1. Οι αντιμαχόμενες δυνάμεις
Ο E΄ Βενετοτουρκικός Πόλεμος, γνωστός και ως Κρητικός Πόλεμος, καλείται η πολεμική αναμέτρηση μεταξύ της Δημοκρατίας της Βενετίας και των συμμάχων αυτής χριστιανικών δυνάμεων με την Οθωμανική αυτοκρατορία για τη σωτηρία του Βασιλείου της Κρήτης. Πρόκειται για ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα της ευρωπαϊκής ιστορίας του 17ου αιώνα, καθώς θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως πόλεμος πανευρωπαϊκός, αφού στην τελευταία φάση του ο πολιορκούμενος από τους Τούρκους Χάνδακας υπήρξε το σύμβολο της άμυνας των χριστιανικών λαών της Ευρώπης στην επεκτατική ορμή της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Μετά την κατάληψη της Κύπρου από τους Τούρκους το 1570, η Κρήτη παρέμεινε το μοναδικό οχυρό του χριστιανικού κόσμου στην ανατολική λεκάνη της Μεσογείου και όπως φυσικά ήταν φανερό, θα ήταν το επόμενο θύμα του τούρκικου επεκτατισμού, που θα συμπλήρωνε τον κύκλο των τουρκικών κατακτήσεων στην Ανατολική Μεσόγειο.
Οι Βενετοί στις αρχές του 1600 χειρίζονταν την επιθετική Οθωμανική αυτοκρατορία με μεγάλη προσοχή ώστε να μην προκαλέσουν. Η στρατηγική θέση της Κρήτης με το ισχυρότερο φρούριο της Μεσογείου εκείνης της εποχής, τα πολλά λιμάνια και τα εύφορα εδάφη, ήταν ένα πολύ δελεαστικό έπαθλο. Η Κρήτη βρισκόταν σε έναν κλοιό από ισλαμικές κτήσεις για αιώνες και μόνο η θάλασσα την κρατούσε ακόμα ασφαλή. Ο τριακονταετής πόλεμος στο εσωτερικό της Αγίας Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, η ανακάλυψη της Αμερικής και των νέων εμπορικών δρόμων, είχε αποδυναμώσει οικονομικά την άλλοτε θαλασσοκράτειρα Γαληνοτάτη, γι’ αυτό και δεν κατάφερε ποτέ κατά τη διάρκεια του πολέμου να αποκόψει τον ανεφοδιασμό στα στενά των Δαρδανελίων, καθώς δεν υπήρχαν ποτέ αρκετά πλοία.
Η βασικότερη αδυναμία της Βενετίας ήταν ο μισθοφορικός χαρακτήρας των χερσαίων δυνάμεων που μπορούσε να κινητοποιήσει, γεγονός το οποίο επέβαλλε όρια στα στρατιωτικά μεγέθη της ανάλογα με τις κρατικές ταμειακές διαθεσιμότητες. Η οικονομική αντοχή του βενετικού κράτους ήταν περιορισμένη, και για τον λόγο αυτό ήταν αναγκαίο οι δυνάμεις που εμπλέκονταν σε πολεμικές επιχειρήσεις να είναι αξιόμαχες αλλά ολιγάριθμες, η δε σύγκρουση να έχει σύντομη διάρκεια. Διαφορετικά η μισθοδοσία των στρατιωτικών δυνάμεων καθίστατο αδύνατη και η άμεση υπογραφή ειρήνης με οποιοδήποτε κόστος ήταν η μόνη επιλογή. Παράλληλα, τα στρατεύματα της Γαληνοτάτης ήταν υποχρεωμένα να μάχονται μακριά από τις βάσεις επιμελητείας και ανεφοδιασμού τους σε ένα συχνά εχθρικό περιβάλλον. Οι βενετικές κτήσεις ήταν απομονωμένες νησίδες στο εσωτερικό της οθωμανικής επικράτειας, ο ανεφοδιασμός των οποίων καθίστατο αδύνατος σε καιρό πολέμου, όπως στην περίπτωση των πελοποννησιακών λιμανιών, είτε ήταν μεγάλες εδαφικές κτήσεις, απομακρυσμένες από τη μητρόπολη, όπως η Κύπρος ή η Κρήτη, όπου η αποστολή ενισχύσεων απαιτούσε μεγάλα χρονικά διαστήματα.
