3/3/22

Σοφιστές: Η νέα εποχή της ελληνικής φιλοσοφίας

 Σοφιστές: Η νέα εποχή της ελληνικής φιλοσοφίας

            Όταν, γύρω στα 450 π.Χ., ο Πρωταγόρας έφθανε στην Αθήνα, η πόλη ζούσε μία μοναδική περίοδο ακμής. Μετά τη νίκη στους Περσικούς πολέμους, είχε αναδειχθεί σε πολιτική και στρατιωτική υπερδύναμη που προξενούσε το θαυμασμό και το φόβο σε εχθρούς και φίλους. Ο Θεμιστοκλής και ο Κίμων είχαν πετύχει την αποτελεσματική οχύρωση της Αθήνας, το ναυτικό της ήταν το ισχυρότερο στον ελληνικό χώρο, η αθηναϊκή ηγεμονία επισφράγιζε τον ηγετικό της ρόλο στα ελληνικά πράγματα. Στο εσωτερικό, οι μεταρρυθμίσεις του Εφιάλτη και του Περικλή είχαν ολοκληρώσει τους θεσμούς της δημοκρατίας, ενώ η οικονομία ανθούσε.

         Δεν είναι λοιπόν τυχαίο το γεγονός ότι οι νέοι περιπλανώμενοι δάσκαλοι, οι σοφιστές, την προτιμούν. Ο Πρωταγόρας από τα Άβδηρα της Θράκης, έναν απομακρυσμένο αλλά ιδιαίτερα σημαντικό πυρήνα του ιωνικού στοχασμού και ο Γοργίας από τους Λεοντίνους της Σικελίας, ακολουθούμενοι από δεκάδες άλλους νεότερους σοφιστές θα φθάσουν σταδιακά στην πόλη, μετατρέποντάς τη σε κέντρο του φιλοσοφικού στοχασμού.

            Από την περίοδο αυτή και για αρκετούς αιώνες η Αθήνα θα γίνει η αναμφισβήτητη πατρίδα της φιλοσοφίας. Στην ίδια αυτή πόλη θα ανθήσουν κάθε λογής σχολές, από την Πλατωνική Ακαδημία μέχρι τον Αριστοτελικό Περίπατο κι από τους Επικούρειους μέχρι τους Στωικούς.

Το περιεχόμενο της σοφιστικής διδασκαλίας

            Αντικείμενο του νέου ρεύματος σκέψης είναι ο άνθρωπος, τόσο στην κοινωνική όσο και στην ατομική του διάσταση. Τα θέματα που προκαλούν το ενδιαφέρον των σοφιστών είναι οι κοινωνικοί θεσμοί, η πολιτική τέχνη, η γλώσσα και οι χρήσεις της, η ηθική, η εκπαίδευση, η θρησκεία, οι κοινωνικές διακρίσεις, το δίκαιο και οι κοινωνικές μεταβολές.

            Αντίθετα με τους φυσικούς φιλοσόφους, η σοφιστική δεν ενδιαφέρεται για τις γενικές αρχές που διέπουν τον κόσμο και τα όντα που τον κατοικούν. Χρησιμοποιώντας ως βασικό εργαλείο την εμπειρία, συγκεντρώνει αδιάκοπα το γνωστικό της υλικό και μελετά κάθε πλευρά της κοινωνικής ζωής. Ο εμπειρισμός των σοφιστών, συνδέεται με τον πρακτικό προσανατολισμό της διδασκαλίας τους. Οι γνώσεις δεν έχουν αξία αυτές καθαυτές αλλά αποτελούν μέσο επιβίωσης, δραστηριοποίησης και επιτυχίας σε κάθε πλευρά της ανθρώπινης ζωής. Ο σοφιστής είναι δάσκαλος που προσφέρει περιεχόμενο και στρατηγική ζωής. Τα μαθήματα γίνονται είτε σε μικρούς κύκλους που λειτουργούν τακτικά είτε σε μαζικότερες επιδείξεις πάνω σε διάφορα θέματα. Ο σκοπός τους περιγράφεται λιτά από τον Πρωταγόρα: «εὐβουλία περί τε τῶν οἰκείων καὶ περὶ τῶν τῆς πόλεως».

