27/2/22

Δίκαιο της Αυτοκρατορίας, Δίκαιο των Επαρχιών και Τοπικά Δίκαια

 ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ, ΔΙΚΑΙΟ ΤΩΝ ΕΠΑΡΧΙΩΝ ΚΑΙ ΤΟΠΙΚΑ ΔΙΚΑΙΑ

Με την κατάκτηση της ανατολικής Μεσογείου άνοιξε ο δρόμος για τη σταδιακή διείσδυση του ρωμαϊκού δικαίου στις χώρες που κατακτήθηκαν και έγιναν επαρχίες του ρωμαϊκού κράτους.

Το δίκαιο των κατακτητών αποτελείται από δύο κατηγορίες κανόνων δικαίου: το δίκαιο της αυτοκρατορίας και το δίκαιο των επαρχιών.

Α) Το δίκαιο της αυτοκρατορίας περιλαμβάνει:

1. leges: νομοθετικές διατάξεις που ψηφίζονται από τις δύο λαϊκές συνελεύσεις της δημοκρατικής περιόδου (comitia curiata και  comitia centuriata) προς τις οποίες έχουν εξομοιωθεί από πλευράς ισχύος οι διατάξεις της συνέλευσης των πληβείων (plebiscita), οι οποίες έχουν δεσμευτικό χαρακτήρα και όχι μόνο για τους πληβείους (από το 287 π.Χ. με τη lex Hortensia).

2. τα edicta των αρχόντων, στους οποίους αναγνωρίζεται το ius edicendi (η εξουσία δηλ. να εκδίδουν διατάγματα) και κυρίως των πραιτόρων (ius praetorium ή  ius honorarium).

3. τα συγκλητικά δόγματα (senatus consulta)

4. τις γνωμοδοτήσεις των νομομαθών (responsa prudentium, ius respondendi) και

5. τις αυτοκρατορικές διατάξεις (constitutiones principum).

Όλες οι παραπάνω κατηγορίες κανόνων δικαίου συνθέτουν το δίκαιο της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας (Reichsrecht), η εφαρμογή του οποίου μπορεί να επεκταθεί στους Ρωμαίους πολίτες (εκ γενετής ή μετά από απονομή), κατοίκους των επαρχιών.

Β) Το επαρχιακό δίκαιο: Αποτελείται από τα νομοθετικά μέτρα που πήραν οι Ρωμαίοι για συγκεκριμένη επαρχία του ρωμαϊκού κράτους.

Γ) Τα τοπικά δίκαια: Δεν έχουν ρωμαϊκή προέλευση.

Από τις αρχές της Δημοκρατίας, αναπτύσσεται στη Ρώμη και μία άλλη κατηγορία κανόνων δικαίου, που δεσμεύουν όλους τους ανθρώπους: το  ius gentium. Πρόκειται για διατάξεις που θέσπισαν οι ίδιοι οι Ρωμαίοι και ίσχυαν για όλους Ρωμαίους και ξένους. Οι Ρωμαίοι ως ius gentium θεωρούν τους μη ρωμαϊκής προέλευσης κανόνες δικαίου, τους οποίους όμως αναγνωρίζουν, αποδέχονται και εφαρμόζουν και οι ίδιοι. Ο δεσμευτικός χαρακτήρας του  ius gentium απορρέει είτε από μία διεθνή σύμβαση ανάμεσα στη Ρώμη και άλλο ή άλλα κράτη είτε από την έννοια της fides. Η fides δημιουργεί για το ισχυρότερο μέρος υποχρέωση προστασίας του αδύνατου μέρους και σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ των μερών και θα αποτελέσει το θεμέλιο συναλλακτικών σχέσεων μεταξύ Ρωμαίων και ξένων, οι οποίες και προϋποθέτουν την αμοιβαία εμπιστοσύνη των μερών.

