Ποίηση 1948 Ν. Εγγονόπουλος
Στον Νίκο Ε… 1949 Μ.Αναγνωστάκης
Ο Νίκος Εγγονόπουλος (1907-1985) ήταν Έλληνας καθηγητής του Ε.Μ. Πολυτεχνείου, ζωγράφος, σκηνογράφος και ποιητής. Θεωρείται ένας από τους μείζονες εκπροσώπους της γενιάς του '30, ενώ αποτέλεσε και έναν από τους κύριους εκφραστές του υπερρεαλιστικού κινήματος στην Ελλάδα. Το έργο του περιλαμβάνει ακόμα μεταφράσεις, κριτικές μελέτες και δοκίμια. Το 1958 του απονεμήθηκε το Πρώτο Κρατικό Βραβείο Ποίησης του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας για την ποιητική συλλογή Εν Ανθηρώ Έλληνι Λόγω, ενώ το 1966 τιμήθηκε για το ζωγραφικό του έργο από το βασιλιά Κωνσταντίνο Β΄ με το παράσημο του Χρυσού Σταυρού του Γεωργίου Α΄. Το κρατικό βραβείο ποίησης θα του απονεμηθεί αργότερα για δεύτερη φορά το 1979, καθώς και το παράσημο του Ταξιάρχη του Φοίνικος. Πίνακές του υπάρχουν στην Εθνική Πινακοθήκη, στις Δημοτικές Πινακοθήκες Αθηνών, Ρόδου, Θεσσαλονίκης, στο Μουσείο Θεάτρου στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και σε ιδιωτικές συλλογές. Ποιήματα του Εγγονόπουλου έχουν μεταφραστεί στα γαλλικά, αγγλικά, ιταλικά, ισπανικά, δανικά, πολωνικά, ουγγρικά και τη βενετική διάλεκτο.
Ποίηση 1948
Tούτη εποχή
του εμφυλίου σπαραγμού
δεν είναι εποχή
για ποίηση
κι άλλα παρόμοια
σαν πάει κάτι
να γραφεί
είναι
ως αν
να γράφονταν
από την άλλη μεριά
αγγελτηρίων θανάτου
γι αυτό και
τα ποιήματά μου
είναι τόσο πικραμένα
(και πότε άλλωστε- δεν ήσαν;)
κι είναι
-προ πάντων-
και
τόσο
λίγα
Ν. Εγγονόπουλος
«ΕΛΕΥΣΙΣ», 1948
Γραμμένο το 1948, κατά την αιματηρή, δηλαδή περίοδο του εμφυλίου πολέμου (1946-1949), το ποίημα είναι μια δήλωση για την αδυναμία της ποίησης να αρθρώσει το λόγο της μέσα στις αιματηρές συνθήκες του διχασμένου από τον εμφύλιο σπαραγμό έθνους και ταυτόχρονα εξομολόγηση του ποιητή με αποδέκτες:
α) την ίδια την ποίηση, γιατί σε αυτή οφείλει πρώτα να δώσει λόγο ως λειτουργός της. Βαθύτερη εσωτερική ανάγκη τον ωθεί να απολογηθεί. Εξάλλου τα ποιήματά του είναι “τόσο πικραμένα” και “τόσο λίγα”. Και πότε άλλωστε- δεν ήσαν; Αναφέρεται σε άλλες εποχές του παρελθόντος και ανάλογα γεγονότα που ταλάνισαν τον ελληνικό λαό: Μικρασιατική καταστροφή, δικτατορία του Μεταξά, πόλεμος του ΄40, δίνοντας με τον τρόπο αυτό διαχρονικό χαρακτήρα στην προσωπική του στάση.
β) τον εαυτό του, γιατί ο ίδιος ελπίζει πως μ΄αυτόν τον τρόπο θα απενοχοποιηθεί για την πνευματική του δυστοκία.
γ) προς τον λαό, που ίσως περιμένει σε τέτοιες τραγικές συνθήκες από την ποίηση ένα στήριγμα.
Το ποίημα αγγίζει το θέμα σχετικά με το χρέος που έχει η ποίηση απέναντι στις επιταγές της σύγχρονης πραγματικότητας. Κι όταν η σύγχρονη πραγματικότητα εκτυλίσσεται με τρόπο αλλοτριογενή, τόσο το χρέος του ποιητή εναρμονίζεται μ΄αυτήν, την υπερβαίνει και εκείνη τελικά προδιαγράφει τη στάση του ποιητικού δημιουργού.
