18/4/22

Ο Πατέρας Α. Στρίντμπεργκ

Ο Πατέρας  Άουγκουστ Στρίντμπεργκ

 

          August Strindberg

Άουγκουστ Στρίντμπεργκ (August Strindberg), (1849-1912) ήταν Σουηδός θεατρικός συγγραφέας, μυθιστοριογράφος και ζωγράφος. Τόσο η πατρότητα, όσο και το μεγάλο, αιώνιο χάσμα ανάμεσα στον άντρα και τη γυναίκα, αλλά κυρίως η πολύ κακή σχέση που είχε ο Στρίντμπεργκ με τη γυναίκα του Σίρι Φον Έσσεν εκείνη την περίοδο, ήταν η αφορμή να γραφτεί το έργο. Μπορεί κανείς να ονομάσει τον «Πατέρα» μια αυτοβιογραφία πάνω στη συγκεκριμένη αγωνία που διακατείχε διαρκώς τον Στρίντμπεργκ και που μεταφέρει στον ήρωα του έργου, προσπαθώντας να κρατήσει το δικαίωμα της απόλυτης ευθύνης πάνω στο παιδί και στην προσπάθεια της γυναίκας του να έχει την ευθύνη ανατροφής της κόρης της. Το ταραγμένο μυαλό του Στρίντμπεργκ και κατ’ επέκταση και του ήρωά του δεν μπορεί να ηρεμήσει, και βασανίζεται από μια υποψία. Πολλά στοιχεία του έργου βασίζονται σε αληθινά γεγονότα απ’ τον έγγαμο βίο του συγγραφέα, ενώ ένα μεγάλο μέρος προέρχεται απ’ τις φαντασιώσεις του. Οι δύο τελευταίες πράξεις του «Πατέρα», γράφτηκαν μέσα σε εννέα μέρες. Πρόκειται για την σταδιακή αμφιβολία που σφηνώνεται στο μυαλό του ιλάρχου, κορυφώνεται και καταλήγει με τον θάνατο του. Τον καιρό που γράφονται αυτά, ο Στρίντμπεργκ είναι σαν άρρωστος: «Μου φαίνεται πως ζω σαν υπνοβάτης, πως το φανταστικό και το πραγματικό μπλέκονται. Δεν ξέρω αν ο Πατέρας είναι κάτι το φανταστικό ή αν η ζωή μου ήταν πραγματικά έτσι».

Ο προβληματισμός του συγγραφέα είχε ξεκινήσει ήδη απ’ το 1884 με μια σειρά διηγημάτων με τίτλο «Ο γάμος». Με τα διηγήματα αυτά έδειχνε ξεκάθαρα την αντίθεση του στην χειραφέτηση της γυναίκας. Εξαιτίας αυτού, μηνύθηκε, αλλά τελικά αθωώθηκε. Εξάλλου, λίγο πριν ξεκινήσει να γράφει τον «Πατέρα», ο Στρίντμπεργκ βρέθηκε στα πρόθυρα νευρικού κλονισμού. Την ίδια χρονιά, το 1887 δηλαδή, γράφει στα γαλλικά την «Απολογία ενός τρελού», που αποτελεί αφήγηση του δικού του γάμου. Πέρα απ’ τα προβλήματα του γάμου του, όμως, υπάρχουν άλλες δύο εμμονές που του στοιχειώνουν το μυαλό. Η πρώτη έχει να κάνει με τις φεμινίστριες της εποχής εκείνης, οι οποίες πίστευε ότι ήταν εξαγριωμένες με τους δύο τόμους του βιβλίου του «Παντρεμένοι» και συνωμοτούσαν για να τον καταστρέψουν. Η δεύτερη έχει να κάνει με τη δύναμη της υποβολής. Έχοντας εντυπωσιαστεί με τον «Οθέλλο» του Σαίξπηρ, ήταν πεπεισμένος ότι η υποβολή είναι αποτελεσματικότερη μέθοδος φόνου από το δηλητήριο ή το μαχαίρι κι αποφασίζει να τη χρησιμοποιήσει.

Κεντρικό θέμα του έργου είναι η εξοντωτική πάλη ανάμεσα στον ίλαρχο και τη Λάουρα, που ξεπερνάει τα στενά όρια διαμάχης ανάμεσα σ’ έναν συγκεκριμένο άνδρα και στη συγκεκριμένη γυναίκα του και παίρνει τις διαστάσεις της αέναης αναμέτρησης ανάμεσα στα δύο φύλα.

Ο ίλαρχος, ένας καλλιεργημένος άνθρωπος με ευρύτερα επιστημονικά ενδιαφέροντα, είναι είκοσι χρόνια παντρεμένος με μια γυναίκα σκληρή και ασήμαντη, κατά τα λεγόμενα του. Η αρχική τους αγάπη έχει παραχωρήσει πια τη θέση της σε μια γλυκιά ανάμνηση στο μυαλό του ιλάρχου, ενώ αντίθετα στη Λάουρα, φέρνει τις μνήμες της ενοχής, αφού όπως υποστηρίζει με πάθος η ίδια σε μια απ’ τις δυο μεγάλες σκηνικές αναμετρήσεις τους, ακόμα και η ερωτική τους επαφή είχε στοιχεία κατάκτησης, εξουσίας και ενοχής σε βαθμό που της προκαλούσε ενόχληση.