            1.  ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

LEGES (Κανόνες δικαίου αναγκαστικού χαρακτήρα): ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΘΕΣΠΙΣΗΣ ΝΕΟΥ ΝΟΜΟΥ

Ένας από τους άρχοντες που είχαν αρμοδιότητα να συγκαλούν τις λαϊκές συνελεύσεις αναλαμβάνει την πρωτοβουλία για τη θέσπιση του νέου νόμου. Η πρόταση (rogatio) υποβάλλεται πρώτα στη Σύγκλητο (Senatus), όπου και συζητείται. Στη συνέχεια το σχέδιο νόμου δημοσιοποιείται, ακριβέστερα εκτίθεται σε κοινή θέα επί τρεις τουλάχιστον εβδομάδες πριν από την ημέρα ψήφισής του, προκειμένου το περιεχόμενό του να καταστεί γνωστό στο λαό. Στο διάστημα αυτό, οι πολίτες υποβάλλουν υποδείξεις στον προτείναντα, ο οποίος μπορεί είτε να τις υιοθετήσει, είτε να τις αγνοήσει ή ακόμη να αποσύρει την πρότασή του. Οι προτάσεις ψηφίζονται από τις λαϊκές συνελεύσεις και τίθενται σε ισχύ αμέσως μετά την ψήφισή τους, εκτός αν στον ίδιο το νόμο προβλέπεται προθεσμία για την  έναρξη ισχύος του νόμου (vacatio legis). H νομοθετική διαδικασία ολοκληρώνεται με τη δημοσίευση του νόμου στη ρωμαϊκή Αγορά (Forum Romanum).

Το κείμενο μιας lex περιλαμβάνει τρία μέρη:

Α) το προοίμιο (praescriptio), όπου αναφέρεται το όνομα του άρχοντα που πρότεινε το νόμο, τον τόπο και το χρόνο ψηφοφορίας κλπ

Β) το κυρίως κείμενο του νόμου (rogatio) και

Γ ) την κύρωση (sanctio) του νόμου.

                                             ------------------------

Τέλειος νόμος (lex perfecta): ονομάζεται ο νόμος, του οποίου η παράβαση συνεπάγεται ακυρότητα των πράξεων που προσκρούουν στο περιεχόμενό του.

Hμιτελής νόμος (lex minus quam perfecta): όταν ο νόμος ορίζει ότι οι πράξεις που τελέστηκαν κατά παράβαση των διατάξεών του επισύρουν μεν ποινές ή άλλου είδους συνέπειες, είναι όμως έγκυρες.

Aτελής νόμος (lex imperfecta): ονομάζεται ο νόμος ο οποίος δεν περιλαμβάνει καμία κύρωση και συνεπώς η παράβασή του δεν συνεπάγεται ούτε ακυρότητα ούτε χρηματική ποινή.

Η ρωμαϊκή ολιγονομία και οι mores maiorum

Xαρακτηριστικό στοιχείο του ρωμαϊκού δικαίου αποτελεί η ολιγονομία, κυρίως στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου. Θεμελιώδη ζητήματα του ιδιωτικού ρωμαϊκού δικαίου, όπως η πατρική εξουσία, η κυριότητα, η κληρονομική διαδοχή δεν αποτέλεσαν αντικείμενο νομοθετικής ρύθμισης μέσω σχετικών  leges. Οι ρυθμίσεις που ακολουθούνται στα θέματα αυτά απορρέουν από τα πάτρια ήθη των Ρωμαίων (mores maiorum).

Ο ΔΩΔΕΚΑΔΕΛΤΟΣ ( lex duodecim tabularum) (μέσα του 5ου αι. π.Χ.)

και

Ο ΑΚΟΥΙΛΙΟΣ ΝΟΜΟΣ (lex Aquilia)( 3ος ή 2ος αι. π.Χ.)

Ήταν δύο από τους σημαντικότερους νόμους της δημοκρατικής περιόδου, ιδιαίτερα μακρόβιοι.