Κι ενώ σπεύδει να δηλώσει ότι δεν είναι εποχή για ποίηση, ωστόσο την ίδια στιγμή που το αρθρώνει, ο ίδιος γράφει ποίηση. Κι ενώ αίρει, καταργεί και ακυρώνει τη λειτουργία της ποίησης μέσα στη δίνη, την παραζάλη και το σπαραγμό της εμφύλιας σύρραξης, ενώ μιλάει για σιωπή της ποίησης, αφού εμφανίζεται κατά τον ποιητικό στοχασμό αδύναμη να τοποθετηθεί απέναντι στην κοινωνική πραγματικότητα και να αναμετρηθεί μαζί της, ο ποιητικός λόγος έχει ήδη γραφεί και είναι συντελεσμένος. Άρα η κατάργηση της ποιητικής γραφής διακηρύσσεται αλλά δεν πραγματώνεται. Απλά λειτουργεί μόνο ως εύρημα για να καταγγελθεί ο εμφύλιος σπαραγμός.
Η ακύρωση της ποίησης αισθητοποιείται με τον τεμαχισμό του λόγου και την ολιγογραφία (χαρακτηριστικό της υπερρεαλιστικής γραφής) που σε συσχετισμό με το θέμα παίρνει μια πρόσθετη διάσταση: μοιάζει κι αυτός ακρωτηριασμένος όπως τα σώματα και οι ψυχές των Ελλήνων. Εδώ ο Εγγονόπουλος σιωπά ευλαβικά μπροστά στους νεκρούς του παράλογου πολέμου. Όταν ο θάνατος είναι παρών, η ποίηση από σεβασμό είναι απούσα ή κάνει ελάχιστα αισθητή την παρουσία της μόνο ως έκφραση οδύνης και αδυναμίας άρθρωσης ποιητικού λόγου μέσα στην αντιποιητική μορφή της κοινωνικής ζωής, τον εμφύλιο σπαραγμό του λαού.
Ένα χρόνο αργότερα ο εικοσιτετράχρονος τότε Μανόλης Αναγνωστάκης γράφει ένα ποίημα με ανάλογο περιεχόμενο, αλλά από διαφορετική σκοπιά. Τα δύο ποιήματα ανοίγουν έναν ενδιαφέροντα διάλογο γύρω από το χρέος της ποίησης απέναντι στις επιταγές της ιστορικής πραγματικότητας.
Στον Νίκο Ε... 1949
Φίλοι.
Πού φεύγουν Πού
Χάνονται μια μέρα
Φωνές Τη νύχτα
Μακρινές φωνές
Μάνας τρελής στους έρημους δρόμους
Κλάμα παιδιού χωρίς απάντηση Ερείπια
Σαν τρυπημένες σάπιες σημαίες
Εφιάλτες,
Στα σιδερένια κρεβάτια
Όταν το φως λιγοστεύει
Τα ξημερώματα.
(Μα ποιός με πόνο θα μιλήσει για όλα αυτά;)
Μ.Αναγνωστάκης
«Παρενθέσεις», 1949
Το ποίημα γράφεται στη φυλακή του Γεντί Κουλέ (Επταπύργιο Θεσσαλονίκης), όπου ο Αναγνωστάκης είχε οδηγηθεί κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου, για τις αριστερές πεποιθήσεις του και όπου έζησε την εφιαλτική εμπειρία του μελλοθάνατου. Είναι το τελευταίο ποίημα της μικρής συλλογής “Παρενθέσεις” (1949) και σύμφωνα με προφορική δήλωση του Αναγνωστάκη αφιερώνεται στον συναγωνιστή του Νίκο Ευστρατιάδη.
Θέμα του είναι το χρέος της ποίησης απέναντι στις επιταγές της ιστορικής πραγματικότητας και έστω κι αν ο Νίκος του τίτλου δεν είναι ο Εγγονόπουλος, το ποίημα είναι απάντηση στο “Ποίημα 1948” ή τουλάχιστον διαλέγεται με αυτό. Η βεβαιότητα αυτή προέρχεται από:
α)τη σκόπιμη ασάφεια του τίτλου, που επιτρέπει τη συσχέτιση με το όνομα του Εγγονόπουλου.
β) τη σύμπτωση των χρονολογιών, μια και η συλλογή του Εγγονόπουλου που περιείχε το παραπάνω ποίημά του κυκλοφόρησε το 1949.
γ) τη θεματική σχέση των δύο ποιημάτων και
δ) τη μορφική τους συγγένεια (ηθελημένη μίμηση από τον Αναγνωστόπουλο της ποιητικής γραφής του Εγγονόπουλου δηλαδή τεμαχισμένος/ακρωτηριασμένος λόγος, σχεδόν συλλαβικός, σαν σπαραγμένος από τον εμφύλιο πόλεμο.
