4/4/22

Το αυτοκρατορικό δικαστήριο και η εξέταση των εγκλημάτων καθοσιώσεως

Το αυτοκρατορικό δικαστήριο

και

η εξέταση  των εγκλημάτων καθοσιώσεως

   Ανώτατος δικαστής στο Βυζάντιο ήταν ο αυτοκράτορας και συνεπώς το σημαντικότερο και πλέον υψηλόβαθμο δικαστήριο ήταν το αυτοκρατορικό. Δεν ήταν ένα τακτικό και με συγκεκριμένη σύνθεση δικαστήριο, αλλά ο αυτοκράτορας το συγκαλούσε  ανάλογα με την περίσταση. Συνεδρίαζε ως μονομελές, όταν ο αυτοκράτορας έκρινε μόνος του μία υπόθεση ή ως πολυμελές, ανάλογα με τη σοβαρότητα της υπόθεσης και η σύνθεσή του προσδιοριζόταν από τον ίδιο τον αυτοκράτορα.ι δεν υπήρχε συγκεκριμένος τόπος συνεδριάσεών του.

   Το αυτοκρατορικό δικαστήριο αποτελεί συνέχεια του sacrum consistorium ή auditorium της πρώιμης βυζαντινής περιόδου, στο οποίο συμμετείχαν υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι του κράτους και το οποίο από της εποχής του Ιουστινιανού συνεδρίαζε μαζί με μέλη της συγκλήτου.

      Κατά τη μέση και ύστερη βυζαντινή περίοδο η σύγκλητος εξακολουθεί να συμμετέχει στην εκδίκαση  υποθέσεων είτε με τη συνεδρίαση αποκλειστικά των μελών της είτε με τον ορισμό συγκεκριμένων μελών από τον αυτοκράτορα για την εξέταση κάποιας υπόθεσης σε συνεργασία με άλλους αξιωματούχους είτε μαζί με κληρικούς για την εξέταση εκκλησιαστικών υποθέσεων.

     Στο αὐτοκρατορικόν και βασιλικόν κριτήριον ή βῆμα, δηλαδή στο αυτοκρατορικό δικαστήριο, προεδρεύει ο ίδιος ο αυτοκράτορας, ενώ μπορούν να συμμετέχουν σε αυτό υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι του κράτους ή όποιοι άλλοι οριστούν από τον αυτοκράτορα. Σε περίπτωση που ο αυτοκράτορας απουσιάζει από την πρωτεύουσα, τότε στο αυτοκρατορικό δικαστήριο προεδρεύει ο έπαρχος της πόλεως και αργότερα ο δρουγγάριος της βίγλης, όπως υποστηρίζουν ορισμένοι ερευνητές.

     Πράγματι οι δύο αξιωματούχοι βρίσκονται στην κορυφή της δικαστικής ιεραρχίας, αρχικά ο έπαρχος της πόλεως και στη συνέχεια ο δρουγγάριος της βίγλης. Ωστόσο, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι προεδρεύουν  του αυτοκρατορικού δικαστηρίου, όταν ο αυτοκράτορας απουσιάζει από την πρωτεύουσα, γιατί η σύγκληση και ο ορισμός των μελών του εξαρτώνται αποκλειστικά από τη βούληση του αυτοκράτορα.

       Σε όλες τις περιόδους της βυζαντινής αυτοκρατορίας καταγράφονται προσπάθειες για τη δίκαιη απονομή της δικαιοσύνης, είτε με τους ανάλογους νόμους, είτε με μεταρρυθμίσεις στη διοίκηση, αλλά κυρίως με τη δυνατότητα που είχε ο κάθε πολίτης - ανεξάρτητα από κοινωνική ή οικονομική κατάσταση – να προσφύγει στον ίδιο τον αυτοκράτορα. Οι αποφάσεις όλων των  πρωτοβαθμίων δικαστηρίων του Βυζαντίου ήταν εφέσιμες και μόνο η απόφαση του αυτοκράτορα ήταν ανέκκλητη. Επίσης, αν οι διάδικοι θεωρούσαν ότι οι δικαστές θα μεροληπτήσουν εναντίον τους ή ανησυχούσαν για τον ισχυρό αντίπαλό τους, μπορούσαν πριν τη δίκη, να ζητήσουν από τον αυτοκράτορα να επιληφθεί της υπόθεσής τους.

