4/2/24

Ο άσχημος - Marius von Mayenburg

 

 

Αμείωτη ταχύτητα, φρενήρης ρυθμός, αβίαστες μεταμορφώσεις και αλλαγές σκηνών στην παράσταση «Ο ΆΣΧΗΜΟΣ» του Marius von Mayenburg, Γερμανού θεατρικού συγγραφέα και δραματουργού, που σκηνοθετεί ο Γιώργος Κουτλής στο Νέο Θέατρο «Κατερίνα Βασιλάκου».

Είναι τόσο άσχημος, ώστε κανένας δεν αντέχει να τον κοιτάξει καταπρόσωπο. Είναι τόσο άσχημος, ώστε τα παιδάκια στον δρόμο τρέχουν να κρυφτούν μόλις τον αντικρίσουν. Η ασχήμια του προκαλεί άγχος, αμηχανία, νευρικότητα, σοκ, απέχθεια – οι αντιδράσεις ποικίλλουν, ανάλογα με τους καλούς -ή κακούς-τρόπους των συνομιλητών του. Η γυναίκα του τον λατρεύει, αλλά κι εκείνη εστιάζει απαρέγκλιτα στο αριστερό του μάτι, κάθε φορά που της απευθύνει τον λόγο. Ο ίδιος δεν δίνει σημασία, δεν γνωρίζει καν ότι ο κόσμος τον θεωρεί άσχημο. Μέχρις ότου διαπράξει το θανάσιμο αμάρτημα, αυτό για το οποίο δεν δύναται να νοηθεί ουδεμία συγχώρεση: το πρόσωπό του θέτει σε κίνδυνο τη βιωσιμότητα της εταιρείας στην οποία εργάζεται. Βραχυκυκλώνει την παραγωγή. Τρομάζει τους αγοραστές. Απειλεί τις πωλήσεις. Αυτό είναι ανεπίτρεπτο, αυτό είναι αληθινό έγκλημα και εξαιτίας του πρέπει να ληφθούν μέτρα: δεν γίνεται να κυκλοφορούν ελεύθεροι οι άνθρωποι με τα πρόσωπά τους ανεξέλεγκτα, διαταράσσοντας τη χαρωπή ατμόσφαιρα της αγοράς.

 

Εδώ έγκειται η διορατικότητα του Von Mayenburg : ότι συλλαμβάνει, δηλαδή, την ασχήμια όχι ως τροχοπέδη στις διαπροσωπικές σχέσεις ή ως ναρκισσιστικό καταποντισμό αλλά ως πρόβλημα οικονομικής φύσεως. Ο άσχημος δεν είναι ο απόβλητος του ερωτικού παιχνιδιού αλλά του καπιταλιστικού συστήματος. Η γυναίκα του τον αγαπά, ο διευθυντής του είναι αυτός που τον απορρίπτει, τον κάνει να αισθάνεται ελαττωματικός και αναλώσιμος.

Ο Von Mayenburg σχεδιάζει έναν κόσμο εφιαλτικό, όπου η εξάλειψη της ασχήμιας, η εξαφάνιση του «άλλου» (του «άλλου» που θεωρούμε ως «άσχημο» εαυτό μας) γεννά έναν κόσμο από κλώνους, παραδομένους στην άμεση ικανοποίηση των ορέξεών τους, ανθρώπους-μαριονέτες,  που κυνηγούν αντανακλάσεις και εικόνες ανούσιας τελειότητας, αποκομμένα από κάθε εσωτερικότητα, δυστυχή και αποξενωμένα.

Η ασχήμια είναι το απρόβλεπτο, το ανεξέλεγκτο, ο αστάθμητος παράγων που τείνει να αποσταθεροποιήσει τις συστοιχίες. Είναι το ανοίκειο, το άγνωστο, το αταξινόμητο, αυτό που δεν έχει ούτε προηγούμενο ούτε επόμενο: «Το ωραίο έχει μόνο έναν τύπο, το άσχημο έχει χίλιους», πρώτος το κατάλαβε ο Ουγκώ. Και ίσως παραπάνω από χίλιους, θα προσθέταμε: το άσχημο είναι το ανεξάντλητο, το πραγματικά πρωτότυπο, αυτό που δεν μιμείται καμία εικόνα, κανένα πρότυπο, φέρει τη μοναδικότητά του ως ασίγαστη υπενθύμιση της διαφοράς, διεκδικεί το δικαίωμα σε αυτήν τη διαφορά, είναι η διαφορά, χωρίς την οποία θα πνιγόμασταν στην κυριαρχία του ίδιου, του ομοίου και των αδελφών τους.

 

Γι’ αυτό η ασχήμια πρέπει να πεθάνει. Πρέπει να εξαλείψουμε κάθε καρούμπαλο ή λακκούβα, να ξεριζώσουμε κάθε πλεονάζον αυτί, να αποψιλώσουμε κάθε δασύτριχη περιοχή, να αποξηράνουμε τους υπερενεργούς σιελογόνους, να επαναφέρουμε την αρμονία των χαρακτηριστικών, τη γαλαζοσύνη των ματιών, τη ροδαλότητα των παρειών, το στραφτάλισμα των δοντιών, όλα όσα συνθέτουν το επιθυμητό αποτέλεσμα, το ιδανικό πρόσωπο, αυτό που όχι μόνο δεν ενοχλεί κανέναν αλλά αντιθέτως κερδίζει τις εντυπώσεις, κερδίζει τον θαυμασμό, τα κερδίζει όλα, δεν κάνει τίποτε άλλο από το να κερδίζει.  