Η πραγματική σύγκρουση ανάμεσα τους, ξεσπάει σαν βίαιος πόλεμος όταν η κόρη τους η Βέρθα γίνεται δεκαεφτά χρονών και πρέπει ν’ αποφασίσουν για το μέλλον της. Ο ίλαρχος θέλει να την απομακρύνει από το γυναικοκρατούμενο, στενόμυαλο και γεμάτο προκαταλήψεις περιβάλλον του σπιτιού τους. Θέλει η κόρη του να φύγει από το σπίτι, να σπουδάσει και να διευρύνει τους πνευματικούς της ορίζοντες.
Η Λάουρα αντιδρά επιμένοντας να κρατήσει την κόρη της στο σπίτι, και στον αγώνα της να απομακρύνει ή να εξοντώσει τον άντρα της, στήνει μια πλεκτάνη, υποβάλλοντας στον άντρα της την ιδέα πως μπορεί να μην είναι αυτός ο φυσικός πατέρας της κόρης τους. Παράλληλα εμποδίζει την επιστημονική του έρευνα κατακρατώντας την αλληλογραφία του και διαδίδει φήμες για ψυχική ανισορροπία του ιλάρχου.

Μην μπορώντας να αντέξει την αμφιβολία που του επιβάλλει σχετικά με την πατρότητα της Βέρθας, ο ίλαρχος εξουθενώνεται ηθικά και σωματικά και οδηγείται στην παραφροσύνη. Πεπεισμένοι όλοι για την ψυχική του ανισορροπία, στρέφονται εναντίον του κι αποφασίζεται ο εγκλεισμός του σε φρενοκομείο. Η παραμάνα του που τον έχει μεγαλώσει από μικρό, αναλαμβάνει να τον γαληνέψει με τα λόγια και τα χάδια της, θυμίζοντάς του τρυφερά περιστατικά από τα παιδικά του χρόνια. Ο ίλαρχος αφήνεται στην αγκαλιά της, ανακαλώντας τις ευτυχισμένες στιγμές της παιδικής του ηλικίας καθώς εκείνη τον ντύνει με τον ζουρλομανδύα, όπως ακριβώς τον έντυνε με τα παιδικά του ρούχα. Ντυμένος με το ατιμωτικό ρούχο, λίγο πριν οδηγηθεί στο άσυλο, ο ίλαρχος πεθαίνει στην αγκαλιά της παραμάνας του, λέγοντας τα τελευταία του λόγια: […]είναι γλυκό να κοιμάσαι στον κόρφο της γυναίκας, μάνας ή αγαπητικιάς, μα πιο γλυκό στης μάνας!

Το 1888, «Ο Πατέρας» ανεβαίνει για πρώτη φορά στο Βερολίνο στη Freie Βühye (Ελεύθερη Σκηνή) με σκηνοθέτη τον Ότο Μπραμ, τον καλλιτέχνη που κωδικοποίησε στο γερμανικό θέατρο την αισθητική του νατουραλισμού του Ζολά και τις αρχές του πρώτου σκηνοθέτη στην ιστορία του θεάτρου και πρώτου νατουραλιστή, δάσκαλο και ίνδαλμα του Στανισλάβσκι, τον Γεώργιο του Μαϊνίγκεν. Ο Ότο Μπραμ έριξε τότε το σύνθημα: «Να αποθεατροποιήσουμε το θέατρο», δηλαδή να αφαιρέσουμε κάθε θεατρικότητα, σύμβαση, ποιητικούς ενδείκτες και να ανεβάσουμε στη σκηνή τη ζωή γυμνή, χωρίς «επίθετα», στολίδια, φιλολογία, αισθητικούς κανόνες της συντεχνίας, χωρίς αναφορές στην ιστορία του και στην παράδοση των εργαλείων και των κωδίκων του. Δεν είναι λοιπόν παράξενο ούτε απροσδόκητο που ο Ότο Μπραμ γνώρισε στον «Πατέρα» ένα κείμενο που ερχόταν να επαληθεύσει τη σκηνική του δογματική. Άλλωστε κι ο ίδιος ο Στρίντμπεργκ ονόμαζε τον Πατέρα «μια νατουραλιστική τραγωδία».

Είχα την τύχη να παρακολουθήσω το έργο  Ο Πατέρας στο θέατρο Στοά τον Απρίλιο του 2007. Τη μετάφραση επιμελήθηκε η μεταφραστική ομάδα της Στοάς, τα σκηνικά και τα κοστούμια έκανε η Λέα Κούση, ενώ τη μουσική επιμέλεια, τους φωτισμούς και τη σκηνοθεσία έκανε ο Θανάσης Παπαγεωργίου.

 

Στους πρωταγωνιστικούς ρόλους Θανάσης Παπαγεωργίου, Λήδα Πρωτοψάλτη. Η παράσταση της Στοάς σεβάστηκε όλα τα στοιχεία της αρχής του νατουραλισμού, μ’ ένα λιτό σκηνικό, απλά κοστούμια και χωρίς φτιασιδώματα τόσο στον σκηνικό χώρο όσο και στις ερμηνείες. Μία υπέροχη παράσταση που οφείλει να παρακολουθήσει κάθε θεατρόφιλος.