 Ο  Δωδεκάδελτος ίσχυσε μέχρι τους χρόνους του Ιουστινιανού. Κατά τους Ρωμαίους ιστορικούς προέκυψε από τη διαμάχη μεταξύ πατρικίων και πληβείων. Οι πληβείοι διαμαρτύρονταν για την αυθαιρεσία των αρχόντων εξαιτίας της έλλειψης νομοθεσίας. Το 455π.Χ. η Σύγκλητος αναθέτει σε τριμελή επιτροπή τη μελέτη άλλων έννομων τάξεων, σύμφωνα με την παράδοση της Αθήνας και της σολώνειας νομοθεσίας, σίγουρα όμως των νομοθεσιών που ίσχυαν στις ελληνικές πόλεις της Κάτω Ιταλίας και Σικελίας. Σύμφωνα με ιστορικούς του δικαίου στο νομοθέτημα αυτό καταγράφηκαν παλαιότεροι εθιμικοί και μέχρι τότε άγραφοι κανόνες του αρχαϊκού ρωμαϊκού δικαίου.

Το 451 ορίζεται από τη Συνέλευση δεκαμελής επιτροπή αποτελούμενη αποκλειστικά από πατρικίους, στην οποία ανατίθεται η σύνταξη ενός κώδικα. Για το διάστημα αυτό που η επιτροπή θα επιτελεί το έργο της κωδικοποίησης, παύθηκαν προσωρινά όλες οι άλλες αρχές της Ρώμης και στη συντακτική επιτροπή ανατέθηκαν όλες οι κρατικές εξουσίες. Η επιτροπή ολοκλήρωσε το έργο της, το οποίο αποτελείτο από δέκα πινακίδες (δέλτους), επάνω στις οποίες είχαν καταγραφεί οι διατάξεις του νομοσχεδίου. Κρίθηκε, όμως, ότι το νομοσχέδιο είχε ελλείψεις και για τη συμπλήρωσή του ορίστηκε νέα δεκαμελής επιτροπή, αποτελούμενη αυτή τη φορά τόσο από πατρικίους όσο και από πληβείους, η οποία συνέταξε δύο ακόμη δέλτους. Μαζί με τις δέκα προηγούμενες, οι δώδεκα δέλτοι δημοσιεύθηκαν το 449 π.Χ. στη ρωμαϊκή Αγορά.

Ο Δωδεκάδελτος νόμος δεν έχει σωθεί ακέραιος. Το περιεχόμενό του γνωρίζουμε κατά τρόπο αποσπασματικό από τους μεταγενέστερους συγγραφείς. Επρόκειτο για ένα συνοπτικό νομοθετικό κείμενο, που περιλάμβανε: Δικονομικές διατάξεις, Διατάξεις οικογενειακού δικαίου, Διατάξεις εμπραγμάτου δικαίου, Διατάξεις ενοχικού δικαίου, Ιδιωτικά αδικήματα (αδικήματα κατά του προσώπου και της περιουσίας και καθορισμός των αντιστοίχων ποινών), Διαθήκη και εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή, Δημόσια αδικήματα (ανθρωποκτονία, εμπρησμός, ψευδομαρτυρία, μαγεία, απαγόρευση ταφής νεκρού μέσα στην πόλη, απαγόρευση νυκτερινών συναθροίσεων, υποχρέωση θανάτωσης νεογνών με σοβαρές παραμορφώσεις).

Οι δύο τελευταίες και μεταγενέστερες δέλτοι του νόμου είναι προϊόν πολιτικών διαπραγματεύσεων μεταξύ πατρικίων και πληβείων. Στους πληβείους αναγνωρίζεται το δικαίωμα του συνέρχεσθαι, απαγορεύεται η εκτέλεση ενός προσώπου αν δεν προηγηθεί σχετική δικαστική απόφαση και επιβεβαιώνεται το δικαίωμα προσφυγής στην κρίση του λαού προσώπων που καταδικάσθηκαν σε θάνατο ή σε βαριές σωματικές ποινές.

Ο Δωδεκάδελτος εισάγει τέλος την αρχή σύμφωνα με την οποία ο νεότερος νόμος καταργεί αυτοδικαίως τον παλαιότερο. Όμως στο νέο νόμο δεν περιλαμβάνονται θεμελιώδεις διατάξεις του ρωμαϊκού δικαίου, αλλά ως επί το πλείστον, ρυθμίσεις επί μέρους θεμάτων. Συνεπώς παράλληλα με το υπάρχον δικαιικό αποθεματικό (leges regiae, mores maiorum, νομολογία), ο νέος νόμος δεσμευτικός και για τους πατρικίους και για τους πληβείους, ήλθε να πληρώσει κενά της ρωμαϊκής έννομης τάξης του 5ου αιώνα, λαμβάνοντας υπόψη τις νέες συνθήκες.

