O ΘΕΣΜΟΣ ΤΗΣ
ΠΡΟΙΚΑΣ ΚΑΤΑ ΤΟ ΡΩΜΑΪΚΟ ΔΙΚΑΙΟ
ΛΥΣΗ
ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΠΡΟΙΚΩΩΝ
Είναι
αξιοσημείωτο, ότι, ενώ το ρωμαϊκό δίκαιο ρύθμιζε τη σύσταση προίκας, αρχικά
τουλάχιστον δεν προέβλεπε την περίπτωση της επιστροφής των προικώων από τον
προικολήπτη σύζυγο. Όταν πρωτοεμφανίστηκε ο θεσμός της προίκας, τα διαζύγια
ήταν σπάνια και ο φυσικός τρόπος λύσης του γάμου ήταν ο θάνατος του ενός από
τους δύο συζύγους. Τουλάχιστον κατά τους πρώιμους χρόνους του ρωμαϊκού δικαίου,
ο θεσμός της προίκας ήταν δέσμιος της αρχής « η αιτία της προίκας είναι διαρκής
» (dotis
causa
perpetua est).
Σύμφωνα
με ένα νόμο που ο Πλούταρχος αποδίδει στον Ρωμύλο, ο σύζυγος μπορούσε να
αποπέμψει τη σύζυγο παρακρατώντας μάλιστα την προίκα, αν η γυναίκα
παραβίαζε ένα από τα «ταμπού του γάμου» : διέπραττε μοιχεία,
δηλητηρίαζε το παιδί της ή άλλαζε εν αγνοία του συζύγου της τα κλειδιά του
σπιτιού. Αν δεν συνέτρεχε ένας από τους παραπάνω λόγους, ο σύζυγος που επιθυμούσε το διαζύγιο υποχρεωνόταν να επιστρέψει το
μισό του ύψους της προίκας στη σύζυγο, ενώ το υπόλοιπο έπρεπε να προσφερθεί ως θυσία στους θεούς. Αν και η
ιστορικότητα του νόμου του Ρωμύλου είναι αμφίβολη, η επιστροφή μετά από απόφαση
του οικογενειακού συμβουλίου, του μισού της προίκας σε περίπτωση αποπομπής της γυναίκας από τον
σύζυγο διατηρείται και κατά τους πρώιμους ιστορικούς χρόνους της Ρώμης ενώ
εξαφανίζεται η προσφορά στους θεούς της υπόλοιπης μισής προίκας.
2.1.Τρόποι
προστασίας της προίκας
Τα κοινωνικά ήθη
αλλάζουν. Σπάνια, αρχικά, τα διαζύγια αρχίζουν να πολλαπλασιάζονται τον 3ο
αιώνα π.Χ. Γύρω στο 230 π.Χ η ρωμαϊκή κοινωνία συγκλονίζεται από ένα
σκανδαλώδες διαζύγιο.
Ο Sp.Carvillius Ruga,
εξέχον μέλος της ρωμαϊκής κοινωνίας, αποπέμπει τη γυναίκα του λόγω στειρότητας
και, επιπλέον, δεν επιστρέφει και την προίκα που έλαβε. Ο απόηχος του σκανδάλου
ήταν τόσο έντονος που οδήγησε τους Ρωμαίους στη θέσπιση μέτρων προκειμένου να
εξασφαλιστεί η γυναίκα όσον αφορά την επιστροφή της προίκας της σε περίπτωση
αναίτιου διαζυγίου.
Αρχικά, η
προστασία αυτή περιελήφθη στην ίδια τη γαμήλια συμφωνία με την εισαγωγή
ρήτρας που προέβλεπε την υποχρέωση του συζύγου να επιστρέψει όλα ή
μέρος των προικώων σε περίπτωση
διαζυγίου. Εγκαταλείποντας την επέμβαση του οικογενειακού συμβουλίου, τα
ενδιαφερόμενα μέρη έχουν πλέον τη δυνατότητα προσφυγής στο δικαστήριο
προκειμένου να επιτύχουν την επιστροφή της προίκας σύμφωνα με τη σχετική ρήτρα
(cautio
rei
uxoriae)
της γαμήλιας συμφωνίας. Ούτε όμως αυτή η λύση δεν εξασφάλιζε πλήρως τη γυναίκα
αναφορικά με την επιστροφή της προίκας της.
