|
Ονομασία |
Έναστρη Νύχτα |
|
Δημιουργός |
Βίνσεντ βαν Γκογκ |
|
Έτος δημιουργίας |
1889 |
|
Είδος |
Λάδι σε μουσαμά |
|
Ύψος |
73.7 εκ. |
|
Πλάτος |
92.1 εκ. |
|
Μουσείο |
Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης, Νέα Υόρκη |
Η Έναστρη Νύχτα είναι ελαιογραφία σε καμβά του Ολλανδού μετα-ιμπρεσιονιστή ζωγράφου Βίνσεντ βαν Γκογκ. Φιλοτεχνημένος τον Ιούνιο του 1889, απεικονίζει τη θέα από το δυτικό παράθυρο του δωματίου του στο άσυλο Σεν Ρεμί ντε Προβάνς, μόλις πριν την ανατολή του ηλίου, με την προσθήκη ενός εξιδανικευμένου χωριού. Εκτίθεται στην μόνιμη συλλογή του Μουσείου Μοντέρνας Τέχνης στην Νέα Υόρκη από το 1941 και αποκτήθηκε μέσω του κληροδοτήματος Λίλι Π. Μπλις. Θεωρείται ένα από τα καλύτερα έργα του Βαν Γκογκ και είναι ένας από τους πιο γνωστούς πίνακες στην ιστορία του Δυτικού πολιτισμού.
Περιγραφή
Ο πίνακας απεικονίζει μια νυχτερινή σκηνή με έντεκα δίνες αστεριών και ένα φωτεινό κίτρινο μισοφέγγαρο. Στο φόντο υπάρχουν λόφοι, στη μέση του εδάφους υπάρχει μια φεγγαρόλουστη πόλη με μια εκκλησία που έχει ένα επίμηκες καμπαναριό και σε πρώτο πλάνο βρίσκεται η σκούρα πράσινη σιλουέτα ενός κυπαρισσιού.
Το άσυλο
Το μοναστήρι του Σεν Πωλ ντε Μοζόλ
Στον απόηχο του επεισοδίου στις 23 Δεκεμβρίου του 1888 που είχε ως αποτέλεσμα τον αυτο-ακρωτηριασμό του αριστερού αυτιού του, ο Βαν Γκογκ αυτοβούλως ζήτησε τον εγκλεισμό του στο φρενοκομείο Σεν Πωλ ντε Μοζόλ το 1889. Το Σεν Πωλ ντε Μοζόλ στεγαζόταν σε ένα πρώην μοναστήρι που χρηματοδοτούνταν από πλούσιους και είχε λίγο κόσμο όταν έφτασε ο Βαν Γκογκ, επιτρέποντάς του να καταλάβει όχι μόνο μια δεύτερη κρεβατοκάμαρα αλλά και ένα δωμάτιο στο ισόγειο που χρησιμοποιούσε σαν εργαστήρι ζωγραφικής.
Κατά τη διάρκεια του έτους που ο Βαν Γκογκ έμεινε στο άσυλο, συνεχίστηκε η παραγωγική ζωγραφική περίοδος που είχε ξεκινήσει στην Αρλ. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, παρήγαγε μερικά από τα πιο γνωστά έργα της καριέρας του συμπεριλαμβανομένων των Ίριδων από τον Μάιο του 1889 που τώρα βρίσκονται στο Μουσείο Getty J. Paul και την μπλε αυτοπροσωπογραφία του από τον Σεπτέμβριο του 1889, που βρίσκεται στο Musée d' Orsay. Η Έναστρη Νύχτα ζωγραφίστηκε περίπου στα μέσα Ιουνίου, την ημερομηνία δηλαδή που έγραψε στον αδελφό του Τεό πως είχε μια νέα μελέτη ενός έναστρου ουρανού.
Ο πίνακας
Παρά το γεγονός ότι η Έναστρη Νύχτα ζωγραφίστηκε κατά τη διάρκεια της ημέρας στο ισόγειο στούντιο του Βαν Γκογκ, θα ήταν ανακριβές να ειπωθεί ότι η εικόνα ήταν ζωγραφισμένη από μνήμης. Η θέα έχει προσδιοριστεί πως είναι αυτή από το παράθυρο του υπνοδωματίου του, με κατεύθυνση προς τα ανατολικά, μια θέα που ο Βαν Γκογκ δημιούργησε όχι λιγότερες από είκοσι μία παραλλαγές, συμπεριλαμβανομένης της Έναστρης νύχτας. «Μέσα από το παράθυρο με τα σιδερένια κάγκελα» γράφει στον αδελφό του Τεό, περίπου στις 23 Μαΐου του 1889, «μπορώ να διακρίνω ένα τετράγωνο κομμάτι γης με σιτάρι... πάνω από το οποίο, το πρωί, βλέπω τον ήλιο να ανατέλλει σε όλο του το μεγαλείο.»
