. Η χρωματική ανάλυση αποκάλυψε τη χρήση του κίτρινου του κάδμιου, κόκκινου του κινναβαρίτη, βαθύ γαλάζιου και βιριδιανού, μεταξύ άλλων χρωμάτων εν χρήσει τον 19ο αιώνα.
Επιγραφή με μολύβι
Η επιγραφή με μολύβι στην Κραυγή της Εθνικής Πινακοθήκης της Νορβηγίας
Ο πίνακας που βρίσκεται στην Εθνική Πινακοθήκη της Νορβηγίας έχει μια επιγραφή με μολύβι με πεζά γράμματα στην άνω αριστερή γωνία, που αναφέρει "θα μπορούσε να έχει ζωγραφιστεί μόνο από έναν τρελό". Μπορεί να διακριθεί μόνο με εγγύτατη εξέταση του πίνακα. Θεωρήθηκε ότι ήταν σχόλιο κριτικού ή επισκέπτη σε μια έκθεση. Παρατηρήθηκε για πρώτη φορά όταν ο πίνακας εκτέθηκε στην Κοπεγχάγη το 1904, έντεκα χρόνια μετά τη δημιουργία του. Με τη χρήση της υπέρυθρης φωτογραφίας η μελέτη του γραφικού χαρακτήρα δείχνει σήμερα ότι το σχόλιο προστέθηκε από το Μουνκ. Έχει υποστηριχθεί ότι ο Μουνκ πρόσθεσε την επιγραφή μετά τα επικριτικά σχόλια που έγιναν όταν ο πίνακας εκτέθηκε για πρώτη φορά στη Νορβηγία τον Οκτώβριο του 1895. Υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι ο Μουνκ πληγώθηκε πολύ από αυτές τις επικρίσεις, όντας ευαίσθητος για την ψυχική ασθένεια που επικρατούσε στην οικογένειά του.
Λίγα λόγια για τον δημιουργό
Ο Έντβαρτ Μουνκ (Edvard Munch,12 Δεκεμβρίου 1863 – 23 Ιανουαρίου 1944) ήταν Νορβηγός ζωγράφος και χαράκτης. Το πιο γνωστό έργο του, Η κραυγή, αποτελεί έναν από τους εμβληματικούς πίνακες της παγκόσμιας τέχνης. Υπήρξε μέρος του κινήματος των Συμβολιστών και είναι γνωστός για τα συναισθηματικά φορτισμένα και ψυχολογικά πολύπλοκα έργα του. Η τέχνη του εξερευνούσε συχνά θέματα αγάπης, θανάτου και ανθρώπινης ευαλωτότητας και επηρεάστηκε βαθιά από τις δικές του εμπειρίες απώλειας και θλίψης.
Η παιδική του ηλικία επισκιάστηκε από ασθένεια, πένθος και το φόβο μήπως κληρονομήσει μια ψυχική κατάσταση που διέτρεχε την οικογένειά του. Σπουδάζοντας στη Βασιλική Σχολή Τέχνης και Σχεδιασμού στη Χριστιανία (σήμερα Όσλο), ο Μουνκ άρχισε να ζει μια μποέμικη ζωή υπό την επήρεια του μηδενιστή Χανς Γέγκερ, που τον παρότρυνε να ζωγραφίσει τη δική του συναισθηματική και ψυχολογική κατάσταση («ζωγραφική ψυχής»). Από αυτό προέκυψε το ξεχωριστό του ύφος.
Τα ταξίδια έφεραν νέες επιρροές και διεξόδους. Στο Παρίσι έμαθε πολλά από τους Πωλ Γκωγκέν, Βίνσεντ βαν Γκογκ και Ανρί ντε Τουλούζ-Λωτρέκ, ειδικά τη χρήση του χρώματος. Στο Βερολίνο συναντήθηκε με το Σουηδό θεατρικό συγγραφέα Άουγκουστ Στρίντμπεργκ, τον οποίο ζωγράφισε, καθώς ξεκινούσε το μεγάλο κανόνα του Η Ζωοφόρος της Ζωής, που απεικονίζει μια σειρά από έντονα συναισθηματικά θέματα, όπως ο έρωτας, το άγχος, η ζήλια και η προδοσία, γεμάτα ατμόσφαιρα.
Ενώ η φήμη και ο πλούτος του μεγάλωνε, η συναισθηματική του κατάσταση παρέμενε ανασφαλής. Για λίγο σκέφτηκε το γάμο, αλλά δεν μπόρεσε να το υλοποιήσει. Μια κατάρρευση το 1908 τον ανάγκασε να σταματήσει τη μεγάλη κατανάλωση αλκοόλ και ενθαρρύνθηκε από την αυξανόμενη αποδοχή του από το λαό της Χριστιανίας και τις εκθέσεις του στα μουσεία της πόλης. Τα τελευταία του χρόνια τα πέρασε δουλεύοντας ειρηνικά και ιδιωτικά. Παρόλο που τα έργα του απαγορεύτηκαν στη ναζιστική Γερμανία, τα περισσότερα από αυτά επέζησαν του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, εξασφαλίζοντάς του μεγάλη κληρονομιά. Η κληρονομιά του Μουνκ είχε βαθιά επίδραση στον κόσμο της τέχνης, εμπνέοντας γενιές καλλιτεχνών που ακολούθησαν τα βήματά του.
Το Μουσείο Μουνκ (Νορβηγικά: Munchmuseet) είναι μουσείο στο Όσλο της Νορβηγίας αφιερωμένο στη ζωή και το έργο του Έντβαρτ Μουνκ. Το μουσείο χρηματοδοτήθηκε από τα κέρδη των δημοτικών κινηματογράφων του Όσλο και άνοιξε τις πόρτες του το 1963, τιμώντας την 100ή επέτειο από τη γέννηση του ζωγράφου. Η συλλογή αποτελείται από τα έργα και τα άρθρα που κληροδότησε ο Μουνκ στο δήμο του Όσλο, επιπρόσθετα έργα που δωρήθηκαν από την αδερφή του, Ίνγκερ Μουνκ, και ποικίλα άλλα έργα που αποκτήθηκαν με διάφορους τρόπους. Ως αποτέλεσμα αυτών, το μουσείο διαθέτει σήμερα στην μόνιμη συλλογή του πάνω από τη μισή από την όλη παραγωγή ζωγραφικών πινάκων του καλλιτέχνη και τουλάχιστον ένα αντίγραφο από όλες τις εκτυπώσεις του. Αυτά ξεπερνούν τους 1.100 ζωγραφικούς πίνακες, 15.500 εκτυπωμένα έργα που καλύπτουν διάφορα μοτίβα, έξι γλυπτά, καθώς και 500 πλάκες, 2.240 βιβλία και διάφορα άλλα αντικείμενα.Επιπροσθέτως της συλλογής αυτής καλλιτεχνικών έργων, το μουσείο εμπεριέχει επίσης εκπαιδευτικούς τομείς, καθώς και τομείς συντήρησης. Διαθέτει επίσης εγκαταστάσεις για εφαρμοσμένες τέχνες.
Η δομή του μουσείου σχεδιάστηκε από τους αρχιτέκτονες Γκούναρ Φούγκνερ (Gunnar Fougner) και Έιναρ Μύκλεμπουστ (Einar Myklebust). Ο Μύκλεμπουστ συνέβαλε σημαντικά και στην επέκταση και ανακαίνιση του μουσείου το 1994 για το 50ό αφιέρωμα από το θάνατο του Μουνκ.