Σύμφωνα με την
νομοθεσία του Αυγούστου,
τα περιουσιακά στοιχεία της προίκας σε περίπτωση λύσεως του γάμου
επιστρέφονταν, τα ακίνητα αμέσως, εκτός των πραγμάτων που ήταν ορισμένα
κατά γένος, τα οποία επιστρέφονταν σε τρεις ετήσιες δόσεις, εκτός αν
υπήρχε διαφορετική συμφωνία, είτε στη σύζυγο ή τους κληρονόμους της , είτε στον
πατέρα της συζύγου που τη συνέστησε (ως dos profecticia),
όταν η σύζυγος είχε παραμείνει υπό την εξουσία του, είτε σε τρίτους (dos
recepticia)
με βάση τη σχετική σύμβαση συστάσεώς της ή τους όρους του κληροδοτήματος.
Αναλυτικότερα, σε περίπτωση λύσεως γάμου
ισχύουν τα ακόλουθα :
Α) Παρέχεται αγωγή ex stipulatu σε δύο περιπτώσεις :
αα) Αν είχε συμφωνηθεί με
επερώτηση η επιστροφή της προίκας, η οποία όσο διαρκεί ο γάμος, ονομάζεται «περιουσία της συζύγου (res
uxoria)
σ’εκείνον που την είχε συστήσει στην περίπτωση της dos recepticia,
ββ) Αν είχε συμφωνηθεί, επίσης
με επερώτηση (cautio
rei
uxoriae),ότι
άμα λυθεί ο γάμος, η προίκα πρέπει να αποδοθεί στη γυναίκα.
Β) Παρέχεται η actio rei uxoriae,
όταν δεν υπήρχε συμφωνία επιστροφής της
προίκας. Αρχικά την αγωγή παρείχε το Πραιτορικό Ήδικτο, από την κλασική περίοδο
το ius
civile.
Η αγωγή παρεχόταν:
αα) Στη γυναίκα κατά κύριο λόγο, σε περίπτωση λύσεως του γάμου με το
θάνατο του άνδρα, είτε με διαζύγιο. Αν η γυναίκα ήταν υπεξούσια, την αγωγή
έπρεπε να εγείρει ο εξουσιαστής της μαζί
με τη γυναίκα.
ββ) Κατ’εξαίρεση στον προικοδότη, στην περίπτωση της dos
profecticia,
αν ο γάμος λυνόταν με το θάνατο της γυναίκας.
Υπάρχουν
μαρτυρίες σχετικά με γονείς που είχαν προβεί σε χειραφεσία των θυγατέρων τους
και όταν σε μεταγενέστερο χρόνο, αντελήφθησαν τις οικονομικές συνέπειες της
γενόμενης χειραφεσίας, δήλωσαν ότι οι θυγατέρες τους ήταν ακόμη υπεξούσιες ή
ότι η χειραφεσία στην οποία είχαν προβεί δεν ήταν νομότυπη και συνεπώς ήταν άκυρη.
Και αυτό συνέβαινε για το λόγο ότι η χειραφετημένη κόρη μπορούσε η ίδια να διεκδικήσει την προίκα της, σε
περίπτωση λύσεως του γάμου, αποκλειστικά και μόνο για τον εαυτό της, καθώς και
ό,τι αποκτούσε κατά τη διάρκεια του γάμου της, αφορούσε μόνο την ίδια και όχι
τον πατέρα της.
Το
ζήτημα της επιστροφής των προικώων δημιούργησε ποικίλα νομικά θέματα, τα οποία
απασχόλησαν ιδιαίτερα τους Ρωμαίους νομομαθείς, αλλά και διάσημους
μεταγενέστερους νομομαθείς συγγραφείς και μελετητές του Ρωμαϊκού δικαίου.
Ένα από τα πλέον
σημαντικά ερωτήματα που ανακύπτουν είναι η τύχη της dos profecticia
μετά τον θάνατο της γυναίκας. Όπως αναφέρεται: Mortua iu matrimonio muliere, dos a patre profecta ad patrem
revertitur. (Ulpiani
Fragmenta VI
παρ.4). Η dos profecticia, μετά τον θάνατο
της γυναίκας (είτε αυτεξουσίας είτε υπεξουσίας), επανέρχεται στον συστήσαντα
πατέρα. Το
δικαίωμα αυτό του πατέρα ήταν καθαρά προσωπικό και δεν μετέβαινε στους
κληρονόμους του σε περίπτωση που πέθαινε πριν
από τη γυναίκα. Σε αντίθετη περίπτωση η προίκα παρέμενε στο σύζυγο. Ως
αιτιολογία δε της αναλήψεως της προίκας από τον συστήσαντα πατέρα οι πηγές
αναφέρουν τα εξής: Jure
succursum est
patri,
ut
familia amissa
solatii loco
cederet;
si
redderetur ei
dos
ab
eo
profecta,
ne
et
filiae
amissae
et
pecuniae
damnum
sentiret
( …. για να να μη θρηνεί και για την απώλεια της κόρης και για την ζημιά που
υπέστη εξαιτίας της προίκας ).