            Στην ευρέως διαδεδομένη αριστοκρατική αντίληψη που δέχεται ότι η φυσική προδιάθεση και η καταγωγή είναι τα στοιχεία που προσδιορίζουν την προσωπικότητα κάθε ανθρώπου, οι σοφιστές αντιτάσσουν τη δύναμη της αγωγής. Αυτή επιτυγχάνεται μέσω της διαρκούς εκπαίδευσης, την οποία οι ίδιοι προσφέρουν επαγγελματικά έναντι χρηματικής αμοιβής.

            Για τους σοφιστές ο λόγος δεν αποτελεί απλά ένα μέσο έκφρασης. Είναι εργαλείο και όπλο. Το  ζήτημα εδώ δεν είναι η εξακρίβωση της αλήθειας, η οποία από το σύνολο των σοφιστών θεωρείται σχετική και δύσκολα ανιχνεύσιμη, αλλά η επικράτηση των απόψεων μέσω της πειθούς ή των επιχειρημάτων. Ο καλός χειριστής του λόγου μπορεί να εμφανισθεί πάνοπλος στην Εκκλησία του Δήμου, το δικαστήριο ή την όποια συζήτηση, έχοντας έτσι αυξημένες πιθανότητες να επικρατήσει των αντιπάλων του.

            Εκτός από τα συνηθισμένα μαθήματα σε μικρούς ή μεγάλους κύκλους ακροατών, οι σοφιστές δεν έχαναν την ευκαιρία να παρουσιάσουν τη διδασκαλία τους σε μεγάλες γιορτές και συναθροίσεις, όπως τα Παναθήναια, οι Ολυμπιακοί αγώνες κ.ά.

 Ο όρος «σοφιστής»

            Αν και ο όρος σοφιστής απέκτησε με τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη απαξιωτικό περιεχόμενο, μέχρι τότε όμως είχε θετική σημασία. Η λέξη σοφιστής συνόδευε συχνά τα ονόματα φιλοσόφων, ποιητών, πεζογράφων και καλλιτεχνών, ενώ η λέξη φιλόσοφος εμφανίστηκε αρκετά αργότερα, με τον Πλάτωνα. Την εποχή του Πρωταγόρα η λέξη είχε ήδη δυσφημιστεί, αν και ο αρχαιότερος των σοφιστών επέμενε να τη χρησιμοποιεί για τον εαυτό του θεωρώντας την τιμητική. Mέχρι τις αρχές του 4ου αι. π.Χ. πάντως η λέξη είχε αποκτήσει εντελώς αρνητικό περιεχόμενο κι έτσι παρέμεινε ως τις μέρες μας, καθώς επίσης και τα παράγωγά της, όπως η σοφιστεία και το σόφισμα.

 Οι επιδράσεις των σοφιστών

            Οι σοφιστές έχαιραν μεγάλης εκτίμησης στην  εποχή τους, γεγονός που αποδεικνύεται και από τους διαλόγους του αντιπάλου τους Πλάτωνα. Αξιοποιήθηκαν συχνά από πολιτικούς, όπως ο Περικλής, σε ρόλους συμβούλων, διπλωματών ή νομοθετών.

            Με το έργο τους επηρέασαν σημαντικές προσωπικότητες της κλασικής εποχής, ανάμεσα στους οποίους τον ιστορικό Θουκυδίδη, τους τραγικούς Ευριπίδη και Αγάθωνα, το ρήτορα Ισοκράτη και άλλους. Δεν υπάρχει σημαντικός Έλληνας συγγραφέας ή πολιτικός στην καμπή του 5ου προς τον 4ο αιώνα π.Χ. που να μη μαθήτευσε στους Σοφιστές ή να μη δέχθηκε την επίδρασή τους.

            Οι σοφιστές επέφεραν με τη διδασκαλία τους ισχυρότατο πλήγμα στις συντηρητικές ιδέες του παρελθόντος. Αμφισβήτησαν παραδοχές αιώνων, μετατοπίζοντας το κέντρο βάρους από τους θεούς στην ανθρώπινη βούληση. Ορισμένοι μάλιστα από αυτούς εξέφρασαν αθεϊστικές απόψεις.