Ο αυτοκράτορας, ως ανώτατος δικαστής του βυζαντινού κράτους, δέχεται τις αιτήσεις των υπηκόων ή των αρχών που απευθύνονται σε αυτόν για την εξέταση μιας υπόθεσης, οι οποίες υποβάλλονταν στο αυτoκρατορικό δικαστήριο με έκκληση (appelatio) κατά της απόφασης ενός δικαστηρίου ή με δέηση (supplicatio), με την οποία ο πολίτης ζητούσε να επιληφθεί προσωπικά κάποιου θέματος ο αυτοκράτορας, διότι δυσπιστούσε ο ιδιώτης προς τον αρμόδιο δικαστή ή φοβόταν τη δύναμη των αντιδίκων του ή με αναφορά - υπόμνηση (relatio-consultatio) των ενδιαφερομένων, αλλά  και των αξιωματούχων προς τον αυτοκράτορα, με την οποία ζητούσαν τη γνώμη του για κάποιο αμφισβητούμενο θέμα, μερικές φορές και δικαστικού περιεχομένου. Στο αυτοκρατορικό δικαστήριο οι αποφάσεις μπορούσαν να επικυρωθούν, να τροποποιηθούν, αλλά και να ακυρωθούν από τον αυτοκράτορα. Οι πολίτες παρέδιδαν την έγγραφη δέηση ή την υπόμνηση σε έναν από τους δύο ιππείς που συνόδευαν τον αυτοκράτορα στις εξόδους του, ακριβώς για να συλλέγουν αυτά τα έγγραφα. Τα έγγραφα κατέληγαν στον επί των δεήσεων, ο οποίος τα μελετούσε και τα προωθούσε στον αυτοκράτορα ή απαντούσε απευθείας. Με τον τρόπο αυτό εξασφαλιζόταν ένας ανεξάρτητος έλεγχος στις πράξεις της διοικήσεως και της τακτικής δικαιοσύνης.

      Oι αποφάσεις του βασιλικού δικαστηρίου είναι τελεσίδικες και δεν υπόκεινται σε έφεση, αλλά μόνο ο ίδιος ο αυτοκράτορας μπορεί να επανακρίνει κάποια υπόθεση.

«Τὸ αὐτοκρατορικὸν καὶ βασιλικὸν κριτήριον ἐκκλήτῳ οὐχ ὑπόκειται, οὐδὲ ἀναψηλαφᾶται ὑπὸ ἑτέρου, ἀλλ’ ὑφ’ ἑαυτοῦ ἀεὶ ἐπανακρίνεται, καθὰ καὶ ὁ θεόπτης μωυσῆς τὸ ἐπανακρίνειν τάς κρίσεις εἰς νόμον ἒθετο».

      Όταν υπήρχε διάσταση ανάμεσα στους νόμους και στο περί δικαίου αίσθημα, την τελική λύση έδινε ο αυτοκράτορας, ο οποίος με την απόφασή του ρύθμιζε οριστικά την υπόθεση. 

      Όσον αφορά στα εγκλήματα καθοσιώσεως, αρμόδιο για την εκδίκασή τους ήταν το αυτοκρατορικό δικαστήριο. Κατά τους λεξικογράφους, τα νομοθετικά κείμενα και τον Μ.Ψελλόν προκύπτει ότι:

  «Καθοσίωσις εἶναι πᾶσα σκέψις, μελέτη, μηχανορραφία καὶ πρᾶξις ἀτόμου  τινὸς ἤ ὁμάδος προσώπων, συνδεδεμένων δι᾽ ὃρκου ἤ μή, καὶ στρεφομένων κατὰ τοῦ προσώπου τοῦ αὐτοκράτορος, τυραννὶς δὲ ἡ ἀντιποίησις ὑπὸ τίνος τῆς ἰδιότητος καὶ τοῦ ἀξιώματος τοῦ αὐτοκράτορος καὶ ἡ περιφρόνησις τοῦ νομίμου αὐτοκράτορος καὶ τῶν καθεστηκότων νόμων».