Από την άλλη πλευρά, οι Οθωμανοί βρίσκονταν σταθερά σε πλεονεκτική θέση, καθώς οι ίδιοι είχαν την πρωτοβουλία των κινήσεων, οι οικονομικές δυνατότητές τους, τουλάχιστον ως τα μέσα του 17ου αιώνα, ήταν απεριόριστες, οι στρατιωτικές δυνάμεις που μπορούσαν να κινητοποιήσουν ανεξάντλητες, οι δε επιχειρήσεις διεξάγονταν στο εσωτερικό της επικράτειάς τους με αποτέλεσμα να ελέγχουν απόλυτα τις γραμμές ανεφοδιασμού και επιμελητείας τους. Γενικά, οι Οθωμανοί θεωρούσαν τη Βενετία ως την ευκολότερη αντίπαλό τους, και για το λόγο αυτό οι πολεμικές εξορμήσεις εναντίον της εξυπηρετούσαν εσωτερικές σκοπιμότητες της Υψηλής Πύλης και σχεδόν ποτέ δεν αποκρίνονταν σε υψηλές γεωστρατηγικές εκτιμήσεις και μακροπρόθεσμους οικονομικούς σχεδιασμούς, όπως στην περίπτωση των στρατιωτικών εγχειρημάτων τους στην κεντρική Ευρώπη ή στην ανατολική Μικρά Ασία. Αντιθέτως, απέφευγαν, τουλάχιστον μέχρι και τον 15ο αιώνα, τις ναυτικές συγκρούσεις λόγω της κατώτερης ποιότητας των ναυτικών δυνάμεών τους, μειονέκτημα το οποίο εξουδετέρωσαν στα μέσα του επόμενου αιώνα, όταν ενσωμάτωσαν στις ναυτικές δυνάμεις τους στόλους των πειρατικών κρατιδίων της βόρειας Αφρικής. Αυτό, όμως, που προσπαθούσαν να αποφύγουν ήταν η δημιουργία αντι-οθωμανικών ευρωπαϊκών συμμαχιών, οι οποίες, παρά τη συχνή αναποτελεσματικότητά τους, παρέμεναν επίφοβη προοπτική για τους Οθωμανούς, δεδομένης και της ισχυρής δημογραφικής παρουσίας χριστιανικού στοιχείου στα Βαλκάνια. Για τον λόγο αυτό, οι Οθωμανοί ποτέ δεν επιτέθηκαν στα μητροπολιτικά εδάφη της Βενετίας, παρά την προοπτική εύκολης νίκης.
Σε κάποιο βαθμό ο αγώνας ανάμεσα στους δύο επικυρίαρχους αντιπροσώπευε τη σύγκρουση ανάμεσα στο Ισλάμ και το χριστιανισμό, και αυτό το περιεχόμενο ήθελαν να δώσουν στον πόλεμο οι Βενετοί κάνοντας επίκληση στο θρησκευτικό αίσθημα των αμάχων. Ακόμη, στα μάτια των Ελλήνων η Βενετία αντιπροσώπευε τη Δύση, από την οποία περίμεναν την πιθανή μεταβολή του πολιτειακού καθεστώτος και την απαλλαγή από την οθωμανική κυριαρχία. Επρόκειτο δε για μια από τις πλέον φιλελεύθερες και φωτισμένες εκδοχές της Δύσης, καθώς η Βενετία πάντοτε απολάμβανε ιδιαίτερη αίγλη στην συνείδηση των Ελλήνων, ως χώρα με ανεπτυγμένη πολιτιστική και πνευματική παρουσία στην Ευρώπη, φορέας της Αναγέννησης στην Ανατολή, κρατική οντότητα με εσωτερική οργάνωση απαλλαγμένη από τις ρωμαιοκαθολικές επιταγές και έδρα ισχυρής και πολιτιστικά σημαντικής ελληνικής παροικίας. Οι Βενετοί εκμεταλλεύονταν το κύρος της μητροπολιτικής πατρίδας τους για να επιστρατεύσουν Έλληνες εθελοντές στις τάξεις τους. Αν οι εθελοντές προέρχονταν από τις βενετικές κτήσεις, συγκροτούσαν χωριστά στρατιωτικά σώματα ή πολιτοφυλακές με βοηθητικά κυρίως καθήκοντα, αν και υπάρχουν παραδείγματα Ελλήνων που έδρασαν στην πρώτη γραμμή. Η δράση των φιλοβενετών Ελλήνων προερχόμενων από τα οθωμανικά εδάφη περιοριζόταν σε δολιοφθορές, παροχή πληροφοριών, διάσωση και απόκρυψη αιχμαλώτων.
