26/5/22

Καισαρείων Κ.Π.ΚΑΒΑΦΗΣ

Credit: UIG via Getty Images/Universal History Archive

                 ΚΑΙΣΑΡΕΙΩΝ

Εν μέρει για να εξακριβώσω μια εποχή,

εν μέρει και την ώρα να περάσω,

την νύχτα χθες πήρα μια συλλογή

επιγραφών των Πτολεμαίων να διαβάσω.

Οι άφθονοι έπαινοι κ’ η κολακείες

εις όλους μοιάζουν. Όλοι είναι λαμπροί,

ένδοξοι, κραταιοί, αγαθοεργοί·

κάθ’ επιχείρησίς των σοφοτάτη.

Aν πεις για τες γυναίκες της γενιάς, κι αυτές,

όλες η Βερενίκες κ’ η Κλεοπάτρες θαυμαστές.

 

Όταν κατόρθωσα την εποχή να εξακριβώσω

θάφινα το βιβλίο αν μια μνεία μικρή,

κι ασήμαντη, του βασιλέως Καισαρίωνος

δεν είλκυε την προσοχή μου αμέσως.....

 

A, να, ήρθες συ με την αόριστη

γοητεία σου. Στην ιστορία λίγες

γραμμές μονάχα βρίσκονται για σένα,

κ’ έτσι πιο ελεύθερα σ’ έπλασα μες στον νου μου.

Σ’ έπλασα ωραίο κ’ αισθηματικό.

Η τέχνη μου στο πρόσωπό σου δίνει

μιαν ονειρώδη συμπαθητική εμορφιά.

Και τόσο πλήρως σε φαντάσθηκα,

που χθες την νύχτα αργά, σαν έσβυνεν

η λάμπα μου —άφισα επίτηδες να σβύνει—

εθάρρεψα που μπήκες μες στην κάμαρά μου,

με φάνηκε που εμπρός μου στάθηκες· ως θα ήσουν

μες στην κατακτημένην Aλεξάνδρεια,

χλωμός και κουρασμένος, ιδεώδης εν τη λύπη σου,

ελπίζοντας ακόμη να σε σπλαχνισθούν

οι φαύλοι —που ψιθύριζαν το «Πολυκαισαρίη».

                                                                    (1918)

*Καισαρίων· ο πρεσβύτερος γιος της Κλεοπάτρας. Μετά την ήττα του Αντωνίου, ο Καίσαρ Οκτάβιος τον θανάτωσε (30 π.Χ.) γιατί οι σύμβουλοί του τού υπέδειξαν ότι δεν είναι σκόπιμο να υπάρχουν πολλοί Καίσαρες. (Βλ. Κ.Π. Καβάφη, Ποιήματα, Ίκαρος, φιλολογική επιμέλεια Γ.Π. Σαββίδη, τόμ. Α', σ. 122).

*Πολυκαισαρίη· η ύπαρξη περισσοτέρων του ενός ηγεμόνων (Καισάρων). (Βλ. Ομήρου Ιλιάδα, Β 204, οὐκ ἀγαθόν πολυκοιρανίη· δεν είναι καλό πράγμα η πολυαρχία). Η αναγόρευση του Καισαρίωνα σε Καίσαρα είχε γίνει από τους Αλεξανδρινούς το 34 π.Χ. Το γεγονός, στο οποίο αναφέρεται ο Πλούταρχος στον Βίο του Αντωνίου, αποτέλεσε την αφετηρία του καβαφικού ποιήματος Αλεξανδρινοί βασιλείς. Όταν τέσσερα χρόνια αργότερα (30 π.Χ.), οι ρωμαϊκές λεγεώνες εισβάλλουν στην Αλεξάνδρεια, ο Καισαρίων είναι περίπου δεκαεφτά ετών. Ο Καισαρίων δηλ. θανατώνεται σε ηλικία ίδια με εκείνη του ανώνυμου νέου, του οποίου παρακολουθούμε τον μαρτυρικό θάνατο στο ποίημα 27 Ιουνίου 1906, 2μ.μ. Και στα δύο ποιήματα ο Καβάφης αποκαθιστά μέσω της ποίησης την ιστορική αδικία.