Ο Βαν Γκογκ απεικονίζει τη θέα σε διαφορετικές ώρες της ημέρας και κάτω από διάφορες καιρικές συνθήκες, συμπεριλαμβανομένων της ανατολής του ήλιου και του φεγγαριού, σε μέρες με ηλιοφάνεια και συννεφιά, με θύελλες και με βροχή. Το προσωπικό του νοσοκομείου δεν επέτρεπε στον Βαν Γκογκ να ζωγραφίζει στο δωμάτιό του, αλλά μπορούσε να κάνει σκίτσα με μελάνι ή κάρβουνο σε χαρτί και τελικά έφτιαχνε νεότερες παραλλαγές σε προηγούμενες εκδοχές. Το εικονογραφικό στοιχείο που ενώνει όλα αυτά τα έργα ζωγραφικής είναι η διαγώνια γραμμή που προέρχεται από τα δεξιά και απεικονίζει τους χαμηλούς λόφους των βουνών Alpilles. Σε δεκαπέντε από τις είκοσι μία παραλλαγές, είναι ορατά τα κυπαρίσσια πέρα από το μακρινό τοίχο που περιβάλλει το κομμάτι γης με σιτάρι. Ο Βαν Γκογκ έδωσε τηλεσκοπικά τη θέα σε έξι από αυτά τα έργα, κυρίως στα έργα Χωράφι με Σιτάρι και Κυπαρίσια και στην Έναστρη Νύχτα, φέρνοντας τα δέντρα πιο κοντά στο επίπεδο της εικόνας.
H Έναστρη Νύχτα είναι το μόνο νυχτερινό έργο στη σειρά πινάκων με τη θέα από το παράθυρο του υπνοδωματίου του. Στις αρχές Ιουνίου, ο Βίνσεντ έγραψε στον Τεό, «Σήμερα το πρωί είδα το τοπίο από το παράθυρό μου για μεγάλο χρονικό διάστημα πριν από την ανατολή με τίποτα άλλο εκτός από το πρωινό αστέρι, το οποίο φάνταζε πολύ μεγάλο". Οι ερευνητές έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η Αφροδίτη ήταν πράγματι ορατή την αυγή, στην Προβηγκία, την άνοιξη του 1889 και την εποχή εκείνη ήταν κοντά στο φωτεινότερο δυνατό της. Έτσι, το πιο λαμπρό «αστέρι» στον πίνακα, στην δεξιά πλευρά του θεατή από το κυπαρίσσι, είναι στην πραγματικότητα η Αφροδίτη.
Λίγα λόγια για τον Δημιουργό
Ο Βίνσεντ βαν Γκογκ (Vincent Willem van Gogh, προφορά στα ολλανδικά: Βίνσεντ φαν Χοχ) (30 Μαρτίου 1853-29 Ιουλίου 1890) ήταν Ολλανδός ζωγράφος. Εν ζωή, το έργο του δεν σημείωσε επιτυχία, ούτε ο ίδιος αναγνωρίστηκε ως σημαντικός καλλιτέχνης. Ωστόσο, μετά τον θάνατό του, η φήμη του εξαπλώθηκε πολύ γρήγορα και σήμερα αναγνωρίζεται ως ένας από τους σημαντικότερους ζωγράφους όλων των εποχών. Η επίδρασή του στα μεταγενέστερα κινήματα του εξπρεσιονισμού, του φωβισμού, αλλά και εν γένει της αφηρημένης τέχνης, θεωρείται καταλυτική.
Η ζωή του
Ο Βίνσεντ Βαν Γκογκ γεννήθηκε στις 30 Μαρτίου 1853 στο Ζίντερτ της Νότιας Ολλανδίας. Γιος πάστορα, δούλεψε, αρχικά, σε μια εταιρία εμπορίου πινάκων στη Χάγη, το Λονδίνο και το Παρίσι. Στη συνέχεια έγινε δάσκαλος στην Αγγλία, ιεραπόστολος στους μεταλλωρύχους του Μπορινάζ, στο Βέλγιο, και τελικά, το 1880, ζωγράφος. Υπήρξε κατά βάση αυτοδίδακτος και μόνο ένας εξάδελφός του καλλιτέχνης, ο τοπιογράφος Άντον Μοβ, του έμαθε ορισμένα τεχνικά στοιχεία της ελαιογραφίας και της υδατογραφίας.
Το 1886 έφυγε από την Ολλανδία κι εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, όπου κι έζησε μαζί με τον αδελφό του Τεό, έμπορο τέχνης και προστάτη καλλιτεχνών όπως ο Εμίλ Μπερνάρ, ο Εντγκάρ Ντεγκά, ο Πολ Γκωγκέν, Ζορζ Σερά και ο Τουλούζ-Λοτρέκ.