Εξίσου διαδεδομένα, όμως, ήταν και τα αντιβενετικά αισθήματα, κυρίως ανάμεσα σε κοινωνικές ομάδες, οι οποίες θεωρούσαν ότι η βενετική πολιτική κυριαρχία δρούσε ανασταλτικά στην κοινωνική και οικονομική ανέλιξή τους και πιθανή αλλαγή του καθεστώτος πολιτικής κυριαρχίας θα συνοδευόταν από σημαντική μεταβολή της κατάστασής τους. Ακόμη, οι Βενετοί δεν μπορούσαν, αλλά ούτε και ήθελαν, να συστρατεύσουν τις αγροτικές μάζες οπλίζοντάς τες στην υπεράσπιση της απειλούμενης κοινής πατρίδας, διότι στο ημι-φεουδαλικό γαιοκτητικό καθεστώς τους οι χωρικοί κατείχαν υποτελή θέση και η επιστράτευσή τους ενείχε τον κίνδυνο της κατοπινής αγροτικής εξέγερσης. Αντιθέτως, οι Οθωμανοί υπόσχονταν στους χωρικούς απαλλαγή από τα φεουδαλικά δεσμά, τη βαριά φορολογία, τις αγγαρείες προς το κράτος και τους γαιοκτήμονες και επαγγέλλονταν την ένταξη των αγροτών σε ένα ευνοϊκότερο φορολογικό και δικαιικό καθεστώς. Στα πλαίσια αυτής της προπαγανδιστικής τακτικής, οι Οθωμανοί στρατηγοί είχαν αυστηρές οδηγίες από το αυτοκρατορικό κέντρο να αποφεύγουν λεηλασίες χωριών και αγρών και κακοποιήσεις αθώων χωρικών στο χώρο δράσης του οθωμανικού στρατού.
Καταλήγουμε, λοιπόν, στο συμπέρασμα ότι ενεργοί σύμμαχοι των Βενετών ήταν κοινωνικές ομάδες, οι οποίες είχαν συνδέσει την κοινωνική και οικονομική ταυτότητά τους με τη βενετική πολιτική κυριαρχία ή ομάδες λογίων και μορφωμένων ανθρώπων, στους οποίους η βενετική πολιτιστική παρουσία ασκούσε ιδιαίτερη επιρροή. Αντίθετα, ομάδες, οι οποίες ταύτιζαν την πολιτική μεταβολή με τη βελτίωση της κατάστασής τους, έδειχναν τάσεις συνεργασίας με τους Οθωμανούς. Σε κάθε περίπτωση, Έλληνες βρέθηκαν να πολεμούν και στα δύο στρατόπεδα.
2. Η αφορμή του πολέμου
Μετά την κατάληψη της Κύπρου από τον Σουλτάνο Σελήμ Β΄ τον Αύγουστο του 1570 και τις επακόλουθες από τους Τούρκους σφαγές των παραδοθέντων Βενετών, αλλά και μετά την προκλητική στάση των Οθωμανών έναντι των χριστιανικών κρατών, άρχισαν τότε, με την πρωτοβουλία του μετέπειτα Αγίου, Πάπα Πίου του Ε΄, τα χριστιανικά κράτη και μάλιστα η Ισπανία και η Βενετία να συνάπτουν συμμαχίες για κοινές πολεμικές ενέργειες κατά των Οθωμανών, που απέβλεπαν κυρίως στη διάλυση του οθωμανικού στόλου και στην απελευθέρωση των κατεχομένων εδαφών. Αποτέλεσμα της συμμαχίας της Ισπανίας και των ιταλικών πόλεων ήταν η συντριπτική ήττα των Οθωμανών στις 7 Οκτωβρίου 1571 στη ναυμαχία της Ναυπάκτου, που θεωρείται μια από τις σημαντικότερες ναυμαχίες στην παγκόσμια ιστορία.