Ο Αναγνωστάκης θεωρεί ότι η ευαισθησία του ποιητή είναι η μόνη εγγύηση για την καταγραφή και την καταγγελία της απανθρωπιάς και η συντήρηση των στοιχείων της μνήμης, που απειλεί να καταβροχθίσει ο χρόνος. Ο ποιητής, με πολιτική συνείδηση διαφωνεί με την άποψη της ποιητικής παραίτησης. Σ΄αυτήν αντιπαραβάλλει:
- Την ιδέα της στρατευμένης τέχνης: η τέχνη, καθρέφτης της ζωής και της πραγματικότητας, τις οποίες επιχειρεί να καταγράψει με ρεαλιστικό τρόπο και
- Τον κοινωνικό ρόλο του καλλιτέχνη: συμμετοχή του ποιητή στα κοινωνικοπολιτικά δρώμενα με την καταγγελία των εφιαλτικών συνθηκών και τη διατήρηση της μνήμης.
Ερμηνευτική προσέγγιση
Το ποίημα οικοδομείται με βάση διαδοχικές οπτικές και ηχητικές εικόνες.
Α΄ΕΝΟΤΗΤΑ (στ. 1-10)
Στ. 1-3: ξαφνική απώλεια φίλων (φυλακίσεις, εξορίες, εκτελέσεις)
Στ. 4-8: κραυγές απόγνωσης, μέσα στη νύχτα, μανάδων που χάνουν τα παιδιά τους και κλάματα παιδιών που αναζητούν μάταια τις μανάδες τους.
Στ. 9-10: παντού ερείπια, το κατεστραμμένο τοπίο, αστικό και αγροτικό, αντανακλά τις συντετριμμένες ζωές των ανθρώπων – θυμάτων του εμφύλιου σπαραγμού.
Όμως, η κορύφωση της α΄ ενότητας εμπεριέχεται στην παρομοίωση του στ. 10 “σαν τρυπημένες σάπιες σημαίες”: οι απώλειες σε ανθρώπινες ζωές και οι υλικές καταστροφές στα πλαίσια ενός πολέμου αδιανόητου δεν μπορεί παρά να πλήττουν θανάσιμα τον ίδιο τον λαό, τα ιδανικά και τις αξίες που τον κράτησαν στη ζωή για αιώνες. Η κατάρρευση των αξιών αισθητοποιείται με τις τρυπημένες (από τις σφαίρες προφανώς, που εκφράζουν το μίσος και το θάνατο) σάπιες (αποσύνθεση των εθνικών ιδανικών) σημαίες (σύμβολο των ιδανικών και της ιδιαιτερότητας του έθνους), θύματα κι αυτές της εμφύλιας σύρραξης.
Β΄ΕΝΟΤΗΤΑ (στ. 11-14)
Ο ποιητικός λόγος “επιστρέφει” στο χώρο που παράγεται, στη φυλακή, για να καταγγείλει το δράμα των μελλοθανάτων, να καταγράψει τους εφιάλτες που διακόπτουν τον ύπνο τους και να αισθητοποιήσει την αγωνία του επικείμενου θανάτου που αντιπροσωπεύει γι΄αυτούς η ανατολή του ήλιου. Ο σπαραγμός του μελλοθάνατου Αναγνωστάκη έχει φθάσει στην κορύφωσή του.
Γ΄ΕΝΟΤΗΤΑ (Στ. 15): Πρόκειται για τον καταληκτικό στίχο του ποιήματος. Ο ποιητής αποστασιοποιείται από τον άνθρωπο Αναγνωστάκη που βιώνει τις εφιαλτικές στιγμές και έρχεται αντιμέτωπος με το ΧΡΕΟΣ του. Ο Αναγνωστάκης, λοιπόν, ο ποιητής πλέον και όχι το θύμα του εμφυλίου, θέτει το πρόβλημα του ρόλου της ποίησης με τρόπο πλάγιο: “Μα ποιος με πόνο θα μιλήσει για όλα αυτά”; Αλλά και η απάντησή του λανθάνει: “Φυσικά ο ποιητής”. Η ποίηση γίνεται πράξη ευθύνης και ο ποιητής είναι ο υπεύθυνος λειτουργός της.
Ο Αναγνωστάκης “Στον Νίκο Ε…1949”πιστεύει ότι ο ποιητικός λόγος έχει καταγγελτικό χαρακτήρα και πρέπει να καταγράψει όλα όσα συνθέτουν τον εφιάλτη του εμφυλίου, διαφοροποιείται δηλαδή ριζικά από τον Εγγονόπουλο που επιλέγει τη σιωπή. Η ιδεολογία του Αναγνωστάκη δεν του επιτρέπει να αγνοήσει τον κοινωνικό ρόλο του καλλιτέχνη που συνίσταται στη συμμετοχή αλλά και στην απεικόνιση των δρώμενων. Μια απεικόνιση που στην προκειμένη περίπτωση ισοδυναμεί με μαρτυρία.