Πρωταγόρας και οι απόψεις του περί Δικαιοσύνης
και τιμωρίας
Σύμφωνα με την πολιτική διδασκαλία του Πρωταγόρα. όπως την αντλούμε από τον Πρωταγόρα και το Θεαίτητο του Πλάτωνα, μία είναι η αποστολή του δικαίου: να εδραιώσει την πολιτική τάξη και γενικά την εύρυθμη λειτουργία της οργανωμένης κοινωνίας.
Ταυτίζει λοιπόν ο Πρωταγόρας το «δίκαιον» με το «νόμιμον». Ωστόσο, ο φιλοσοφικός του σχετικισμός δεν είναι δυνατό να παραβλέψει το γεγονός ότι εκτός από τους δίκαιους νόμους υπάρχουν και άδικοι.
Αν και για τον Πρωταγόρα όλες οι κρίσεις είναι σωστές (άρα και αυτές που είναι θεσμοθετημένες με τη μορφή νόμων), δεν έχουν ωστόσο την ίδια αξία. Ανάλογα με το αν συλλαμβάνουν την πραγματικότητα σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, μπορούν να χαρακτηριστούν ως ισχυρές ή αδύναμες, «κανονικές» ή λιγότερο «κανονικές». Η έννοια που δίνεται εδώ στο «κανονικό» προσεγγίζει το περιεχόμενο του ωφέλιμου, αυτού που μπορεί να φέρει τα καλύτερα αποτελέσματα στο μέλλον.
Έτσι οι νόμοι, γραπτοί και άγραφοι, έχουν αξία για την πολιτεία όσον καιρό διαθέτουν κοινωνική αποδοχή και αποτελεσματικότητα. Ανά πάσα στιγμή όμως είναι δυνατό να αλλάξουν. Ένας πολιτικός μπορεί να πείσει την πολιτεία ότι κάποιοι νέοι νόμοι είναι απαραίτητοι στη θέση των αναποτελεσματικών ή «κακών» νόμων του παρελθόντος. Εφόσον η κοινωνία βρίσκεται σε διαρκή εξέλιξη, το πλαίσιό της δεν μπορεί παρά να αλλάζει κι αυτό αδιάκοπα, προσαρμοζόμενο στις νέες συνθήκες κι ενσωματώνοντας τις νέες ερμηνείες του «καλού» και του «κακού», του «δίκαιου» και του «άδικου».
Οι καταλυτικές για την ιστορία της Αθήνας νομοθετικές μεταρρυθμίσεις του Σόλωνα, του Κλεισθένη, του Εφιάλτη και του Περικλή μας δίνουν μία εικόνα της θέσης του Πρωταγόρα σχετικά με την εξέλιξη του δικαίου πριν και κατά τη διάρκεια της ζωής του.
Το γεγονός ότι ο Περικλής επέλεξε τον Πρωταγόρα ως δημιουργό του νομικού κώδικα των Θουρίων της Σικελίας δείχνει την εκτίμηση του Αθηναίου πολιτικού τόσο προς τις νομικές απόψεις του μεγάλου σοφιστή όσο και προς την ικανότητά του να τις κωδικοποιήσει, δημιουργώντας ένα ορθό και αποτελεσματικό κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο οργάνωσης της ζωής της πόλης.
Οι απόψεις του Πρωταγόρα για την τιμωρία συνδέονται άρρηκτα με τη θεωρία του περί διδασκαλίας της αρετής. Η τιμωρία αποτελεί προειδοποίηση για το μέλλον. Γιατί "Οὐδεὶς γὰρ κολάζει, τοὺς ἀδικούντας πρὸς τούτῳ τὸν νοῦν ἔχων καὶ τούτου ἕνεκα, ὅτι ἠδίκησεν, ὅστις μὴ ὥσπερ θηρίων ἀλογίστως τιμωρεῖται˙ ὁ δε μετά λόγου ἐπιχειρῶν κολάζειν οὐ τοῦ παρεληλυθότος ἕνεκα ἀδικήματος τιμωρεῖται -οὐ γὰρ ἂν τό γε πραχθὲν ἀγέννητον θείῃ)- ἀλλὰ τοῦ μέλλοντος χάριν, ἵνα μὴ αὖθις ἀδικήσῃ μήτε αὐτὸς οὗτος μήτε ἄλλος ὁ τοῦτον ἰδὼν ἀδικήσῃ μήτε αὐτὸς οὗτος μήτε ἄλλος ὁ τοῦτον ἰδὼν κολασθέντα" (Κανένας αλήθεια, όταν τιμωρεί έναν ένοχο, δεν το κάνει έχοντας στο μυαλό του ως αιτία αυτό καθαυτό το αδίκημα -εκτός βεβαίως αν εκδικείται χωρίς λογική, όπως τα ζώα. Όποιος επιδιώκει να τιμωρήσει με τη λογική δεν τιμωρεί για το παρελθόν αδίκημα -γιατί δεν ξεγίνεται ό,τι έχει συμβεί- αλλά για το μέλλον, για να μην αδικήσει άλλη φορά ούτε ο ίδιος ο ένοχος ούτε όποιος άλλος τον είδε να τιμωρείται.).