            Το τίμημα για ορισμένους ήταν πολύ βαρύ. Κάποιοι καταδικάστηκαν και τιμωρήθηκαν για τις ιδέες τους, ενώ τα έργα τους καταστράφηκαν, καθιστώντας έκτοτε εξαιρετικά δύσκολη τη μελέτη της σκέψης τους.

            Οι ορίζοντες ωστόσο που άνοιξε η σοφιστική κίνηση δεν μπόρεσαν να κλείσουν, παρά το πυκνό σκοτάδι που για πολύ καιρό κάλυψε τη διδασκαλία τους. Είκοσι δύο αιώνες μετά την εμφάνισή τους, τα θέματα που έθεσαν οι σοφιστές εμφανίστηκαν και πάλι στο προσκήνιο. Με τον ευρωπαϊκό Διαφωτισμό του 18ου αι. η ανθρώπινη αναζήτηση ξέφευγε από τον ασφυκτικό εναγκαλισμό του θεολογικού σχολαστικισμού και της αριστοκρατικής ακαμψίας και ξανάφερνε τα ερωτήματα των διαφωτιστών στο κέντρο του ενδιαφέροντος. Έκτοτε, οι απαντήσεις προχώρησαν πολύ πιο πέρα από τους σοφιστές. Αλλά τα ερωτήματα που πρώτοι αυτοί έθεσαν δεν μπόρεσαν να ξεχαστούν.

Το πρόβλημα των πηγών

            Μία από τις μεγαλύτερες δυσκολίες που αντιμετωπίζει ο μελετητής της σοφιστικής κίνησης, η οποία θεωρείται από τις πιο εκθαμβωτικές αλλά και τις πιο αμφιλεγόμενες εκφάνσεις του ελληνικού πνεύματος, είναι ο ολοσχερής σχεδόν αφανισμός του τεράστιου γραπτού έργου των σοφιστών.

Ό,τι απέμεινε από τα έργα των Σοφιστών το συγκέντρωσε και το περιέλαβε στα περίφημα Fragmente der Vorsokratiker ο Herman Diels, κλασικός φιλόλογος με σπάνια κριτική ικανότητα και αυστηρή μέθοδο, ο οποίος δάμασε το τεράστιο υλικό μιας παράδοσης που ξεκινούσε από τους αρχαϊκούς χρόνους και έφθανε ως την όψιμη αρχαιότητα και τους Πατέρες της Εκκλησίας. Ο  Diels κατόρθωσε να ανασυνθέσει το στέμμα αυτής της παράδοσης και να δείξει ότι όλες οι πληροφορίες για τους λεγόμενους «Προσωκρατικούς» φιλοσόφους, οι οποίες ανάγονται σ’ αυτό το απέραντο υλικό, ανάγονται τελικά στο σύγγραμμα Φυσικῶν δόξαι του Θεοφράστου, την πρώτη απόπειρα ανακεφαλαίωσης της παλαιότερης παράδοσης, όταν (4ος αι. π.Χ.) η πρόσβαση στις πηγές ήταν ακόμα δυνατή.

Καρπός της ανακάλυψης του Diels ήταν η πρώτη μεγάλη συλλογή αποσπασμάτων Doxographi Graeci – με την οποία ο γυμνασιακός καθηγητής, τότε (1877), Diels απέσπασε το βραβείο της Βερολίνειας Ακαδημίας και εξασφάλισε την είσοδό του σε αυτήν ως τακτικό μέλος της- και αρκετά χρόνια αργότερα (1903) η μνημειώδης έκδοση των Fragmente der Vorsokratiker. Με το έργο αυτό, το οποίο ο Diels το είχε σχεδιάσει ως βοήθημα για σπουδαστές, τέθηκαν οι βάσεις για τη μελέτη της ελληνικής φιλοσοφίας.