Μετά το συμβάν αυτό, οι Οθωμανοί αναγκάστηκαν να περιορίσουν τις επιχειρήσεις τους στη στεριά. Στα μέσα του 17ου αιώνα ο σουλτάνος Ιμπραήμ αποφάσισε να στραφεί στις ναυτικές εκστρατείες. Ο επόμενος στόχος του, μετά την κατάκτηση της Κύπρου, ήταν η βενετοκρατούμενη Κρήτη. Το νησί ήταν μεγάλο, πλούσιο και αρκετά προσοδοφόρο, αφού οι Βενετοί αποκόμιζαν έσοδα τουλάχιστον 200.000 δουκάτα το χρόνο. Η κατάκτηση της Κρήτης, που είχε πληθυσμό 200.000, όχι μόνο θα έλυνε άμεσα τα οικονομικά προβλήματα του σουλτάνου, αλλά θα είχε και τη δυνατότητα με βάση το νησί να επιτίθεται κατά των εχθρικών χωρών της Μάλτας και της Ισπανίας.
Η αφορμή δεν άργησε να δοθεί. Το 1644 οι Ιωαννίτες ιππότες της Μάλτας, που κατά την περίοδο αυτή είχαν επιδοθεί σε πειρατικές επιχειρήσεις στη Μεσόγειο, συνάντησαν κοντά στα κρητικά παράλια ένα τουρκικό πλοίο, που πραγματοποιούσε τη διαδρομή Κωνσταντινούπολη-Αλεξάνδρεια με τελικό προορισμό τη Μέκκα και μετέφερε μουσουλμάνους προσκυνητές. Ύστερα από επτάωρη σκληρή πάλη οι ιππότες κατέλαβαν το πλοίο. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των Οθωμανών, οι πειρατές μετέφεραν τους αιχμαλώτους στα Χανιά, όπου και έδωσαν τμήμα από τα λάφυρα στον Βενετό στρατηγό, γεγονός που αρνούνταν κατηγορηματικά οι βενετικές αρχές και υποστήριζαν ότι δεν είχαν καμιά ανάμειξη στο συμβάν. Διαδόθηκε, επίσης, ότι μεταξύ των αιχμαλώτων ήταν και η βαλιδέ σουλτάνα (η βασιλομήτωρ). Η σύγχυση αυτή οφείλεται στο γεγονός ότι το όνομα του πλοίου ήταν «Σουλτάνα» και δεν είχε καμιά σχέση με τη βασιλομήτορα του τουρκικού θρόνου.
Ο σουλτάνος Ιμπραήμ είχε την ευκαιρία που αναζητούσε. Στις 30 Απριλίου του 1645, 100 πολεμικά πλοία και 350 μεταγωγικά με 50.000 στρατιώτες από τους οποίους 7.000 γενίτσαροι κατέπλευσαν από τα Δαρδανέλια με προορισμό το Ναυαρίνο της Πελοποννήσου, αφήνοντας να εννοηθεί ότι ο τελικός προορισμός ήταν η μακρινή Μάλτα. Και όμως, στις 21 Ιουνίου 1645 η τουρκική στρατιά με αρχηγό τον Γιουσούφ πασά απέπλευσε από το Ναυαρίνο και σε λίγες ημέρες εμφανίστηκε ανοικτά των Χανίων.
3. Η τουρκική απόβαση και η πτώση των Χανίων
Η απόβαση πραγματοποιήθηκε στις 23 Ιουνίου 1645 κοντά στη Μονή Οδηγητρίας Κυρίας Γωνιάς στο δυτικό άκρο του κόλπου των Χανίων. Ιδιαίτερη αντίδραση δεν υπήρξε, κυρίως, λόγω του αιφνιδιασμού των Βενετών, αλλά και του μεγάλου αριθμού των τουρκικών δυνάμεων. Και ενώ ο μουσουλμανικός στρατός προέλαυνε προς την πόλη των Χανίων καταστρέφοντας και λεηλατώντας στο πέρασμά του χωριά και μοναστήρια, ο αρχηγός του στόλου Γιουσούφ πασάς χτυπούσε το οχυρωμένο νησάκι Θοδωρού, που το υπεράσπιζε με μικρή φρουρά ο γενναίος φρούραρχος Biagio Juliani. Ύστερα από απεγνωσμένες προσπάθειες ο Βενετός φρούραρχος άφησε τους επιδρομείς να ανέβουν στο μικρό φρούριο και στη συνέχεια, προτιμώντας την ηρωική αυτοθυσία παρά την ατιμωτική παράδοση και αιχμαλωσία, έβαλε φωτιά στην μπαρουταποθήκη και το ανατίναξε με τους άνδρες του και τους Τούρκους επιδρομείς. Ήταν η πρώτη ηρωική πράξη ενός μεγάλου αγώνα, που ήδη είχε αρχίσει.