Σε αντίθεση με
την καθιέρωση της επιστροφής της προίκας στον συστήσαντα πατέρα, δεν
καθιερώθηκε και η επιστροφή στη συστήσασα μητέρα ( η υποχρέωση της μητέρας προς
σύσταση προίκας είναι πολύ μεταγενεστέρα και συγκεκριμένα καθιερώθηκε επί των
αυτοκρατόρων Διοκλητιανού και Μαξιμιανού). Μετά από εκατό χρόνια, νεαρά του
Βαλεντιανού του Γ΄, απένειμε στην επιζώσα μητέρα αξίωση επί του ημίσεως της προικός.
Αν
όμως την προίκα συνέστησε όχι ο πατέρας, αλλά άλλος ανιών, όπως ο πάππος και πεθάνει πριν από την προικισθείσα εγγονή,
δύναται ο πατέρας σε περίπτωση λύσεως γάμου λόγω θανάτου της κόρης του να
ζητήσει την προίκα που δόθηκε από τον πάππο;
Οι Ρωμαίοι
νομοδιδάσκαλοι διαφωνούσαν επί του ως άνω αναφερομένου θέματος. Ο Servius Sulpicius
και ο Λαβέων υποστήριζαν ότι η
προίκα παρέμενε στο σύζυγο και δεν μπορούσε να ζητηθεί από τον πατέρα (Πανδ. De
jure
dotium,νομ.79
(23.3). Ο Κέλσος όμως υποστηρίζει το
αντίθετο και το τεκμηριώνει ως εξής: Tο καθήκον του πάππου προς την
εγγονή εξαρτάται από το καθήκον του πατέρα προς την κόρη και καθώς ο πατέρας
οφείλει να προικίσει την κόρη του, έτσι και ο πάππος εξαιτίας του υιού του (propter
filium)
οφείλει να προικίσει την εγγονή του.
Επί του συγκεκριμένου θέματος ασχολήθηκαν
πολλοί μελετητές του Ρωμαϊκού Δικαίου, οι οποίοι διετύπωσαν απόψεις εκ
διαμέτρου αντίθετες.
Εκ των
αρχαιοτέρων ο Pacius προσπαθούσε να βρει κάποια
συμβιβαστική λύση μεταξύ του Λαβέωνος και του Κέλσου. Όπως υποστηρίζει πρέπει
να αναζητήσουμε για ποιο λόγο συνεστήθη η προίκα από τον πάππο, χάριν της
εγγονής ή χάριν του υιού του. Εάν
συνεστήθη χάριν της εγγονής, η προίκα
δεν επανέρχεται στον υιό. Εάν όμως είχε την πρόθεση να ελαφρύνει το βάρος του
υιού, εκπληρώνοντας το καθήκον, το οποίο είναι επιβεβλημένο στον υιό ( να
προικίσει δηλ. την κόρη του), τότε η προίκα επιστρέφεται στον υιόν του, χάριν
του οποίου εδόθη.
Ο Bechmann,
αναγνωρίζοντας την αντίφαση των δύο απόψεων, υποστηρίζει ότι μπορεί κάποιος να
άρει την αντίφαση των δύο απόψεων, ερμηνεύοντας ότι η άποψη του Λαβέωνος αφορά
τον διατελούντα υπό πατρικήν εξουσίαν υιόν, η δε δεύτερη του Κέλσου αφορά τον
χειραφετηθέντα.