Ο Ακουίλιος νόμος υπήρξε ιδιαίτερα συνοπτικός. Αποτελείται από τρία κεφάλαια, από τα οποία το δεύτερο περιέπεσε αρκετά νωρίς σε αχρησία. Αντίθετα το πρώτο και το τρίτο, χάρη στην επεξεργασία και την ερμηνεία των κλασικών, αλλά και των πολύ μεταγενεστέρων ακόμα νομικών, αποτέλεσε τον πυρήνα του δικαίου των αδικοπραξιών μέχρι τους νεότερους χρόνους.

Αυτοκρατορικές διατάξεις (constitutiones principum).

Με την εγκαθίδρυση της αυτοκρατορίας, οι διατάξεις των αυτοκρατόρων:

  • Εdicta (γενικοί νόμοι)
  • Mandata (οδηγίες προς αξιωματούχους)
  • Decreta (δικαστικές αποφάσεις
  • Rescripta  (απαντήσεις σε νομικά ερωτήματα)

εντάσσονται μεταξύ των πηγών του δικαίου, για να καταστούν με τη σταδιακή ενίσχυση της εξουσίας των μεταγενεστέρων αυτοκρατόρων, σχεδόν αποκλειστική πηγή δημιουργίας κανόνων δικαίου. Για τους νομικούς του 2ου και 3ου αιώνα οι αυτοκρατορικές διατάξεις τίθενται στην ίδια μοίρα με τις leges της δημοκρατικής περιόδου. Ο Ουλπιανός διακηρύσσει ότι: «αυτό που είναι αρεστό στον Ηγεμόνα, έχει ισχύ νόμου».

                              2.   Το δίκαιο των επαρχιών

Το δίκαιο των επαρχιών αποτελείται από τα ήδικτα που εκδίδουν οι ρωμαίοι διοικητές των διαφόρων επαρχιών, τόσο των συγκλητικών επαρχιών όσο και των αυτοκρατορικών και αφορούν στην οργάνωση της συγκεκριμένης επαρχίας (edictum provinciale). Tα ήδικτα των διαφόρων επαρχιών παρουσιάζουν μεταξύ τους ομοιότητες (με εξαίρεση αυτό της Αιγύπτου), κατά τρόπο ώστε να γίνεται λόγος για μία lex provinciale με πεδίο εφαρμογής τις ρωμαϊκές επαρχίες.

                                 3.  Τα τοπικά δίκαια

Οι αλληλεπιδράσεις

Οι ρωμαϊκές κατακτήσεις δεν σήμαναν και την άμεση κατάργηση των τοπικών δικαίων των χωρών που κατακτήθηκαν. Στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, οι τοπικές διατάξεις εξακολουθούν να εφαρμόζονται από τους κατοίκους των επαρχιών και να αναγνωρίζονται από τους ρωμαίους δικαστές των επαρχιών. Για τους κατοίκους στους οποίους έχει απονεμηθεί ιδιότητα του Ρωμαίου πολίτη, ισχύει το ρωμαϊκό δίκαιο, το οποίο όμως υφίσταται, κυρίως από τον 2ο αιώνα μ.Χ. και εξής, τις επιδράσεις του ελληνιστικού περιβάλλοντος μέσα στο οποίο εφαρμόζεται. Επιδράσεις παρατηρούνται και αντιστρόφως. Τα ελληνικής προέλευσης δίκαια των ρωμαϊκών επαρχιών δεν μένουν απρόσβλητα από ρωμαϊκές επιρροές, κυρίως λόγω της απονομής της δικαιοσύνης από Ρωμαίους δικαστές.

 Το έθιμο

Τα τοπικά δίκαια έχουν για τους Ρωμαίους αξία εθίμου.