Οι Βενετοί μάταια επιχειρούν να δημιουργήσουν μέτωπα αντιπερισπασμού με την ελπίδα να καθυστερήσουν την τουρκική προέλαση προς την πόλη των Χανίων, ώσπου να φθάσουν ενισχύσεις από το Χάνδακα και επικουρικές δυνάμεις με το στόλο τους. Και ενώ ο στόλος των Τούρκων έπλεε προς την πόλη των Χανίων, οι Βενετοί εναπόθεσαν τις ελπίδες τους στον ναύαρχο Antonio Marin Cappello, ο οποίος βρισκόταν στη Σούδα με μικρή ναυτική δύναμη. Όμως, ο Βενετός ναύαρχος δεν τόλμησε να αναμετρηθεί με τον τουρκικό στόλο, παρά αρκέστηκε να στείλει τρία κάτεργα (φορτηγά πλοία), τα οποία κατάφεραν να μπουν στο λιμάνι των Χανίων και να φέρουν βοήθεια στους πολιορκουμένους.
Οι Τούρκοι με το ξεκίνημα της πολιορκίας της πόλεως των Χανίων διακόπτουν την παροχή νερού και αρχίζουν τον βομβαρδισμό. Από την πρώτη μέρα της πολιορκίας, οι Τούρκοι ενεργούσαν επιθέσεις και κανονιοβολούσαν αδιάκοπα το φρούριο, και ολοένα ο κλοιός γινόταν πιο ασφυκτικός. Πολλά βόλια έπεφταν μέσα στην πόλη, κατέστρεφαν κτήρια, σκότωναν ανθρώπους και έσπερναν πανικό. Οι λιγοστές ενισχύσεις αντίστασης από ξηρά, που προθυμοποιήθηκαν υπό τον Μιχαήλ Καλλέργη, με μερικές εκατοντάδες Σφακιανούς και υπό τον Λουκά Μπαρότση, που συγκέντρωσε κατοίκους από την πλευρά του Σελίνου, δεν είχαν κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα.
Στην κρίσιμη αυτή περίοδο διακρίθηκαν για τη γενναιότητα και την τόλμη τους πολλοί Έλληνες, κυρίως κληρικοί, όπως ο ηγούμενος Κύριλλος Συρίγος, που υπερασπίστηκε με αυτοθυσία το Revellino και ο ηγούμενος Φιλόθεος Σκούφος που αγωνίστηκε με 24 μοναχούς στο μοναστήρι της Κυρίας Χρυσοπηγής.
Στις αρχές Αυγούστου η κατάσταση ήταν πια απελπιστική. Αν και οι πολιορκούμενοι συνέχιζαν να αποκρούουν τις συνεχείς επιθέσεις των Τούρκων, τα τείχη είχαν υποστεί σοβαρά ρήγματα. Μετά την άρνηση να παραδοθούν με όρους, οι Χανιώτες αντιστάθηκαν σθεναρά στη νέα επίθεση. Ένας υπόνομος (λαγούμι) που είχαν σκάψει και ανατινάξει οι Τούρκοι ήταν η αιτία δημιουργίας ανοίγματος στο δυτικό τείχος. Από εκεί όρμησαν μέσα και κατεβαίνοντας έφθασαν μέχρι τον Άγιο Φραγκίσκο. Εκεί, Έλληνας Χανιώτης σκότωσε τον αρχηγό τους που οδηγούσε την επίθεση, με αποτέλεσμα να υποχωρήσουν οι Τούρκοι και να γκρεμισθούν από τα τείχη. Η τελευταία έφοδος έγινε στις 17 Αυγούστου 1645, που αποκρούστηκε επίσης, με φοβερές απώλειες, 600 νεκρούς και τραυματίες. Δυστυχώς, όμως, η φρουρά των Χανίων δεν είχε άλλες αντοχές, τα τείχη είχαν γκρεμιστεί σε πολλά μέρη, δεν υπήρχε ελπίδα για βοήθεια και έτσι το πολεμικό συμβούλιο πήρε απόφαση να προτείνει παράδοση στον πασά με όρους έντιμους. Η πρόταση έγινε δεκτή και η πόλη παραδόθηκε στις 22 Αυγούστου 1645 ύστερα από ηρωική αντίσταση δύο μηνών. Οι όροι όμως της παράδοσης δεν τηρήθηκαν από μέρους των Τούρκων. Όσοι έμειναν στην πόλη, Κρητικοί χριστιανοί οι περισσότεροι, κακοποιήθηκαν βάναυσα και οδηγήθηκαν στην αιχμαλωσία και στα κάτεργα. Μοναστήρια και εκκλησίες λαφυραγωγήθηκαν και μνημεία βεβηλώθηκαν. Ο μητροπολιτικός ναός του Αγίου Νικολάου μετατράπηκε σε αυτοκρατορικό τζαμί, προς τιμή του Σουλτάνου Ιμπραήμ και ο ναός του Αγίου Φραγκίσκου μετονομάσθηκε σε Γιουσούφ τζαμί, προς τιμή του πορθητή της πόλεως Γιουσούφ Πασά.