 

 «Ο καπιταλισμός κατάφερε πραγματικά να δημιουργήσει νέο πλούτο, επειδή τον ανακάλυψε εκεί όπου προηγουμένως δεν υπήρχε. Την εποχή της βιοπολιτικής, η ομορφιά, η υγεία, η νεότητα, είναι οι νέες ανταλλακτικές αξίες, είτε παράγουν πλούτο είτε μετατρέπονται σε κεφάλαιο: «Δεν θα θυσιάζατε τα πάντα για να του μοιάσετε;» ρωτάει το κοινό στη διάρκεια της διάλεξής του ο γιατρός που πραγματοποίησε την πλαστική επέμβαση στον Άσχημο.

Τι είναι αυτό με το οποίο όλοι θέλουμε να μοιάσουμε; Πώς εξηγείται αυτή η τόσο ισχυρή σαγήνη που ασκεί επάνω μας, ώστε θα καταβάλλαμε οποιοδήποτε τίμημα, κυριολεκτικό και μεταφορικό, προκειμένου να το αποκτήσουμε;

Και είναι, συνεπώς, απολύτως ταιριαστό το ότι ο Άσχημος ενσαρκώνεται ως φάρσα, ως ένα θεατρικό είδος, δηλαδή, όπου το σώμα καλείται να λειτουργήσει σε επίπεδο σχεδόν «απάνθρωπο» και μηχανικό. Στη φάρσα, τα σώματα των ηθοποιών καλούνται να εμπλακούν σε ατέρμονους στροβιλισμούς, σε εξωφρενικές στάσεις, συσπάσεις και καταστάσεις που φαντάζουν ανέφικτες για όλους εμάς, τους κοινούς θνητούς.

Γι’ αυτό και δεν μπορεί κανείς παρά να θαυμάσει τους ηθοποιούς της παράστασης, Ορφέα Αυγουστίδη, Γιάννη Κλίνη, Μαίρη Μηνά, Ηλία Μουλά που σκηνοθέτησε ο Γιώργος Κουτλής, έτσι όπως εκσφενδονίζονται σαν λαστιχένιοι στον ίλιγγο των συμπτώσεων, ακροβατώντας χαρίεντες επάνω στην κόψη των δευτερολέπτων και των αναπνοών, με τόση άνεση λες και πρόκειται για κάτι απολύτως φυσικό και αυτονόητο. Χάρη στην προθυμία, την ευελιξία και την αφοσίωσή τους, μια παράλληλη, μαγική διάσταση εμφανίζεται ενώπιόν μας, μέσα στην οποία, έστω για λίγη ώρα, καθίσταται δυνατό να εξερευνήσουμε αυτή την άγνωστη πτυχή που λαθροβιοί εντός μας: τι θα μπορούσαμε να κάνουμε, εάν...

Ο Ορφέας Αυγουστίδης, ο υποκριτικά πανέμορφος «άσχημος» της ιστορίας, καταπίνει με την ίδια υποκριτική μανία τις λέξεις που ανήκουν στον ήρωά του και φανερώνει όχι απλά τον ήρωα τις ιστορίας, αλλά ένα συνονθύλευμα ανθρώπινων χαρακτηριστικών και πτυχών δυστυχώς εξαιρετικά γνώριμων και οικείων σε όλους μας, καταλήγοντας σε έναν μεταμοντέρνο, σπαραχτικό μονόλογο που καταγράφει μια σπουδαία θεατρική στιγμή στο ενεργητικό του. Σε αυτόν τον κόσμο γεμάτο από ανθρώπους που μετατρέπουν ακόμα και τους εαυτούς τους σε εμπορεύματα έτοιμα προς κατανάλωση, γεννιούνται με την ίδια ακριβώς μαεστρία και οι τρεις ρόλοι δια χειρός, σώματος και στόματος Μαίρης Μηνά, η οποία επιδίδεται σε ένα ακραία εντυπωσιακό παιχνίδι παρενδυσίας και εναλλαγής ρόλων, ανεβάζοντας στη σκηνή ηρωίδες της διπλανής πόρτας, αλλά και εκείνες που κινούνται στα γκροτέσκο όρια της φαντασίας, με μοναδικό σκοπό να γίνουν ο εσωτερικός καθρέφτης μας λίγο πριν σπάσει εκκωφαντικά. Αυτή τη σκυτάλη της παρενδυσίας αρπάζουν και οι Γιάννης Κλίνης και Ηλίας Μουλάς, που προσγειώνουν στη σκηνή ωμά και δεξιοτεχνικά τους δικούς τους ήρωες, κατασκευασμένους με απόλυτη σαφήνεια και «χειρουργική» ακρίβεια, συμβολικά φορτισμένους με έννοιες όπως η εξουσία, η δύναμη και οι εμπορευματικές και θεαματικές διαδικασίες του καπιταλιστικού κόσμου που εμπορεύεται ακόμα και τις ανάσες μας.