Το ποίημα «Καισαρίων» θεωρείται «ποίημα για την ποίηση», γιατί έχει αυτοαναφορικό χαρακτήρα, αναφέρεται δηλαδή στον τρόπο δημιουργίας του και αποκαλύπτει την πηγή από την οποία αντλεί ο ποιητής την έμπνευσή του, καθώς και τη διαδικασία της δημιουργίας ενός καβαφικού ποιήματος. Συγκεκριμένα, σε αυτό το ποίημα η πηγή έμπνευσης δεν είναι το συναίσθημα, αλλά η ιστορία και ειδικότερα μια συλλογή επιγραφών, μια περιστασιακή μνεία στον Καισαρίωνα, σε έναν άγνωστο βασιλιά. Με αυτή την εκλογή ο ποιητής παραγνωρίζει τα γνωστά και διάσημα πρόσωπα της συλλογής και προτιμά να γράψει ένα ποίημα για το πιο ασήμαντο. Έτσι αντιτίθεται στην παράδοση που βασίζεται σε ένδοξους αυτοκράτορες.

Προσπαθεί, λοιπόν, να συμπληρώσει με τη φαντασία του τα κενά που άφησε η ιστορία και να εξυψώσει ποιητικά τον Καισαρίωνα. Επομένως, η ποίηση δρα επανορθωτικά για να αποκαταστήσει την αδικία της ιστορίας εις βάρος του Καισαρίωνα. Συγκεκριμένες αναφορές στη διαδικασία δημιουργίας του ποιήματος αποτελούν οι στίχοι 11-14:

 «Όταν κατόρθωσα την εποχή να εξακριβώσω

  θάφινα το βιβλίο αν μια μνεία μικρή,

  κι ασήμαντη, του βασιλέως Καισαρίωνος

  δεν είλκυε την προσοχή μου αμέσως.....»

Ο ποιητής αποκαλύπτει το ερέθισμα για τη δημιουργία του ποιήματός του. Ακόμα, στους στίχους 20-21 «Η τέχνη μου στο πρόσωπό σου δίνει μιαν ονειρώδη συμπαθητική εμορφιά» παρουσιάζεται το πώς πλάθεται σιγά-σιγά το ποιητικό όραμα της τέχνης και πώς παίρνει «σάρκα και οστά» η σύλληψή του. Προσπαθεί να φανταστεί τα ιδιαίτερα γνωρίσματα της μορφής του Καισαρίωνα, τα επεξεργάζεται νοητικά, τα αναπλάθει, τα συναρμολογεί με τη δύναμη της φαντασίας του και αισθητοποιεί το αποτέλεσμα με εκφραστικά μέσα. Επίσης, με την ποιητική του φαντασία και με τη συνδρομή της ψυχογραφικής του δεινότητας ανακαλύπτει και τον εσωτερικό κόσμο του προσώπου που περιγράφει (στ. 28-30 «χλωμός και κουρασμένος, ιδεώδης εν τη λύπη σου») και τον αποκαλύπτει με τον ποιητικό λόγο.

Το ποίημα λειτουργεί σε δύο διαφορετικά επίπεδα (στίχοι 1-14 και 15-30) τα οποία διακρίνονται από διαφορετική ποιητική ατμόσφαιρα.
Στο πρώτο επίπεδο το ύφος είναι αφηγηματικό, περιγραφικό και πεζολογικό και συνδέεται με τον ειρωνικό σχολιασμό του περιεχομένου των επιγραφών από τον ποιητή. Η ειρωνεία έχει τον πρώτο λόγο, ενώ είναι έκδηλη και η χρήση αντιποιητικών λέξεων, καθώς και ο πεζολογικός και ρεαλιστικός τόνος.