Η απώλεια των Χανίων ήταν το δυσοίωνο προμήνυμα για την ολοκληρωτική κατάληψη της Κρήτης από τους Τούρκους. Μέσα σε λίγο χρονικό διάστημα όλα σχεδόν τα χωριά του νομού, εκτός της επαρχίας των Σφακίων, έπεσαν στα χέρια των Τούρκων. Το μόνο μέρος που παρέμεινε στους Βενετούς πλησίον της πόλεως των Χανίων, ήταν το λιμάνι της Σούδας, όπου κατέφυγαν οι περισσότεροι Βενετοί και όπου παρέμενε ο βενετικός στόλος, υπό την αρχηγία του Βενετού ναυάρχου Cappello. Όμως, υποβαθμίστηκε η κατοχή της Σούδας από τους Βενετούς μετά την ανοικοδόμηση τουρκικής οχύρωσης στο Καλάμι με αποτέλεσμα οι Τούρκοι να περιορίζουν τη δραστηριότητα των Βενετών και να ελέγχουν το άλλοτε πανίσχυρο επίνειό τους.
4. Η άλωση του Ρεθύμνου - Η πορεία προς τον Χάνδακα
Μια νέα μεγάλη τουρκική δύναμη από 40.000 άνδρες αποβιβάστηκε στη Σούδα στις 2 Ιουλίου του 1646, με επικεφαλής τον Ντελή Χουσεΐν, που διαδέχθηκε στην αρχηγία τον Γιουσούφ Πασά, ο οποίος είχε περιπέσει στη δυσμένεια του σουλτάνου. Μετά από μια αποτυχημένη προσπάθεια να καταλάβουν την οχυρωμένη νησίδα των Βενετών στη Σούδα, τα τουρκικά στρατεύματα στράφηκαν ανατολικά προς το Ρέθυμνο, λεηλατώντας και κατακαίγοντας στο πέρασμά τους τα πάντα αν και οι τουρκικές αρχές είχαν εκδώσει αυστηρές διαταγές για την περιστολή των βιαιοπραγιών και το σεβασμό των ιδιοκτησιών του γηγενούς πληθυσμού. Προς επίρρωση των διαταγών αυτών, προέβησαν σε αποκατάσταση της ορθόδοξης ιεραρχίας στο νησί με τον διορισμό του Νεοφύτου Πατελλάρου, μοναχού του Αρκαδίου, ως πρώτου ορθόδοξου μητροπολίτη. Τίποτα όμως δεν μπορούσε να συγκρατήσει τα διψασμένα από αίμα στίφη των γενίτσαρων. Έντρομοι οι κάτοικοι των περιοχών αυτών, κατέφευγαν στα βουνά και κρύβονταν στις σπηλιές για να σωθούν. Ο Μαρίνος Τζάνε Μπουνιαλής αυτόπτης μάρτυρας του κρητικού πολέμου, στο ομώνυμο επικό ποίημά του, περιγράφει το τουρκικό μένος:
Στιάν ’βάνασι ’ς τα λιόφυτα, τα μοναστήρια ’σπούσαν
Και τα μετόχια των πτωχών έκαιαν και ’χαλούσαν,
Πηαίνοντας εχουγιάζασι, και τα χωριά εφεύγαν,
Κι’ αφήνασι τα σπίτια τως κ’ οι Τούρκοι τα κουρσεύαν,
Τα δένδρη εξεριζώνασι, τον κόσμον αφανήσαν,
Την γην εμεταθέκασιν όπου κι αν επατήσαν.