Η θέση του εθίμου στη ρωμαϊκή έννομη τάξη έχει αποσιωπηθεί από πολλούς ρωμαίους νομικούς και υποτιμηθεί από πολλούς ρωμαϊστές. Οι κλασικοί νομικοί, ενώ αναφέρονται συχνά στην εφαρμογή εθιμικής προέλευσης διατάξεων, αρνούνται να περιλάβουν το έθιμο μεταξύ των κανόνων δικαίου. Στο πεδίο των ιδιωτικών έννομων σχέσεων, η ισχύς του εθίμου αναγνωρίζεται σπανιότερα απ΄ότι στο πεδίο του δημόσιου δικαίου.

Η αποδοχή των τοπικών δικαίων δεν δημιουργούσε ιδιαίτερα προβλήματα πριν από το 212 μ.Χ., εφόσον τα έθιμα αυτά δεν έθιγαν τα οικονομικά συμφέροντα του ρωμαϊκού κράτους και εφόσον δεν εφαρμόζονταν από Ρωμαίους πολίτες. Μετά το 212 όμως τα πράγματα αλλάζουν. Ακόμα κι αν η απονομή της ρωμαϊκής πολιτείας δεν είχε ως συνέπεια τη ρητή κατάργηση των τοπικών δικαίων, η ισχύς τους περιορίζεται. Η εφαρμογή των τοπικών δικαίων δεν είναι πλέον δυνατή, αν αυτά έρχονται σε σύγκρουση με διάταξη του ρωμαϊκού δικαίου. Οι μεταγενέστεροι αυτοκράτορες χρειάστηκε, ωστόσο, συχνά να επέμβουν, προκειμένου να απαγορεύσουν την εφαρμογή του εθίμου που προσκρούει σε διάταξη του ρωμαϊκού δικαίου και παρόλα αυτά έχει επικρατήσει μεταξύ των εξελληνισμένων επαρχιών της αυτοκρατορίας.

  Τα παραδείγματα που αποδεικνύουν την επικράτηση παράνομων εθίμων είναι πολλά και εντοπίζονται κυρίως στο πεδίο του οικογενειακού δικαίου.

  1. Με την αποκήρυξη διακόπτεται κάθε δεσμός του αποκηρυσσομένου με την πατρική οικογένεια.
  2. Η ενεχύραση τέκνων από τον ασκούντα την πατρική εξουσία προς εξασφάλιση μιας απαιτήσεως, συνήθως από δάνειο.
  3. Η κατάρτιση εγγύησης προς εξασφάλιση της επιστροφής των προικώων.

Αν και εκδόθηκαν διατάξεις αυτοκρατόρων που ήταν αντίθετες στα παραπάνω ισχύοντα έθιμα, εν τούτοις εξακολουθούσαν να ισχύουν.

 Ο αναγκαστικός χαρακτήρας του εθίμου

Ορισμένοι νομικοί εξηγούν τον αναγκαστικό χαρακτήρα του εθίμου μέσω της vetustas, δηλ. της αρχαιότητας των νόμων. Άλλοι πάλι θεωρούν ότι ο αναγκαστικός χαρακτήρας του εθίμου θεμελιώνεται στη γενική συναίνεση αυτών που επιχειρούν συγκεκριμένη εθιμική συμπεριφορά και τη σιωπηρή αποδοχή της από όσους δεν την παρεμποδίζουν. Κατά τους χρόνους του Μεγάλου Κωνσταντίνου, το έθιμο έχει αναγκαστικό χαρακτήρα, μόνο εφόσον το περιεχόμενό του είναι ορθολογικό και αληθές και δεν προσκρούει στο νόμο.

Μετά το 212 (διάταγμα Καρακάλλα - Constitutio Antoniniana) και την απονομή της ρωμαϊκής πολιτείας σε όλους τους ελεύθερους κατοίκους των ρωμαϊκών επαρχιών, τα τοπικά όρια της ισχύος του ρωμαϊκού δικαίου καταλύονται. Το καλούμενο δίκαιο της αυτοκρατορίας εφαρμόζεται και στις επαρχίες. Οι κάτοικοι των επαρχιών έχουν τη δυνατότητα να επικαλεσθούν τόσο τις διατάξεις του δικαίου της αυτοκρατορίας όσο και αυτές των τοπικών τους δικαίων ή ακριβέστερα των τοπικών εθίμων.