Ο Czyhlarz,
πολέμιος της αιτιολογίας της γνώμης του Κέλσου, η οποία βασίζεται ότι ο πάππος
μόνον ένεκα του υιού του συνέστησε την προίκα, επισημαίνει ότι η σχέση του
πάππου προς την εγγονή είναι αυθύπαρκτη
σχέση συγγενείας, στην οποία αρμόζει ιδιαίτερον officium paternum. Ο
πάππος δίνει την προίκα όχι επ’ονόματι του υιού αλλά ιδίω ονόματι και για κανένα λόγο δεν μπορεί να θεωρηθεί ως
διαχειριστής αλλοτρίων, διότι εκπληροί δια της προικοδοσίας δικό του καθήκον.
Εξαιτίας αυτού, θανόντος του πάππου, καμμιά αγωγή δεν μπορεί στηριχθεί υπέρ του
υιού. Προς τη γνώμη του Czyhlarz
συγκλίνουν οι περισσότερες απόψεις των νομομαθών.
2.2
Παρακρατήσεις (retentiones)
Σε περίπτωση
λύσεως γάμου με διαζύγιο,
ο άνδρας είχε το δικαίωμα, προκειμένου για actio rei
uxoriae,
να προβεί σε παρακρατήσεις (retentiones)
Όπως αναφέρεται στα Βασιλικά (29.1)β΄: Ubi
dos
esse
debet,
ubi
onera
sunt
matrimonii
(όπου τα βάρη του γάμου εκεί και η προίκα οφείλει να είναι).
Το αίτημα του συζύγου να κρατά
τουλάχιστον ένα μέρος της προίκας, αν η κακή διαγωγή της γυναίκας του είχε
προκαλέσει το διαζύγιο, βασιζόταν σε δύο λόγους : ο πρώτος ήταν ότι η
παρακράτηση ενός μέρους της προίκας -
όπως κάποτε η παρακράτηση ολόκληρης της προίκας σε ανάλογες περιπτώσεις - ήταν
ποινή για τη γυναίκα. Ο δεύτερος λόγος ήταν ότι, αφού ο άνδρας διατηρούσε την
επιμέλεια των παιδιών, ήταν λογικό να κρατήσει ένα μέρος της προίκας για την
ανατροφή τους.
Κατά
τους δημοκρατικούς χρόνους το
ύψος των παρακρατήσεων καθόριζε ο δικαστής με βάση την αρχή της επιείκειας (melius aequius).
Στα 100 π.Χ., ένα χωρισμένο
ζευγάρι ο Τιτίννιος και η Φαννία καταλήγουν στα δικαστήρια. Η Φαννία ενάγει τον
Τιτίννιο, επειδή αρνείται να της επιστρέψει την προίκα της. Ο Τιτίννιος όμως
κατηγορεί τη γυναίκα του για ακόλαστο βίο, συμπεριφορά, που κατά τους
ισχυρισμούς του, του επιτρέπει να κρατήσει ολόκληρη την προίκα. Ο δικαστής όμως
είχε διαφορετική γνώμη. Διατάσσει το σύζυγο να επιστρέψει την προίκα, του
αναγνωρίζει όμως το δικαίωμα να παρακρατήσει ένα ορισμένο ποσό λόγω της
μοιχείας που διέπραξε η
σύζυγος.(Πλούταρχος, Μάριος, 38). Συχνά οι πρώην σύζυγοι, εναγόμενοι για
επιστροφή της προίκας, προσπαθούν να αποφύγουν να στερηθούν τα σημαντικά αυτά
περιουσιακά στοιχεία, που δεν αποκλείεται να αποτελούν και τη μοναδική τους
περιουσία, εγείροντας ανταγωγή για τα ηθικά παραπτώματα της συζύγου (actio de moribus).
Αργότερα, στο κλασικό ρωμαϊκό δίκαιο, το ύψος των
παρακρατήσεων δεν επαφίεται πλέον στην κρίση του δικαστή αλλά είναι
προκαθορισμένο ανάλογα με τον λόγο που δικαιολογεί την παρακράτηση.
Οι
παρακρατήσεις διακρίνονται:
α) Retentiones propter liberos
(λόγω τέκνων), ανά ένα έκτο για κάθε τέκνο και ως το μισό της προίκας (U.E. 6,9 10)
β) Retentiones propter impensas (λόγω δαπανών), αν οι δαπάνες που είχαν
πραγματοποιηθεί από τον άνδρα ήταν αναγκαίες ή ωφέλιμες ( U.E., 6,
14-17) όχι όμως και αν ήταν πολυτελείς.