Απ΄όλες τις πραγματείες των σοφιστών διασώθηκαν ολόκληρα μόνο το Ἑλένης ἐγκώμιον και η Ὑπέρ Παλαμήδους ἀπολογία του Γοργία. Το συγγραφικό έργο των Σοφιστών το γνωρίζουμε από τα λίγα σωζόμενα αποσπάσματα των έργων τους,  ενώ από τα έργα πολλών σοφιστών δεν έμεινε απολύτως τίποτε. Επίσης το γνωρίζουμε από τους ομώνυμους διαλόγους του Πλάτωνα (π.χ. Πρωταγόρας, Γοργίας, Ιππίας Μείζων), καθώς και από άλλα έργα του ( Πολιτεία, Θεαίτητος, Σοφιστής), αλλά και από έργα του Αριστοτέλη ( Ρητορική και Σοφιστικοί Έλεγχοι) ή από αναφορές σε αυτούς και το έργο τους από συγχρόνους τους και νεότερους στοχαστές της αρχαιότητας, όπως ο Ισοκράτης, ο Ξενοφών κ.ά. Πολλές αντιλήψεις τους βρίσκονται σε ρητορικά κείμενα των αττικών ρητόρων, σε τραγωδίες του Σοφοκλή και του Ευριπίδη και σε κωμωδίες του Αριστοφάνη, ο οποίος είχε κριτική στάση απέναντί τους. Σημαντική πηγή για τη σοφιστική κίνηση είναι ο Φιλόστρατος (2ος-3ος αι. μ.Χ.) που έγραψε το έργο Βίοι Σοφιστών.  

         Η απώλεια του συγγραφικού έργου των σοφιστών είναι τεράστιας ιστορικής βαρύτητας, η οποία μόνο τυχαία δεν μπορεί να χαρακτηριστεί. Όπως αναφέρει και ο Diels, το έργο των σοφιστών αφανίστηκε μεθοδικά από τους ιδεαλιστές, τους ολιγαρχικούς και τους αριστοκράτες της εποχής, που με την επικράτησή τους φρόντισαν να απαλλαγούν από κάθε είδους ενοχλητική υπόμνηση, σχετιζόμενη με το έργο του αρχαίου ελληνικού Διαφωτισμού.

Φαινομενολογική αναγωγή

               Edmund Husserl 1900.jpg

Η φαινομενολογική αναγωγή είναι η φιλοσοφική μέθοδος, η οποία ορίζει ότι για να υπάρξει φιλοσοφική γνώση θα πρέπει να θέσουμε τη φυσική στάση «εντός παρενθέσεων» προχωρώντας σε μια νοητική πράξη εποχής (Epoche). Εποχή είναι ο όρος με τον οποίο οι αρχαίοι σκεπτικιστές προσδιόριζαν την ανάγκη να διακόψουμε κάθε κρίση, δεδομένης της αδυναμίας να φθάσουμε σε οποιαδήποτε μορφή βεβαιότητας. Η σκεπτική εποχή καταλήγει συνεπώς στη ριζική αμφιβολία ως προς τα περιεχόμενα και τη δομή του εξωτερικού κόσμου. Ενώ ο σκεπτικός εφαρμόζει την εποχή, διότι αμφιβάλλει για τη γνώση εκτός υποκειμένου, ο φαινομενολόγος εφαρμόζει την εποχή για να αντικειμενικοποιήσει το εσωτερικό βίωμα της συνείδησης και να απαλείψει την υποκειμενικότητα. Η φαινομενολογική εποχή που προτείνει ο Husserl, δηλαδή να βάλουμε μέσα σε παρένθεση όλες τις συνήθειες, τις προκαταλήψεις, τις πεποιθήσεις μας, τις εμφανείς ιδέες και γενικά όλα όσα ως φαινόμενα περιέχονται στη συνείδησή μας, σε αντίθεση με τη σκεπτικιστική εποχή, δεν θέλει να δείξει την ανυπαρξία της οποιασδήποτε αλήθειας. Απλά αναστέλλουμε τις αποβλεπτικότητές μας και τις ουδετεροποιούμε. Δεν τις μετατρέπουμε, τις διατηρούμε ως έχουν, αλλά τις εξετάζουμε ως θεωροί. Η φαινομενολογική εποχή αποφεύγει οποιαδήποτε κρίση σχετικά με την ύπαρξη και την αξία των εμπειρικών δεδομένων. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν. Ο φαινομενολογικός ερευνητής, αφού απαλλαγεί από κάθε τι τυχαίο, μη απαραίτητο και προσωπικό, θα είναι σε θέση να αναλύσει με την αναγκαία αντικειμενικότητα τόσο τον κόσμο, όσο και τα φαινόμενα της συνείδησης και του πνεύματος.
      Όπως δηλώνει ο ίδιος ο Husserl:

Η εποχή, μπορούμε να πούμε, είναι η ριζική και καθολική μέθοδος μέσω της οποίας κατανοώ καθαρά τον εαυτό μου ως εγώ, ως εγώ μαζί με τη δική μου καθαρή συνειδησιακή ζωή, εντός της οποίας και μέσω της οποίας υπάρχει για μένα ο όλος αντικειμενικός κόσμος και μάλιστα τέτοιος που υπάρχει ακριβώς για μένα.

Η έννοια του cogito  

      Θέτοντας τον εαυτό μας στην κατάσταση της εποχής, αναστέλλοντας οποιοδήποτε διανόημά μας για οτιδήποτε εκτείνεται πέρα από τα περιεχόμενα της εμπειρίας μας και θέτοντας εντός παρενθέσεως όλα όσα ως φαινόμενα περιέχονται στη συνείδησή μας, θα διαπιστώσουμε ότι το υπόλοιπο που απομένει είναι η καθαρή συνείδησή μας. Η φαινομενολογική αναγωγή αποτελεί το δρόμο της επιστροφής στην σφαίρα του καθαρού εγώ, της υπερβατολογικής συνείδησης, της καθαρμένης από εμπειρικά και ψυχολογικά δεδομένα. Όπως ο ίδιος ο Husserl αναφέρει στους Καρτεσιανούς στοχασμούς του:

Εάν στηριχθώ σε αυτή τη ζωή, και εάν επέχω από κάθε επιτέλεση οποιασδήποτε πίστης-στο-είναι, πίστης που εκλαμβάνει τον κόσμο άμεσα ως υπάρχοντα, και αν τέλος κατευθύνω το βλέμμα μου αποκλειστικά πάνω σε αυτή τη ζωή την ίδια ως συνείδηση για τον κόσμο, τότε κατακτώ τον εαυτό μου ως το καθαρό εγώ και την καθαρή ροή των δικών μου cogitationes.

    Η συνείδηση στην πρωταρχική της λειτουργία δεν είναι εξαρτημένη από τα πράγματα που βρίσκονται έξω από αυτήν. Στόχος της είναι να εξηγήσει και να ερμηνεύσει τον κόσμο με βάση τον εαυτό της. Η κίνηση του λογικού προς τον εξωτερικό κόσμο είναι μια κίνηση προθετική. Η ουσία του συνειδησιακού βιώματος είναι η προθετικότητα. Στόχος της συνείδησης: η οικειοποίηση των αντικειμένων με σκοπό την αυτογνωσία και την αυτονομία της. Όπως ο Descartes, κατά τον ίδιο τρόπο και ο Husserl, θεωρεί τα εμπειρικά δεδομένα των αισθήσεων αναξιόπιστες πηγές γνώσης και στρέφεται στη συνείδηση για την απόκτηση της βέβαιης γνώσης. Για την κατανόηση της λειτουργίας της συνείδησης δεν μας ενδιαφέρουν οι ποσοτικές περιγραφές και οι αιτιακές εξηγήσεις που προκρίνει η εμπειρική επιστήμη και ο κοινός νους. Για τον Descartes το cogito αποτελεί τη σκεπτόμενη υπόσταση του ανθρώπου και ταυτόχρονα την απόδειξη της ύπαρξής του. Σύμφωνα με την καρτεσιανή θεωρία η ανεξαρτησία της συνείδησης προϋποθέτει μέχρι τέλους το χωρισμό ιδέας και εξωτερικού πράγματος. Αντιθέτως, ο Husserl ερευνά πώς η συνείδηση θα παραμείνει αυτεξούσια μέσα από την αναγκαία εμπλοκή της με το φυσικό της περιβάλλον. Ο ίδιος θεωρούσε ότι το καρτεσιανό cogito δεν θα μπορούσε να προσφέρει το θεμέλιο για να αναχθεί η φιλοσοφία στην εγκυρότητα που έχει μια επιστήμη. Κατά τη γνώμη του ο Descartes έσφαλε στο ότι αγνόησε την υποκειμενικότητα του σκεπτόμενου εγώ. Για τον Husserl το ego cogito, το οποίο ταυτίζεται με την υπερβατολογική συνείδηση αποτελεί «το αποδεικτικά ασφαλές και έσχατο έδαφος των κρίσεων» επί του οποίου πρέπει να θεμελιώνεται κάθε φιλοσοφία. Η ύπαρξη μιας τέτοιας υπερβατολογικής συνείδησης, η οποία στοχάζεται τον κόσμο με σκοπό να ζήσει μέσα του, είναι η προϋπόθεση για την ύπαρξη κάθε θεωρίας. Μέσα στο cogito ο κόσμος αποκτά το καθολικό και το ειδικό του νόημα, καθώς και την οντολογική του ισχύ. Όταν η υπερβατολογική συνείδηση βάζει τον εμπειρικό κόσμο σε παρένθεση αναδιπλώνεται στον εαυτό της. Η καθαρή λοιπόν αυτή συνείδηση, όπως την ανασυγκροτεί η φιλοσοφία, είναι η πηγή όλων των δραστηριοτήτων του υπερβατολογικού Εγώ.