 Η νομική γλώσσα των ρωμαϊκών επαρχιών

Η άτυπη αυτή αλληλεπίδραση ρωμαϊκού δικαίου και τοπικών δικαίων των ρωμαϊκών επαρχιών και η ειρηνική τους συνύπαρξη διατηρήθηκε στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, μέχρι τα τέλη του 3ου αιώνα. Η συνύπαρξη αυτή παρατηρείται και στο επίπεδο της γλώσσας των νομικών κειμένων, που όταν αφορούν ελληνόφωνους, συντάσσονται ή μεταφράζονται στην  ελληνική γλώσσα. Ταυτόχρονα δεν είναι λίγες οι λατινικής προέλευσης λέξεις που εξελληνίστηκαν και εντάχθηκαν στην ελληνική νομική ορολογία των επαρχιών. Δεν πρόκειται για «εξελληνισμούς» με την έννοια της αντικατάστασης των λατινικών όρων από ελληνικούς, όπως δέχονται οι βυζαντινολόγοι για την  επόμενη περίοδο, αλλά για διατήρηση της λατινικής λέξης με ελληνικό «περίβλημα». Οι εξελληνισμοί είναι περισσότεροι στο πεδίο του δημόσιου και φορολογικού δικαίου. Ο Διοκλητιανός επέβαλε τη χρήση της λατινικής γλώσσας για όλα τα επίσημα έγγραφα του κράτους, γεγονός που δημιούργησε ιδιαίτερες δυσχέρειες στους ελληνόφωνους κατοίκους.

 

 

 

Η φαινομενολογία ως ειδητική επιστήμη

  Edmund Husserl 1900.jpg        

Ο Husserl υποστηρίζει ότι η φαινομενολογία είναι μια επιστήμη ειδητική. Για τον Husserl ο νους δεν είναι παθητικό ψυχολογικό σύστημα, όπως υποστήριζαν οι εμπειριστές. Αντιθέτως, είναι λογικό σύστημα, που καθορίζει και ελέγχει τα περιεχόμενά του. Η φαινομενολογία αφορά το καθαρό συνειδέναι, δηλαδή το συνειδέναι στη φαινομενολογική στάση, σε αντίθεση με την ψυχολογία που ασχολείται με το συνειδέναι στη στάση της εμπειρίας, δηλαδή με το συνειδέναι ως κάτι που υπάρχει στη συνάφεια της φύσης.

Κατά τον Husserl, για να ολοκληρωθεί η φαινομενολογική μέθοδος, ο εκ μέρους μας χειρισμός των φαινομένων της εμπειρίας μας πρέπει να διέλθει από τη φάση της ειδητικής αναγωγής για να μπορέσουμε να αποκαλύψουμε τις αμετάβλητες δομές τους. Συγκεκριμένα: επιχειρούμε, πέρα από την περιγραφή των καθαρών φαινομένων να προσδιορίσουμε με τρόπο αφαιρετικό, τη δομή, την ουσία ή το είδος τους. Αναλυτικότερα, επιχειρούμε να αχθούμε στη θέα των ουσιών, στη σύλληψη των σταθερών και αναγκαίων δομών των πραγμάτων, οι οποίες παραλληλίζονται κατά τον Husserl προς τις Ιδέες του Πλάτωνα, των οποίων αντίγραφα και αναπαραστάσεις είναι τα φαινόμενα, τα πράγματα που συλλαμβάνουμε μέσω των αισθήσεών μας. Η διαφορά μεταξύ ενός καθαρού φαινομένου αφενός και της ουσίας ή του είδους του αφετέρου είναι ότι το φαινόμενο είναι υποκειμενικό, είναι το περιεχόμενο της εμπειρίας ενός συγκεκριμένου ανθρώπου, ενώ η ουσία του ή το είδος του έχει διυποκειμενικό χαρακτήρα, είναι ένα καθολικό χαρακτηριστικό, κοινό στην εμπειρία όλων των ανθρώπων. Πρόθεση του Husserl είναι να μετατραπεί, δια της ειδητικής οδού, η φιλοσοφία σε αυστηρή επιστήμη, λογικά κλειστή και πειθαρχημένη.