γ) Retentiones propter mores ( λόγω ηθών)
Σχετικά με τις παρακρατήσεις
λόγω ηθών ίσχυαν τα ακόλουθα:
αα) Αν το διαζύγιο οφειλόταν σε
μοιχεία της γυναίκας ( mores
graviores),
ο άνδρας είχε το δικαίωμα να παρακρατήσει το έκτο της προίκας .
ββ) Αν το διαζύγιο οφειλόταν σε λιγότερο σοβαρές
ηθικές παραβάσεις της γυναίκας ( mores leviores ),
η παρακράτηση ανερχόταν στο όγδοο της προίκας ( U.E. 6,12).
Σύμφωνα με το
Ιουστινιάνειο δίκαιο ισχύουν τα ακόλουθα όσον αφορά την απόδοση των προικώων
σε περίπτωση λύσεως του γάμου:
αα)
Λόγω θανάτου του άνδρα
Η προίκα περιέρχεται στη
γυναίκα
ββ)
Λόγω θανάτου της γυναίκας
Στην περίπτωση της dos
adventicia,
η προίκα περιέρχεται στον άνδρα. Αν όμως υπάρχουν τέκνα, στον άνδρα περιέρχεται
μόνο η επικαρπία, στα τέκνα δε η ψιλή κυριότητα των προικώων. Ειδικότερα στην
περίπτωση της dos
profecticia,
ο pater
familias
ξαναπαίρνει την προίκα αν πέθανε η γυναίκα.
γγ)
Λόγω διαζυγίου
Η γυναίκα μπορεί να ασκήσει την
actio
ex
stipulatu (αγωγή για την προίκα), η
οποία αποτελεί συγχώνευση της παλαιάς actio rei
uxoriae
και της παλαιάς actio
ex
stipulatu.
Οι
παρακρατήσεις (retentiones) καταργούνται στο
ιουστινιάνειο δίκαιο.
Ειδικότερα, τις μεν παρακρατήσεις λόγω ηθών αντικαθιστούν επιζήμιες
συνέπειες σε βάρος της γυναίκας, αν ο
γάμος λυθεί από υπαιτιότητά της, τις δε παρακρατήσεις λόγω δαπανών αντικαθιστά
τρόπος υπολογισμού της προίκας μειωμένης κατά το ποσό των αναγκαίων δαπανών. Οι
ωφέλιμες δαπάνες αναζητούνται από τον
άνδρα σύμφωνα με τις διατάξεις περί εντολής ή διοίκησης αλλοτρίων.
Η προίκα πρέπει, κατά το
ιουστινιάνειο δίκαιο, να επιστραφεί αμέσως,
όσον αφορά τα ακίνητα, μέσα σε ένα χρόνο
όσον αφορά τα κινητά πράγματα, καθώς και τα ασώματα.
Πολλά
προϋπάρχοντα νομικά θέματα σχετικά με την επιστροφή των προικώων
επανασυζητούνται επί Ιουστινιανού.
Ένα από τα ερωτήματα που
τίθενται, αφορά την τύχη της dos
profecticia
σε περίπτωση λύσεως του γάμου με τον θάνατο της γυναίκας.
Αν
ζει ο συστήσας την προίκα ανιών, η προίκα μεταβαίνει στους κληρονόμους της
γυναίκας ή επανέρχεται εις τον συστήσαντα ανιόντα; Κατά την κρατούσα άποψη η
προίκα μετέβαινε εις τον συστήσαντα ανιόντα.
Μεταγενέστεροι
νομομαθείς, μεταξύ των οποίων και ο διάσημος νομομαθής Francke,
ο οποίος είχε ασχοληθεί με τα δυσκολότερα ζητήματα του Ρωμαϊκού Δικαίου, στη
διατριβή του «vom
Rückfalle
der
profecticia dos»
αντετάχθη κατά της κρατούσης γνώμης, ισχυριζόμενος, ότι αν η γυναίκα ήταν
υπεξουσία και κατά τον χρόνο συστάσεως της προίκας και κατά τον χρόνον του
θανάτου της, τότε μόνο η προίκα επανέρχεται στον συστήσαντα την προίκα. Σε
αντίθετη περίπτωση κατά το δίκαιον του Ιουστινιανού, μεταβαίνει στους
κληρονόμους της, σε περίπτωση λύσεως του γάμου λόγω του θανάτου της. Την γνώμη
αυτή ακολούθησε και ο Windscheid,
ενώ ο Vangerow ακολούθησε μεν την γνώμη του Francke, με
μόνη τη διαφορά, ότι απαιτεί να υπάρχει πατρική εξουσία μόνο κατά τον χρόνο
συστάσεως της προίκας.