Το ύφος του δεύτερου επιπέδου του ποιήματος (στίχοι 15-30) αλλάζει. ∆ιαφοροποιείται και στο περιεχόμενο (αναφέρεται μόνο στον  Καισαρίωνα) αλλά και στην ποιητική του, γιατί το ύφος γίνεται περισσότερο προσωπικό και λυρικό. Ο ποιητής δεν παίζει πια με τις λέξεις, αλλά κινείται σε επίπεδο υψηλής πνοής και σε ύφος ζωντανό και παραστατικό. Από το άκρως πληροφοριακό ύφος μεταβαίνουμε σε ένα θερμό λυρισμό γεμάτο αγάπη. Με την αλλαγή της ατμόσφαιρας του ποιήματος προβάλλεται εξυψωμένη η μορφή του Καισαρίωνα, ενώ παράλληλα υπερτονίζεται η διαφορά ανάμεσα στο πεζό περιεχόμενο της ιστορίας, που αποτελεί επιστήμη, και στο περιεχόμενο της ποίησης, απαραίτητη για την οποία είναι η λυτρωτική δύναμη της φαντασίας. Η μετάβαση από το πρώτο στο δεύτερο επίπεδο γίνεται μέσω της δεύτερης στροφικής ενότητας. Η ενότητα αυτή συνιστά μεταβατικό στάδιο.

Στους στίχους 15-21 αναπάντεχα εισβάλλει η ποίηση («α, να, ήρθες συ με την αόριστη γοητεία σου…») κομίζοντας τα μαγικά της «φάρμακα» για τα οποία εκλιπαρεί ο ποιητής στη “Μελαγχολία του ποιητού Ιάσωνος Κλεάνδρου”, για να αποκαταστήσει την αδικία της ιστορίας, για να κομίσει τη δική της δικαιοσύνη, για να αποδώσει μνήμη εκεί που υπάρχει λήθη, για να διαγράψει τα χαρακτηριστικά του κάλλους εκεί όπου είναι σβησμένα τα πρόσωπα, για να μετατρέψει το παρελθόν σε διηνεκές παρόν, για να μιλήσει σε δεύτερο πρόσωπο, και για να νικήσει τέλος τον ίδιο το θάνατο σώζοντας την καίρια στιγμή το μικρό Καισαρίωνα από τα χέρια των φαύλων που ψιθύριζαν το πολυκαισαρίη. Ο διασυρμένος Καισαρίων ένα παιδί-άθυρμα μιας ιστορικής συγκυρίας, ένας τραγικός πρωταγωνιστής ενός δράματος που παίζεται ερήμην του, δεν ανασύρεται απλώς από τη λήθη. Για χάρη του ο ποιητής διακόπτει την ιστορική ροή, τον ανασύρει ως από μηχανής θεός από το χώρο της ιστορίας και τον οδηγεί στην κάμαρή του για να μας τον παραδώσει για πάντα “ωραίο κ’ αισθηματικό”, μόνιμο ένοικο του ποιητικού του κόσμου.

 Ο ποιητής συγκινείται από τη μορφή του Καισαρίωνα και τον οραματίζεται ελεύθερα. Η φαντασία του, η νοσταλγική του διάθεση, τον «πλάθει» συνειρμικά, τον βλέπει «ωραίο και αισθηματικό, με μια ονειρώδη, συμπαθητική ομορφιά». Ο Καβάφης δεν αναφέρεται μόνο στην εξωτερική ομορφιά (ωραίος), αλλά και στην ψυχική διάθεση (αισθηματικός). Το όραμα είναι τόσο ζωντανό που φθάνει σε αληθινή ψευδαίσθηση και σιγά-σιγά πλάθεται ξεκινώντας από το πρόσωπο του εφήβου: «ονειρώδη», αναφέρεται στην ψευδαίσθηση της μορφής και της τέχνης, «συμπαθητική» στο συναίσθημα που γεννάει η μορφή, «εμορφιά» αποτελεί μια ηδονιστική προκατάληψη, αφού ο Καισαρίων είναι γιος μιας Κλεοπάτρας, είναι λογικό να είναι όμορφος και όλο χάρη. Τα γνωρίσματα της ποιητικής μορφής δεν αναφέρονται σε συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, αλλά παρουσιάζουν μια γενική εντύπωση για να μην περιορίσει τη φαντασία του αναγνώστη σε συγκεκριμένες λεπτομέρειες, δεδομένης της υποκειμενικότητας της ομορφιάς.