Εντυπωσιασμένος από το έργο και την προσωπικότητα των ζωγράφων αυτών, ο Βαν Γκογκ συνέλαβε την ιδέα ενός «εργαστηρίου του Νότου», στο Αρλ, όπου θα δούλευαν από κοινού οι πρωτοπόροι καλλιτέχνες της εποχής. Το 1888, εγκαταστάθηκε πράγματι στο Αρλ, αλλά ο μόνος ζωγράφος που πείστηκε να τον ακολουθήσει ήταν ο Γκωγκέν. Ένας άγριος καυγάς ανάμεσα στους δυο τους προκάλεσε την πρώτη του κρίση τρέλας, κατά τη διάρκεια της οποίας έκοψε το αυτί του. Δύο χρόνια αργότερα, στις 29 Ιουλίου 1890 αυτοκτόνησε, έχοντας πουλήσει έναν μόνο πίνακα σε όλη του τη ζωή!
Το έργο του
Μέσα σε σχεδόν μια δεκαετία ο Βαν Γκογκ ζωγράφισε 2.100 πίνακες, μεταξύ αυτών και 860 ελαιογραφίες, τις πιο πολλές στα δύο τελευταία χρόνια της ζωής του. Το έργο του περιλαμβάνει τοπία, νεκρές φύσεις, πορτρέτα και αυτοπροσωπογραφίες.
Τα έργα της ολλανδικής περιόδου του (1880-1886) είναι βαριά, με χρώματα πλούσια αλλά σε χαμηλούς τόνους και με όχι ιδιαίτερη εκλέπτυνση. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα της τέχνης του της πρώτης αυτής περιόδου είναι ο πίνακας «Οι πατατοφάγοι».
Όταν, στο Παρίσι, ήρθε σε επαφή με τους άλλους νεωτεριστές ζωγράφους της εποχής, τις γιαπωνέζικες στάμπες και τα έργα μεγάλων κολοριστών του παρελθόντος όπως ο Ντελακρουά, το ύφος του άλλαξε ριζικά, για να καταλήξει στα εκθαμβωτικά χρώματα και τις παχιές, ξέφρενες πινελιές της περιόδου του Αρλ.
Τα δυόμισι τελευταία χρόνια της ζωής του ζωγράφισε εκατοντάδες πίνακες, ανάμεσα στους οποίους και τα πασίγνωστα έργα του «Αυτοπροσωπογραφία», «Ηλιοτρόπια», «Νύχτα με άστρα» κ.ά. Οι υδατογραφίες του και τα σχέδιά του χαρακτηρίζονται από ανάλογη ένταση και παρουσιάζουν επίσης μεγάλο ενδιαφέρον.
Τα γράμματα που έγραψε στον αδελφό του Τεό αποτελούν όχι μόνο ένα σημαντικό ντοκουμέντο για την τέχνη της εποχής του, αλλά και αξιόλογα από κάθε άποψη λογοτεχνικά κείμενα. Η ανάγνωση των σπαρακτικών αυτών γραμμάτων αποκαλύπτει τον ευαίσθητο ψυχισμό του ζωγράφου, χαρτογραφώντας ταυτόχρονα τη σχέση του με τους σύγχρονούς του καλλιτέχνες.
Σε όλη του τη ζωή ο μεγάλος ζωγράφος πάλευε με τα σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα που αντιμετώπιζε και με την ανέχεια, καθώς, όσο ζούσε, δεν είχε καταφέρει να πουλήσει παρά έναν μόνο πίνακα. Ο κατά τέσσερα χρόνια νεότερος αδελφός του, Τεό, ήταν εκείνος που τον στήριζε οικονομικά και μοιραζόταν τις καλλιτεχνικές και προσωπικές του αγωνίες μέχρι το τέλος. Η συγκινητική σχέση ανάμεσα στα δύο αδέλφια, τον ζωγράφο και τον επιτυχημένο έμπορο τέχνης, ξεδιπλώνεται ανάγλυφα μέσα από τις εκατοντάδες επιστολές που έστειλε ο Βίνσεντ στον Τεό, επιστολές στις οποίες «μια καλλιτεχνική ψυχή δείχνει όλο το θεϊκό μεγαλείο της».
«Τι είμαι για τον περισσότερο κόσμο; Μια μηδαμινότητα ή ένας αλλόκοτος
αντιπαθητικός άνθρωπος, ένας που δεν έχει καμιά υπόσταση στην κοινωνία ή που δε
θ' αποκτήσει ποτέ, τέλος κάτι λιγότερο από μια νούλα. Έστω.
Υπόθεσε πως είναι ακριβώς έτσι, λοιπόν θα 'θελα να δείξω με το έργο μου τι
υπάρχει στην καρδιά ενός τέτοιου ανθρώπου αλλόκοτου, μιας τέτοιας
μηδαμινότητας», γράφει ο Βαν Γκογκ το 1882, προκαλώντας το πικρό χαμόγελο του
σημερινού αναγνώστη.