Επαίρναν τα ζευγάρια τως και όλα τα πρόβατά τως
Κι’ ότι φτωχιά κι’ αν είχασι και τα ’ποστατικά τως.
Κι επήγασιν οι χριστιανοί ’ς σπήλια να χωστούσι,
Γιατί ’γρικούσαν ταις φωναίς, μην πα να σκλαβωθούσι.
Κ’ οι Τούρκοι παν κ’ ευρίσκου τσοι οπού τονε χωσμένοι
Και ’λέγασι, πόσν κακόν ’που ’παθαν οι καϋμένοι,
Που ’πιάσαν τας γυναίκας τως εκεί και τση ’φιλήσαν
Και τσ’ άνδραις, οπού ’βρήκασιν, εδείρασι κ’ εγδύσαν.
Η πολιορκία του Ρεθύμνου άρχισε στα τέλη Σεπτεμβρίου 1646. Η φρουρά ήταν ολιγάριθμη, όπως και στα Χανιά. Επικεφαλής των πολιορκουμένων ήταν ο Don Kamillo Conzaga και ο προνοητής Μolino.Την γενική εποπτεία είχε ο Γενικός Προβλεπτής της Κρήτης Ανδρέας Κορνάρος. Από τις πρώτες μέρες της πολιορκίας οι βενετικές αρχές, προβλέποντας τις δυσκολίες και τους κινδύνους, αποφάσισαν να μεταφέρουν μεγάλο μέρος του πληθυσμού στο Χάνδακα, κυρίως τα γυναικόπαιδα και τους ηλικιωμένους. Δυστυχώς, όμως, εκείνη την περίοδο ο λαός του Χάνδακα ζούσε υπό το φόβο του λοιμού, δηλαδή της πανούκλας, που μάστιζε την περιοχή και δεν τους καλοδέχθηκε.
Οι περιγραφές της πολιορκίας του Ρεθύμνου είναι δραματικές. Οι συνεχείς βομβαρδισμοί, η έλλειψη τροφίμων και εφοδίων, το πλήθος των νεκρών από τις επιθέσεις, αλλά και από το λοιμό, δημιουργούσαν φρικιαστικές καταστάσεις μέσα στην πόλη. Με προκηρύξεις, που εξακόντιζαν οι Τούρκοι τοξοβόλοι, παρακινούσαν τους πολιορκουμένους να παραδοθούν με εγγυήσεις προστασίας. Παρ᾽ όλα αυτά, η άμυνα συνεχιζόταν γενναία και κανένας δεν σκεφτόταν συμβιβασμό ή παράδοση. Μια επιχείρηση καταστροφής των τουρκικών πυροβολαρχιών κατέληξε σε αποτυχία εξαιτίας έλλειψης συντονισμού Γάλλων και Βενετών. Οι Βενετοί κατηγόρησαν τους Γάλλους μισθοφόρους για την αποτυχία.
Οι Τούρκοι επικεντρώθηκαν στο νοτιοανατολικό προμαχώνα (Πόρτα της Άμμου) και συνέχισαν να σκάβουν ασταμάτητα υπονόμους. Άλλοι πάλι προσπαθούσαν να ανέβουν στα τείχη με σκάλες. Στη μεγάλη έφοδο της 11ης Οκτωβρίου οι Τούρκοι κατάφεραν να καταλάβουν μέρος των τειχών και να ανοίξουν τις πύλες του φρουρίου. Πολλοί από τους μαχητές και τους κατοίκους προσέφυγαν στην Ακρόπολη της Φορτέτσας.
Οι άθλιες και ανθυγιεινές συνθήκες διαβίωσης στο μικρής έκτασης φρούριο οδήγησαν σε έξαρση του λοιμού που μάστιζε Τούρκους και Χριστιανούς. Τα μολυσμένα πτώματα των πολιορκουμένων εξακοντίζονταν προς το μέρος του εχθρού προκαλώντας μεγαλύτερο φόβο από τις βολές των κανονιών τους. Βενετσιάνικα καράβια περνούσαν κατά διαστήματα και άφηναν λίγες προμήθειες. Τελικά οι τουρκικές πυροβολαρχίες, η καταστροφή μέρους των τειχών, ο λοιμός, αλλά και η βενετική αδιαφορία ανάγκασαν τους πολιορκουμένους να παραδώσουν το φρούριο με όρους την 13η Νοεμβρίου 1646 μετά από πολιορκία 23 ημερών.