Ο Άθως ∆ημουλάς, στο ποίημά του «Καβάφης», αναφέρεται στον καβαφικό «Καισαρίωνα». Συγκεκριμένα, παρουσιάζει τον τρόπο σκέψης και έμπνευσης του αλεξανδρινού ποιητή: επισημαίνει πως εκείνος δε συμπαθεί την «αδέσμευτη» φαντασία, γιατί αυτή χρησιμεύει μόνο στα όνειρα («Τη φαντασία την εντελώς αδέσμευτη δε συμπαθώ»), ενώ προτιμά τη «δεσμευόμενη» φαντασία, που τον βοηθάει να ζωντανέψει οικείες σκηνές του παρελθόντος και να ανασύρει προσωπικές μνήμες. Αυτές τις μνήμες, λοιπόν, προσπαθεί να τακτοποιήσει σε ένα ποιητικό πλαίσιο που θα διακρίνεται από μέτρο, ρυθμό και τάξη. Αυτά τα στοιχεία θα τον βοηθήσουν να θυμηθεί το απώτερο παρελθόν, να αποκτήσει τη βεβαιότητα των γεγονότων. Με αυτόν τον τρόπο γεφυρώνεται το νέο με το παλιό. Ανακαλεί τα δώρα της ποίησης, δηλαδή τη δύναμη της φαντασίας και το λόγο, αναζητώντας παρηγοριά και καταφύγιο σε δύσκολες προσωπικές στιγμές. Μέσω της ποιητικής σύνθεσης αψηφά κάθε είδους εμπόδιο και προσπαθεί με κάθε τρόπο να μετουσιώσει την καθημερινότητα σε ποιητική τέχνη («πάντοτε γύρω από πολύτιμα εμπόδια έρπει»). Στον «Καισαρίωνα» το αντικείμενο έμπνευσης ήταν ένα ιστορικό πρόσωπο. Γενικά, ο Καβάφης αρέσκεται να χρησιμοποιεί ιστορικά πρόσωπα, και κυρίως τον δελεάζουν οι εποχές κρίσεων και παρακμής («Εν μέρει για να εξακριβώσω μια εποχή, εν μέρει την ώρα να περάσω...»). Συνεπώς, ο Α. ∆ημουλάς επιβεβαιώνει με το ποίημά του, το οποίο είναι ένα «ποίημα ποιητικής», τη διαδικασία που ακολούθησε ο Καβάφης για τη σύνθεση του Καισαρίωνα. Από τα (256) σωζόμενα ποιήματα του Καβάφη τα (100) περίπου είναι ποιήματα που κατά τρόπο άμεσο ή έμμεσο έχουν ως θέμα τους την ίδια την ποίηση·

ανάμεσά τους εξέχουσα θέση κατέχει ο Καισαρίων όχι μόνον επειδή στο ποίημα αυτό η ποίηση δρα επανορθωτικά έναντι των αδικιών της ιστορίας, αλλά επειδή είναι ένα λαμπρό επιχείρημα υπέρ της ίδιας της ποίησης που μαγικά νικά τη φθορά και το θάνατο επιτυγχάνοντας μέσα στον χώρο της μία κάθαρση που στην περίπτωσή μας είναι διπλή: σώζει τον Καισαρίωνα από το βέβαιο τέλος, αλλά και τον ποιητή από τους μικρούς καθημερινούς θανάτους, που συνεπάγεται η συνάντηση με την ασχήμια του καθημερινού βίου.