Και
τίθεται και άλλο ερώτημα: Αν πεθάνει η γυναίκα και αφήσει τέκνα, η dos profecticia μεταβαίνει στον
πατέρα ή παραμένει στα τέκνα;
Το
ζήτημα αυτό δημιούργησε σφοδρή αντιδικία από την εποχή των γλωσσογράφων. Είναι
πασίγνωστη η διαμάχη δύο κορυφαίων γλωσσογράφων, του Βούλγαρου και του Μαρτίνου.
Ο Βούλγαρος είχε τη γνώμη ότι η
dos
profecticia
επιστρέφει στον συστήσαντα πατέρα. Αντίθετα, ο Μαρτίνος, στηριζόμενος στην αρχή
της επιείκειας, υπεστήριζε ότι μένει στα
τέκνα.
Όταν λοιπόν πέθανε η σύζυγος
του Βούλγαρου και άφησε τέκνα, ο Βούλγαρος θυσιάζοντας το προσωπικό του
συμφέρον, επέστρεψε την προίκα στον πεθερό του. Οι μετά τον Βούλγαρο
γλωσσογράφοι ακολούθησαν τη γνώμη του και μόνον ο Albericus,
αν και μαθητής του Βούλγαρου, όταν βρέθηκε στην ίδια θέση, ακολούθησε τη γνώμη
του Μαρτίνου, για να αποφύγει να επιστρέψει την προίκα στον πεθερό του,
αρνούμενος κατ’αυτόν τον τρόπο, το ευγενές παράδειγμα του δασκάλου του.
2.3
Ειδικές περιπτώσεις επιστροφής προικώων κατά το κληρονομικό δίκαιο
·
Μέμψη άστοργης προίκας
Από τον τέταρτο
αιώνα μ.Χ. εισάγεται και η μέμψη άστοργης προίκας. Η προίκα θεωρείται άστοργη
αν με την παροχή της προσβάλλεται το δικαίωμα του αναγκαίου κληρονόμου να λάβει
τη νόμιμη μοίρα του.
Και η μέμψη αυτή χωρεί κατά το
υπόδειγμα της μέμψης άστοργης διαθήκης (ad exemplum
inofficiosi testamenti
– C.I. 3,30.Kωνσταντίου,
358 μ.Χ), υπό τους ίδιους όρους, δηλαδή, υπό τους οποίους είναι δυνατή και η
μέμψη άστοργης δωρεάς.
·
Συνεισφορά προίκας
Η υπεξούσια ή η
χειράφετη θυγατέρα υπέρ της οποίας ο εξουσιαστής της (ή, προκειμένου για
χειράφετη, ο πατέρας της) είχε συστήσει προίκα (dos profecticia),
μπορούσε να βρεθεί σε ευνοϊκότερη θέση έναντι των αδελφών της σε περίπτωση που
ο γάμος της λυνόταν με θάνατο του συζύγου της ή με διαζύγιο και που η προίκα
περιερχόταν σ’αυτή.
Για το λόγο αυτό
ο Πραίτορας απαίτησε από τη θυγατέρα που θα ζητούσε bonorum possessio
intestate
ή contra
tabulas
στην πρώτη τάξη να υποσχεθεί με επερώτηση στους αδελφούς της ότι, αν η προίκα
της περιέλθει αργότερα, θα τη συνεισφέρει προς αυτούς κατά την αναλογία της
μερίδας του καθενός τους.
Αργότερα επί
Αντωνίνου Πίου, η υποχρέωση της θυγατέρας που είχε προικισθεί με dos
profecticia
επεκτάθηκε και στην περίπτωση που εκαλείτο στην κληρονομία, όχι κατά το
πραιτορικό δίκαιο αλλά κατά το ius
civile.
Για τον εξαναγκασμό της θυγατέρας στην περίπτωση αυτή να δώσει την υπόσχεση με
επερώτηση, παρεχόταν ως ένδικο μέσο η actio familiae
erciscundae.
Κατά τη μετακλασική
περίοδο, με διάταξη του Γορδιανού Γ΄, που επικύρωσε όσα ίσχυαν στην πράξη,
η υποχρέωση της θυγατέρας που είχε προικισθεί με dos profecticia
επεκτάθηκε από τους υπεξουσίους και στους χειράφετους αδελφούς της.