Όσοι από τους πολιορκημένους μπορούσαν, έφυγαν για τον Χάνδακα, ενώ πολλοί άμαχοι επιβιβάστηκαν σε βενετικά καράβια και κατέφυγαν στα Επτάνησα. Οι παραμείναντες διασωθέντες εξασφάλισαν ευνοϊκούς όρους διατήρησης της ιδιοκτησίας τους και ελεύθερης άσκησης της λατρείας τους. Μετά την πτώση των Χανίων και του Ρεθύμνου, οι Τούρκοι έγιναν κύριοι της Δυτικής Κρήτης και άρχισαν να προωθούνται προς την Ανατολική Κρήτη με κύριο προσανατολισμό την κατάληψη του Χάνδακα και την παγίωση της κυριαρχίας τους στην Ανατολική ενδοχώρα της κρητικής υπαίθρου.
Οι Βενετοί, παρά την απώλεια των δύο μεγάλων ιστορικών πόλεων, κατάφεραν να κρατήσουν τους Τούρκους για δυο περίπου χρόνια μακριά από τον Χάνδακα, την πρωτεύουσα της Κρήτης. Τώρα ευελπιστούσαν ότι είχαν τον χρόνο έως την άνοιξη που θα επαναλαμβάνονταν οι εχθροπραξίες, να προετοιμάσουν την άμυνα της πρωτεύουσας και να πετύχουν ευρωπαϊκή κινητοποίηση υπέρ της μεγαλονήσου.
Οι Τούρκοι, αφού κατέλαβαν και το Ρέθυμνο, συνέχισαν τις επιχειρήσεις τους στην Κεντρική και Ανατολική Κρήτη. Γνωρίζοντας ότι τα τείχη του Χάνδακα με το τεράστιο θαλάσσιο φρούριο, τον Κούλε, ήταν απόρθητα, θέλησαν να αποκόψουν την πρωτεύουσα από την ενδοχώρα της. Μετά και τις νέες τουρκικές επικουρίες την άνοιξη του 1647 προέβησαν με πρωτοφανή αγριότητα σε ληστρικές επιδρομές κατά των χωριών της Κεντρικής και Ανατολικής Κρήτης. Στις 18 Αυγούστου 1647 κατέλαβαν το φρούριο Μεραμπέλλο, στις 3 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους πολιόρκησαν και κατέκτησαν την Ιεράπετρα και στις αρχές του 1648 κατέλαβαν και τη Σητεία, η οποία υπέστη πρωτοφανείς καταστροφές, όπως και τα γύρω χωριά. Στα χέρια των Βενετών έμειναν τρία θαλάσσια φρούρια, της Γραμβούσας, της Σούδας και της Σπιναλόγκας.
Ο Μπουνιαλής περιγράφει την απόγνωση των κατοίκων μετά την καταστροφή των χωριών των ανατολικών επαρχιών Μεραμπέλλου, Λασιθίου και Σητείας:
…εις το κακόν που ’παθασιν οπού τα σπίτια ’καίγαν,
Όσοι κι’ αν ήτονε εκεί εδέρνουταν κι’ εκλαίγαν.
Κι’ εγροίκας θρήνους άμετρους, δαρμούς πολλούς να κάνουν,
Την γην τους να φιλιούσινε και τα μαλλιά να βγάνουν,
Την χώραν να ρημάσωσιν και τα περίχωρά της,
Τα ζώα να σκοτώνουσι, να κόπτουν τα δεντρά της.
Εδέρνοντανε διχερίς κι ελέγαν τι θωρούμεν,
Και που να ευρούμεν κατοικιαίς σαν τούταις να σταθούμεν;
Και την πατρίδα την γλυκειά πως ν’ αποχωρισθούσι,
Και πλειο δεν την κυττάζουνε ουδέ τηνε πατούσι .
Απόσπασμα από το βιβλίο μου
"ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΒΕΝΕΤΟΚΡΑΤΟΥΜΕΝΗΣ ΚΡΗΤΗΣ
(1204-1669)"