11/7/23

ΕΝΕΤΙΚΑ ΜΝΗΜΕΙΑ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ: ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΑΓΙΟΥ ΜΑΡΚΟΥ

 

Η Βασιλική του Αγίου Μάρκου είναι εκκλησία η οποία βρίσκεται στο κέντρο του Ηρακλείου, στην πλατεία Ελευθερίου Βενιζέλου. Κτίστηκε τους πρώτους βενετικούς χρόνους, το 1239, και αποτέλεσε τον τόπο όπου γινόταν η επίσημη ανάληψη των καθηκόντων των αρχόντων και των αξιωματούχων. Μετά την τουρκική κατάκτηση το 1669, ο ναός μετατράπηκε σε τζαμί μέχρι το 1915. Το κτίριο ανακαινίστηκε μετά το 1956 και λειτουργεί έκτοτε ως δημοτική πινακοθήκη. Είναι ένα από τα ελάχιστα κτίρια της Καθολικής Εκκλησίας που σώζονται στις κρητικές πόλεις. Από αρχιτεκτονικής άποψης, ο ναός είναι τρίκλιτη βασιλική με υπερυψωμένο το κεντρικό κλίτος. Μπροστά από την είσοδο στη δυτική πρόσοψη υπάρχει στοά. 

Βενετικοί χρόνοι

Ο ναός άρχισε να κατασκευάζεται το 1239, μετά την κατάκτηση της Κρήτης από τη Βενετία μετά την Δ΄ Σταυροφορία, με τον θεμέλιο λίθο να τοποθετείται από τον Λατίνο επίσκοπο Ιεράπετρας. Ο ναός κτίστηκε σε γοτθικό ρυθμό, απηχώντας τις μοναστικές εκκλησίες της Δύσης και τονίζοντας τη διαφορετικότητα του λατινικού δόγματος. Κτίστηκε στο κέντρο του Χάνδακα (παλαιό όνομα του Ηρακλείου), απέναντι από το δουκικό παλάτι και τον χρησιμοποιούσαν ο Δούκας και οι υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι για τον εκκλησιασμό τους. Ο ναός δεν υπαγόταν στην λατινική αρχιεπισκοπή αλλά στον ίδιο τον δούκα, ο οποίος όριζε υπεύθυνο της εκκλησίας ένα «πριμικήριο» ή «καπελλάνο». Στην είσοδο του ναού ανακοινώνονταν τα δουκικά διατάγματα, ενώ ήταν ο τόπος όπου γινόταν η επίσημη ανάληψη των καθηκόντων των αρχόντων και των αξιωματούχων. Τα μέλη της δουκικής οικογένειας ενταφιάζονταν στον ναό.

Ο αρχικός ναός υπέστη σημαντικές καταστροφές από σεισμό το 1303, αλλά στη συνέχεια επισκευάστηκε. Ένας ακόμη ισχυρός σεισμός που συνέβη το 1508 προκάλεσε νέες ζημιές στον ναό. Στην αναφορά του 1552 αναφέρεται ότι ο βόρειος τοίχος του ναού ήταν ετοιμόρροπος και για το λόγο αυτό ενισχύθηκε με τέσσερις αντηρίδες, δύο από τις οποίες σώζονται μέχρι σήμερα. Σε έγγραφο του 1514 ο δούκας ζητάει να μεταφερθούν ξύλινοι δοκοί από τα Σφακιά για την επισκευή του ναού. Οι εργασίες επισκευής ολοκληρώθηκαν το 1557, αλλά ο ναός υπέστη ζημίες από σεισμούς το 1564 και το 1595. Στο ναό πραγματοποιήθηκαν εργασίες στερέωσης το 1599 με επικεφαλής τον κτίστη Μιχελή Ραπτόπουλο και τον μαραγκό Γιάννη Κλαδά, όμως ο βόρειος τοίχος κρίθηκε μετά από αυτοψία το 1625 πάλι ετοιμόρροπος.

Κατά τη διάρκεια του Κρητικού Πολέμου, το κωδωνοστάσιο του ναού χρησιμοποιήθηκε ως παρατηρητήριο, με τις καμπάνες  να ηχούν συναγερμό όταν άρχιζαν οι βομβαρδισμοί. Το κωδωνοστάσιο του Αγίου Μάρκου διέφερε από τα υπόλοιπα της πόλης καθώς η κορυφή του ήταν επίπεδη και με επάλξεις και είχε ρολόι. Με την παράδοση του Χάνδακα μετά την πολυετή πολιορκία στους Οθωμανούς, οι Βενετοί απομάκρυναν τις καμπάνες και άλλα κειμήλια.  

Οθωμανικοί χρόνοι

Μετά την κατάκτηση του Χάνδακα το 1669, το κτίριο δόθηκε στον Δεφτερδάρ Αχμέτ Πασά, ο οποίος διατελούσε οικονομικός έφορος από το 1661/2 μέχρι το 1675. Μετέτρεψε τον ναό σε τζαμί και αγόρασε κτίρια στην πόλη, συμπεριλαμβανομένου του δουκικού ανάκτορου, ώστε να εξασφαλίσει έσοδα για το τζαμί. Οι Οθωμανοί γκρέμισαν το κωδωνοστάσιο και στη θέση του ανήγειραν μιναρέ, ενώ κατέστρεψαν τις τοιχογραφίες και τους τάφους του ναού, πετώντας έξω τα οστά. Το τζαμί έγινε γνωστό ως Δεφτερδάρ τζαμί. Συνέχισε να χρησιμοποιείται ως τζαμί μέχρι το 1915.