    Συνεπώς «τυραννίς» και «καθοσίωσις» είναι διαφορετικές έννοιες, η δε «τυραννίς» περικλείει την «καθοσίωσιν», καθότι ως έννοια είναι ευρύτερη και, επομένως, οι διατάξεις περί καθοσιώσεως καλύπτουν και την τυραννίδα. Η ανάκριση, η διεξαγωγή ή μη δίκης, η επιβολή ή μη ποινής και το είδος της ποινής, όπως και η απονομή χάριτος ανήκαν στην αποκλειστική αρμοδιότητα του αυτοκράτορα.

    Το αυτοκρατορικό δικαστήριο απαρτιζόταν από μέλη της συγκλήτου ή άλλους αξιωματούχους. Σε περιπτώσεις κατά τις οποίες κατηγορούμενοι για έγκλημα καθοσιώσεως ήταν κληρικοί, μπορούσε να δικάζει η σύνοδος ως αυτοκρατορικό δικαστήριο. Βέβαια ούτε η σύγκλητος ούτε η σύνοδος μπορούν να ταυτιστούν με αυτό που ονομάζουμε αυτοκρατορικό δικαστήριο, στο οποίο παρίσταται και δικάζει ο ίδιος ο αυτοκράτορας, αλλά αποτελούν εντεταλμένα από τον αυτοκράτορα δικαστήρια.

    Επομένως, τα εγκλήματα καθοσιώσεως εξετάζονταν από το αυτοκρατορικό δικαστήριο, με σύνθεση που όριζε ο ίδιος ο αυτοκράτορας και δεν υπήρχε συγκεκριμένος τόπος συνεδριάσεών του.

 

Τραβιάτα Τζουζέπε Βέρντι

                            Τραβιάτα Τζουζέπε Βέρντι  

Η Τραβιάτα (Ιταλικά: La traviata, δηλαδή «η παραστρατημένη») είναι μία από τις πλέον περίφημες ιταλικές όπερες (μελόδραμα). Είναι όπερα σε τρεις πράξεις με κείμενο του Πιάβε και μουσική του Τζουζέπε Βέρντι. Πρωτοπαίχτηκε στη Βενετία το 1853. 

 

Το έργο μεταφράσθηκε και στη Γαλλική και ανεβάστηκε στο «Λυρικό Θέατρο» στις 27 Οκτωβρίου του 1864 με εξαιρετική επιτυχία και υπό τον τίτλο Βιολέτα. Σε αργότερη παρουσίαση του έργου στο Θέατρο «Όπερα Κομίκ» αποδόθηκε με τον ιταλικό του τίτλο La traviata.

Η υπόθεση του έργου δεν είναι άλλη από μια παράφραση, με αρκετές όμως περικοπές, του κλασικού παγκοσμίου φήμης δράματος του Αλεξάνδρου Δουμά Η Κυρία με τας καμελίας. Το έργο διηγείται την τραγική κατάληξη ενός μεγάλου έρωτα, ματαιωμένου από τις κοινωνικές συμβάσεις.

Ο Βέρντι έγραψε τη μουσική για την Τραβιάτα (που σημαίνει: «η παραστρατημένη») πάνω σε λιμπρέτο του Φραντσέσκο Μαρία Πιάβε με τον οποίον είχε συνεργαστεί και για την όπερα Ριγκολέττο. Οι όπερες Ριγκολέττο (1851), Τροβατόρε (1853) και η Τραβιάτα αποτελούν την επονομαζόμενη «λαϊκή τριλογία» (Trilogia populare) του Βέρντι, όπερες που γράφτηκαν από τον συνθέτη σε μια περίοδο δημιουργικής λαμπρότητας, όταν βρισκόταν σε αναζήτηση ωραίων λιμπρέτων και συναρπαστικών χαρακτήρων, πέρα από τα μέχρι τότε συνηθισμένα ιστορικά του έργα. Οι μελωδίες και των τριών αυτών έργων έγιναν σύντομα πολύ δημοφιλείς και κρατούν ακόμη τα σκήπτρα στις διεθνείς λυρικές σκηνές.