   Η συνείδησή μας συνίσταται σε μια αδιάκοπη σειρά από νοητικές ενέργειες, τις νοήσεις, οι οποίες, όμως, δεν περιορίζονται στον εαυτό τους, αλλά αναφέρονται σε κάτι ετερογενές προς τη συνείδηση. Η συνείδηση έχει πάντα μια αναφορά στα πράγματα. Η νόηση είναι σε κάθε περίπτωση νόηση ενός πράγματος, έχει δηλαδή αντικειμενικό περιεχόμενο. Τα σημεία αναφοράς των νοήσεων, δηλαδή των νοητικών ενεργειών της συνείδησης, ο Husserl τα αποκάλεσε με τον όρο νοήματα, προκειμένου: αφενός μεν να επισημάνει την ετερότητά τους προς τις αντίστοιχές τους νοήσεις, αφετέρου δε να δηλώσει ότι, ανεξάρτητα από τον ετερογενή σε σχέση προς τις νοήσεις χαρακτήρα τους, υφίστανται όπως οι τελευταίες αυτές, εντός των ορίων της συνείδησης και δεν αποτελούν αντικείμενα ή γεγονότα του εξωτερικού κόσμου. Μέσα στη συνείδηση, λοιπόν, ανακαλύπτουμε το νόημα του πράγματος, την καθαρή μορφή του, την αντικειμενική όψη του βιώματος. Το νόημα αποτελεί μια καθαρή ενέργεια του νου. Ο όρος νόημα αναφέρεται στα αντικειμενικά σύστοιχα της αποβλεπτικότητας, αναφέρεται δηλαδή σε οτιδήποτε αποτελεί αντικείμενο της απόβλεψης στη φυσική στάση. Επιπλέον, σηματοδοτεί ότι βρισκόμαστε στο χώρο της φαινομενολογίας, διότι ο όρος νόημα εκφέρεται μόνο από το εσωτερικό της φαινομενολογικής στάσης και ότι τα πράγματα για τα οποία μιλάμε εξετάζονται από μια φιλοσοφική οπτική γωνία και όχι από μια οπτική γωνία στο εσωτερικό της φυσικής στάσης. Όπως αναφέρει ο Husserl: «Βιώνοντας, αποκτώντας εμπειρίες, σκεπτόμενος, αξιολογώντας και ενεργώντας, δεν μπορώ να εισδύσω μέσα σε κανέναν άλλο κόσμο παρά σε εκείνον που λαμβάνει νόημα και ισχύ μέσα σε εμένα τον ίδιο».