 

 

 

Ρενέ Ντεκάρτ (1596-1650)

Frans Hals - Portret van René Descartes.jpg

Ο Ρενέ Ντεκάρτ  θεωρείται σταθμός στην ιστορία της ευρωπαϊκής φιλοσοφίας. Υπήρξε μια από τις σημαντικότερες μορφές του ηπειρωτικού-ευρωπαϊκού ορθολογισμού. Ο θεμελιωτής του τρόπου σκέψης της νεωτερικότητας εισήγαγε τον απόλυτο διαχωρισμό υλικού και πνευματικού κόσμου και συνέβαλε στην αντιμετώπιση του υλικού  κόσμου ως επαρκούς και αυτόνομου αντικειμένου μελέτης. Αφετηριακή παραδοχή του καρτεσιανισμού είναι ότι τα περιεχόμενα της εμπειρίας δεν μπορούν να αποτελέσουν το θεμέλιο για τη θεωρητική κατανόηση των φυσικών νομοτελειών. Ο Καρτέσιος θεωρεί τα αισθητήρια όργανα ως αναξιόπιστους μάρτυρες όσον αφορά την υποκείμενη δομή της πραγματικότητας. Με ποιο τρόπο μπορεί ο άνθρωπος να οδηγηθεί στη βεβαιότητα; Μόνο μέσω της αμφιβολίας. Για όλα τα πράγματα, ισχυρίστηκε ο Ντεκάρτ,  μπορώ να αμφιβάλλω (de omnibus dubitandum est). Για ένα πράγμα δεν μπορώ να αμφιβάλλω ˙ για το γεγονός ότι αμφιβάλλω. Το γεγονός, όμως, ότι αμφιβάλλω σκεπτόμενος, σημαίνει ότι υπάρχω. Σκέπτομαι, άρα υπάρχω. Αυτή είναι η ιστορική διατύπωση του cogito ergo sum, της πιο ισχυρής άρνησης της αυθεντίας. Η ακλόνητη αυτή βεβαιότητα της ύπαρξής μας είναι άμεση και ενορατική. Ο Καρτέσιος καταργεί  την έννοια της ατομικής ουσίας και την αντικαθιστά με την έννοια της υπόστασης (substantia), την οποία θεμελιώνει αποκλειστικά στη δυνατότητα της σκέψης αποδεσμεύοντάς την από την αναγκαιότητα της ύλης. Όπως αναφέρει στο δεύτερο στοχασμό του, θεωρεί τον εαυτό του σκεπτόμενο πράγμα (res cogitans), το οποίο «αμφιβάλλει, νοεί, βεβαιώνει, αρνείται, θέλει, δεν θέλει, φαντάζεται επίσης και αισθάνεται». Θεμέλιο, λοιπόν, της γνώσης για τον Καρτέσιο είναι το ανθρώπινο σκεπτόμενο υποκείμενο.

 Η βεβαιότητα της ύπαρξής μας, όμως, δεν συνεπάγεται αυτόματα τη βέβαιη γνώση του εξωτερικού κόσμου. Πώς μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι όσα βλέπουμε γύρω μας είναι αληθινά; Ότι δεν μας εξαπατούν οι αισθήσεις μας; Για να μπορέσει ο Ντεκάρτ να θεμελιώσει τη βεβαιότητα και τη γνώση του εξωτερικού κόσμου προϋποθέτει την ύπαρξη του Θεού. Υποστήριξε, λοιπόν, ότι η ψυχή μας, εκτός από τις ιδέες και τις έννοιες, τις οποίες σχηματίζουμε παρατηρώντας τον εξωτερικό κόσμο, είναι εφοδιασμένη με ορισμένες έμφυτες ιδέες, ή έννοιες, μεταξύ των οποίων υπάρχει η ιδέα της τελειότητας, η οποία παραπέμπει σε ένα τέλειο ον, καθόσον δεν μπορεί παρά να έχει δημιουργηθεί από ένα τέλειο ον και όχι από εμάς, που είμαστε ατελείς. Τέλειο ον είναι μόνο ο Θεός. Ο Θεός αποτελεί την πηγή της αλήθειας και δεν θα επέτρεπε ποτέ ο άνθρωπος να εξαπατάται κατ’ εξακολούθηση.