Το έργο η Κυρία με τις καμέλιες, πάνω στο οποίο ο Βέρντι βάσισε την Τραβιάτα, είχε γραφτεί το 1848 από τον Αλέξανδρο Δουμά υιό, ένα χρόνο μετά τον θάνατο της 23χρονης Μαρί Ντι Πλεσσί, διάσημης εταίρας της εποχής εκείνης στο Παρίσι. Ο ίδιος μάλιστα ο συγγραφέας είχε σχέσεις μαζί της και από αυτήν εμπνεύστηκε το μυθιστόρημά του.

ΡΟΛΟΣ ΓΙΑ ΠΡΙΜΑΝΤΟΝΕΣ

Το ρόλο της Βιολέτας τον ενσάρκωσαν οι σημαντικότερες σοπράνο. Στην πρεμιέρα ερμήνευσε η Φάνι Σαλβίνι-Ντονατέλι. Μια από τις πιο μεγαλειώδεις παραστάσεις ήταν αυτή του 1895 στο Κόβεντ Γκάρντεν του Λονδίνου: η ντίβα Αντζελίνι Πάτι δεν ερμήνευσε μόνο μαγευτικά, αλλά εντυπωσίασε και με την παρουσία της, καθώς φορούσε ένα κουστούμι το οποίο φημολογείται ότι ήταν κεντημένο με διαμάντια αξίας 200.000 λιρών. Με το ρόλο αυτό συνδέθηκαν επίσης μεγάλα ονόματα του 20ου αιώνα, όπως η Μαρία Κάλλας, η Ρενάτα Σκότο, η Ιλεάνα Κοτρούμπας, η Άντζελα Γκεοργκίου, αλλά και η Άννα Νετρέμπκο, στις αρχές του 21ου αιώνα, στην Όπερα της Βαυαρίας.

 ΣΤΟΝ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟ

Το μυθιστόρημα του Δουμά Η κυρία με τις καμέλιες και η όπερα του Βέρντι La traviata ενέπνευσαν πολλούς δημιουργούς ώστε να αποδώσουν με το δικό τους τρόπο τη μελοδραματική πλοκή στη μεγάλη οθόνη.

 Η ΤΑΙΝΙΑ ΚΑΜΙΛ

Το 1939 ο Τζορτζ Κούκορ γύρισε την ταινία Καμίλ. Στον πρωταγωνιστικό ρόλο ως Κυρία με τις καμέλιες, ή αλλιώς Μαργκερίτ Γκοτιέ, το κοινό απόλαυσε την Γκρέτα Γκάρμπο, τη μεγάλη κυρία του κινηματογράφου της δεκαετίας του 1920 και του 1930. Η «θεά», όπως ονόμαζαν την Γκρέτα Γκάρμπο, συμπρωταγωνιστούσε με τον Ρόμπερτ Τέιλορ (ως Αρμάνδος Ντιβάλ, ο εραστής της).

Για το ρόλο αυτό, η Γκάρμπο προτάθηκε για Όσκαρ, αλλά δεν κατάφερε να το κερδίσει ποτέ. Φυσικά, κι αυτή η ασπρόμαυρη μεταφορά του έργου δεν είναι παρά ένα μελόδραμα, όπως προστάζουν το υλικό και η πλοκή. Ωστόσο, η μυστηριώδης γοητεία, η εκφραστική ερμηνεία και η αψεγάδιαστη ομορφιά της Γκάρμπο προσδίδουν στην ταινία διαχρονική αξία.

Η ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΤΗΣ ΟΠΕΡΑΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΤΖΕΦΙΡΕΛΙ

Το 1982 ο Φράνκο Τζεφιρέλι γύρισε την όπερα La traviata, με την Τερέζα Στράτας και τον Πλάθιντο Ντομίνγκο στους πρωταγωνιστικούς ρόλους. Ο Τζεφιρέλι είχε ήδη σκηνοθετήσει το αριστούργημα του Βέρντι δύο φορές στη Μητροπολιτική Όπερα της Νέας Υόρκης.