Ο Εβλιγιά Τσελεμπή το επισκέφθηκε το 1669 και ανέφερε ότι βρισκόταν μέσα στην αγορά του Ηρακλείου, με πρόσοψη στην πλατεία δεξαμενής (από την κρήνη Μοροζίνι), ενώ αναφέρει ότι ιδρύθηκε από τον σουλτάνο Μανσούρ του χαλίφη Ουμάρ, ώστε να εξισλαμίσει το κτίριο. Αναφέρει ότι βόρεια του κτιρίου βρισκόταν αυλή και στον βόρειο τοίχο είχαν εντοιχιστεί κρουνοί. Το τζαμί διέθετε συνολικά τρεις αυλές, στη βόρεια, νότια και ανατολική πλευρά του, με ένα πηγάδι και μία στέρνα. Ο μιναρές κτίστηκε στα νότια του κτιρίου, όπου ακόμη σώζονται τα ερείπιά του. Το συγκρότημα του τζαμιού περιελάμβανε επίσης τρία καταστήματα, ένα κελάρι και ένα διώροφο κτίριο.

Το 1706 πραγματοποιήθηκαν εργασίες αποκατάστασης του κτιρίου, οι οποίες κόστισαν 1.035 γρόσια. Το 1761 έγινε αίτηση για νέες εργασίες επιδιόρθωσης, των οποίων το κόστος υπολογίστηκε σε 18.287 παράδες. 

 Νεότεροι χρόνοι

Μετά την ανταλλαγή πληθυσμών το 1924, η βασιλική πέρασε αρχικά στην κατοχή της Εθνικής Τράπεζας και στη συνέχεια του δήμου Ηρακλείου και χρησιμοποιήθηκε ως κινηματογράφος. Ο μιναρές κατεδαφίστηκε το 1924. Το 1949 η Επιτροπή Τουρισμού Ηρακλείου πρότεινε τη χρηματοδότηση της αναστύλωσης του ναού, μαζί με άλλα μνημεία της πόλης. Στις αρχές της δεκαετίας του 1950 προτάθηκε στο δημοτικό συμβούλιο ο ναός να κατεδαφιστεί και στη θέση του να κατασκευαστεί δημοτικό θέατρο και μέγαρο του ταχυδρομείου, πρόταση η οποία εγκαταλείφθηκε μετά την αδυναμία εξασφάλισης χρηματοδότησης. Το 1954 το αρχαιολογικό συμβούλιο αποφάσισε τη διατήρηση του ναού και το 1956 άρχισε η αποκατάσταση της βασιλικής από την Εταιρία Κρητικών Ιστορικών Μελετών. Αυτή ήταν η παλαιότερη αναστήλωση μνημείου δυτικής αρχιτεκτονικής η οποία έλαβε χώρα στην Κρήτη. Η βασιλική είναι ένα από τα ελάχιστα κτίρια της Καθολικής Εκκλησίας που σώζονται στις κρητικές πόλεις.

Κατά τη διάρκεια της αποκατάστασης έγινε ανύψωση του μεσαίου κλίτους ώστε να επανέλθει στην αρχική μορφή του, με την κατασκευή οξυκόρυφων παράθυρων στο πλάι του, δώδεκα σε κάθε πλευρά, απόφραξη διαφόρων ανοιγμάτων που είχαν δημιουργηθεί στους πλάγιους τοίχους του ναού και δημιουργία πέντε οξυκόρυφων παράθυρων στο βόρειο τοίχο, κατά αντιστοιχία με το νότιο, ανακατασκευή του προστώου, επίστρωση του δαπέδου του ναού με νέες πλάκες, κατασκευή επιχρισμάτων, επιδιόρθωση των βάσεων της εσωτερικής κιονοστοιχίας,  κατασκευή θυρών και ενίσχυση του κτιρίου με σκυρόδεμα.

Μετά την ολοκλήρωση της αποκατάστασης το 1960, ο ναός χρησιμοποιείται ως δημοτική πινακοθήκη. Το 1961 φιλοξένησε το πρώτο διεθνές κρητολογικό συνέδριο, το οποίο πραγματοποιήθηκε υπό την αιγίδα της Εταιρίας Κρητικών Ιστορικών Μελετών. Φιλοξενεί εκθέσεις έργων τέχνης. Ανάμεσα στις εκθέσεις που έλαβαν χώρα στην βασιλική του Αγίου Μάρκου ξεχώρισαν οι εκθέσεις με έργα του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου (1990), με έργα της Κρητικής Σχολής (1993) και με πορταίτα Φαγιούμ (1998), οι οποίες συνοδεύτηκαν από διεθνή συνέδρια. Επίσης πολλοί ζωγράφοι έχουν εκθέσει έργα τους στην βασιλική.

          Πηγές

  • Αλεξίου Στυλιανός, Λασσιθιωτάκης Κωνσταντίνος (1958). Η αποκατάστασις του ναού του Αγίου Μάρκου του Χάνδακος. Εταιρία Κρητικών Ιστορικών Μελετών.
  • Γκράτζιου, Όλγα (2010). Η Κρήτη στην ύστερη μεσαιωνική εποχή: Η μαρτυρία της εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής. Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.