Νους και σώμα

Ο Ντεκάρτ υποστήριξε ότι σύμπαν είναι μια τεράστια μηχανή. Όλα όσα υπάρχουν στον κόσμο της φύσης είναι μηχανές, ακόμα και τα ζώα, τα οποία αποκάλεσε αυτόματα, είναι μηχανές. Μοναδική εξαίρεση, κατά τον Ντεκάρτ, αποτελεί ο άνθρωπος, οποίος εκτός από το σώμα του, το οποίο από τη φύση του είναι πάντοτε διαιρετό  και λειτουργεί, όπως μία μηχανή, διαθέτει και ψυχή, η οποία αποτελεί το ουσιαστικό τμήμα της ύπαρξής του. Βασικό χαρακτηριστικό της ψυχής είναι η νόηση, ενώ βασικό γνώρισμα του σώματος, όπως και κάθε υλικής οντότητας, είναι η έκταση. Ως έκταση νοείται αυτό που έχει τις γεωμετρικές ιδιότητες του σχήματος, του μεγέθους, της διαιρετότητας κ.ο.κ. Το ερώτημα, το οποίο τίθεται, είναι πώς είναι δυνατόν δύο εκ διαμέτρου διαφορετικές μεταξύ τους οντότητες, όπως το σώμα και η ψυχή, να επικοινωνούν και να επηρεάζουν η μία την άλλη. Για να απαντήσει στο ερώτημα αυτό, ο Ντεκάρτ εισήγαγε τη θεωρία των ζωικών πνευμάτων και του κωναρίου. Συγκεκριμένα, στα στοιχεία του αίματός μας, περιλαμβάνονται ζωικά πνεύματα, τα οποία έχουν ως αποστολή τη μεταφορά μηνυμάτων από την ψυχή προς το σώμα και αντιστρόφως. Η περιοχή όπου τα ζωικά πνεύματα, έχοντας παραλάβει ένα μήνυμα από την ψυχή, π.χ. την πρόθεσή μου να σηκώσω το χέρι μου, το παραδίδουν σε άλλα ζωικά πνεύματα, τα οποία θα το μεταφέρουν σε συγκεκριμένο τμήμα του σώματος, στην  προκειμένη περίπτωση στο χέρι μου, και θα εκτελεστεί κατ’ αυτόν τον τρόπο η εντολή της ψυχής, είναι μια απόφυση του εγκεφάλου, το κωνάριο (gradula pinealis). Ολοκληρώνοντας τους μεταφυσικούς στοχασμούς του ο Ντεκάρτ, εισηγήθηκε την ύπαρξη τριών υποστάσεων: «πρώτον του εαυτού του, ως res cogitans ή σκεπτόμενης υπόστασης, δεύτερον του Θεού (causa sui), της άπειρης υπόστασης που τον δημιούργησε και τρίτον της ύλης ή έκτατης υπόστασης (res extensa)».

Ο δυϊσμός του καρτεσιανισμού είναι εμφανής και στην αντίληψή του για τον κόσμο του πνεύματος και της ύλης, καθώς θεωρεί ότι ο κόσμος του πνεύματος διέπεται από ελευθερία, ενώ ο κόσμος της ύλης, δηλαδή ο κόσμος των εκτατών σωμάτων στο χώρο, διέπεται από αδήριτους φυσικούς νόμους σύμφωνα με τη μηχανιστική αντίληψη του υλικού κόσμου. Για να γνωρίσουμε, επομένως, με βεβαιότητα τον τρόπο που λειτουργεί η φύση, θα πρέπει να ανακαλύψουμε τους νόμους που τη διέπουν. Μόνο η δυνατότητα ανάλυσης και αναγωγής του εξωτερικού κόσμου σε μαθηματικές σχέσεις καθιστά εφικτή τη βεβαιότητα γνώσης του.