Το ελκυστικό ζευγάρι των πρωταγωνιστών διαπρέπει με τις λαμπρές φωνές και τις εξαιρετικές ερμηνευτικές ικανότητές του, και έτσι η ταινία στέκεται ισάξια πλάι στις σημαντικότερες μεταφορές αυτής της όπερας. Παίζει η ορχήστρα της Μητροπολιτικής Όπερας υπό τη διεύθυνση του Τζέιμς Λιβάιν. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι ο ρόλος του Τζιόρτζιο Ζερμόν ερμηνεύεται από τον Κορνέλ ΜακΝίλ.

Υπόθεση

 

Α' Πράξη

Μετά το μουσικό πρελούδιο, η όπερα αρχίζει με μια δεξίωση στο Παρίσι, όπου η εταίρα Βιολέτα, που πάσχει από φυματίωση, καλωσορίζει στο σπίτι της τους επισκέπτες της και συναντά για πρώτη φορά τον Αλφρέντο. Ο Αλφρέντο, ύστερα από απαίτηση της οικοδέσποινας, κάνει μια πρόποση με τη συνοδεία και των άλλων καλεσμένων, πρόποση που είναι ένας ύμνος στο κρασί και στον έρωτα. Σε μια κατ' ιδίαν συνομιλία του Αλφρέντο και της Βιολέτας, αυτός της εξομολογείται τον έρωτά του. Αυτή δεν τον παίρνει στην αρχή στα σοβαρά, συνηθισμένη όπως είναι στις επιφανειακές σχέσεις και στους εφήμερους εραστές. Του προτείνει να γίνουν απλοί φίλοι αλλά του δίνει ένα λουλούδι λέγοντάς του να της το επιστρέψει την επόμενη μέρα. Ο Αλφρέντο αποχωρεί και η Βιολέτα έκπληκτη ανακαλύπτει ότι τα λόγια του την συγκίνησαν αλλά αποφασίζει να μην αλλάξει τη ζωή της ακόμη κι αν αυτό σημαίνει ότι δεν θα γνωρίσει ποτέ της τον αληθινό έρωτα.

Β' Πράξη

Μετά 3 μήνες η Βιολέτα και ο Αλφρέντο έχουν αποσυρθεί και ζουν σε μια εξοχική βίλα έξω από το Παρίσι. Ο Αλφρέντο ζει την απόλυτη ευτυχία στην αγκαλιά της πολυαγαπημένης του Βιολέτας αλλά προσγειώνεται στην πραγματικότητα όταν μαθαίνει από την Αννίνα, την καμαριέρα, ότι για να συντηρηθούν, η Βιολέτα αναγκάστηκε να πουλήσει τα κοσμήματά της. Τη Βιολέτα επισκέπτεται ο Πατέρας του Αλφρέντο, ο Τζιόρτζιο Ζερμόν, ο οποίος την παρακαλεί να χωρίσει με το γιο του, όχι μόνο για το καλό του αλλά και γιατί κινδυνεύει να διαλυθεί ο αρραβώνας της αδελφής του Αλφρέντο, εξαιτίας της κακής φήμης της Βιολέτας. Τα λόγια του την συγκινούν και αποφασίζει να θυσιαστεί και του το υπόσχεται. Στέλνει ένα αποχαιρετιστήριο γράμμα στον Αλφρέντο, χωρίς να του εξηγεί τον αληθινό λόγο του χωρισμού και φεύγει από τη βίλα. Ο Αλφρέντο συγκλονισμένος διαβάζει το γράμμα της ενώ ο πατέρας του μάταια προσπαθεί να τον παρηγορήσει.

Σε μια χοροεσπερίδα που δίνει η Φλώρα, φίλη της Βιολέτας, εμφανίζεται ο Αλφρέντο και βρίσκει τη Βιολέτα να συνοδεύεται από τον βαρόνο Ντουφόλ. Την ικετεύει να γυρίσει σ' αυτόν και όταν αυτή αρνείται, την προσβάλει δημόσια πετώντας της χρήματα. Ο βαρόνος τον καλεί σε μονομαχία και καταφθάνει και ο πατέρας του που προσπαθεί να ηρεμήσει τα πνεύματα.

Γ' Πράξη

Στο φτωχικό της δωμάτιο, ξεχασμένη από όλους, η Βιολέτα αργοπεθαίνει από φυματίωση. Ο Τζιόρτζιο Ζερμόν με μια επιστολή του την πληροφορεί ότι έχει φανερώσει τη θυσία της στο γιο του και στην κόρη του. Ο Αλφρέντο επιστρέφει στην αγκαλιά της αγαπημένης του και οι δυο τους κάνουν όνειρα για μια νέα κοινή ζωή μακριά από το Παρίσι και τις κακές αναμνήσεις, αλλά είναι αργά πια: παρουσία του Τζιόρτζιο Ζερμόν και του πιστού γιατρού Γκρενβίλ, η Βιολέτα ξεψυχάει στην αγκαλιά του αγαπημένου της.

 

La Traviata: “Libiamo, ne’ lieti calici

https://www.youtube.com/watch?v=afhAqMeeQJk

La Traviata: “Libiamo, ne’ lieti calici”

 

Παρακολούθησα την όπερα Τραβιάτα στην Εθνική Λυρική Σκηνή τον Μάιο του 2003. Κάθε άλλο παρά «τρυφερό» ή «ευαίσθητο», το θέμα της Τραβιάτας ήταν τολμηρό και προκλητικό, στον βαθμό που παρουσίαζε επί σκηνής την καθημερινότητα μίας εταίρας, που μάλιστα υπέφερε από την φυματίωση, μία κοινωνικά στιγματισμένη ασθένεια της εποχής. Επιπλέον, το λιμπρέτο δεν φείδεται ρεαλισμού, αφού σε κανένα σημείο δεν κρύβει τα κλινικά συμπτώματα της ασθένειας. Η όπερα αφορούσε καταστάσεις σύγχρονες του Βέρντι και ο συνθέτης είχε διατυπώσει γραπτά την απαίτησή του η Τραβιάτα να παρουσιαστεί με ρούχα της εποχής του, έτσι ώστε το κοινό να αντικρίσει στην σκηνή μία μερίδα της σύγχρονης κοινωνίας. Πρόθεση του Βέρντι  ήταν η κοινωνική καταγγελία, επιλογή που εντάσσεται στα πλαίσια μία νέας εποχής ουμανισμού, με την αυξανόμενη συμπάθεια προς το άτομο και τη διαφορετικότητά του.

Παρακολουθώντας την όπερα παρατήρησα ότι κάθε σημείο της συνδέεται άμεσα με την εξέλιξη της δράσης και την τελική, τραγική κατάληξη. Ακόμα και τα χορωδιακά, παρότι σε πρώτη ανάγνωση μοιάζουν διακοσμητικά, στην πραγματικότητα συνεισφέρουν στην δημιουργία δραματικής έντασης. Το χορωδιακό των ταυρομάχων προαναγγέλλει έμμεσα την ανάγκη εξεύρεσης ενός θύματος. Στην τρίτη πράξη, το αποκριάτικο χορωδιακό έξω από το παράθυρο της θνήσκουσας ηρωίδας δεν θα μπορούσε να είναι πιο δηλωτικό της αμφίσημης κατάστασης, υπογραμμίζοντας την τραγικότητα της στιγμής, αλλά και την υποκριτική, μικροαστική δικαιοσύνη, αφού εκείνη που πεθαίνει δεν είναι παρά μία… παραστρατημένη, έστω μετανοημένη.

Το κάστ της παράστασης εξαιρετικό:  Βιολέτα: Τζένη Δριβάλα, Αλφρέντο: Cesar Gutierrez, Φλώρα: Λυδία Αγγελοπούλου