16/3/22

Η Στωική φιλοσοφία

                                  ΣΤΩΙΚΙΣΜΟΣ

      Η Στωική φιλοσοφία καλύπτει ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, από τον  4ο αι. π.Χ. έως τον 2ο αι. μ.Χ. Γεννήθηκε στην Ελλάδα, αναπτύχθηκε όμως και έφτασε στην ακμή της στη Ρώμη. Θεωρείται καρπός της σωκρατικής επανάστασης από την οποία επηρεάστηκαν ως προς την πρακτική εξάσκηση της Αρετής, και των διδασκαλιών του Ηράκλειτου, του Αντισθένη ως προς την αυστηρότητα και του Επίκουρου ως προς την μεγάλη σημασία του υλικού κόσμου. Η ονομασία προήλθε από τη λέξη «στοά», γιατί ο ιδρυτής της Ζήνωνας δίδασκε στην Ποικίλη Στοά των Αθηνών.
       Ο Στωικισμός θεωρεί τη φιλοσοφία μια πρακτική υπόθεση, μια "τέχνη του βίου"(ars vitae) που αποβλέπει στην αυτάρκεια, την προσωπική ανεξαρτησία. Θεωρείται νατουραλιστική φιλοσοφία, όπως ο αντίπαλός της Επικουρισμός, με σκοπό να συμφιλιώσει τον άνθρωπο με τη φύση. Διδάσκει την άσκηση και τη μεθοδική πορεία της ανθρώπινης ψυχής για την κατάκτηση της ανώτερης Α ρ ε τ ή ς, της Σ ο φ ί α ς. Έμβλημα και έσχατος σκοπός το «ὁμολογουμένως τῇ φύσει ζῆν, τοῦτο δ' ἐστὶ καθ΄ ἕνα λόγον καὶ συμφώνως ζῆν». Η φύση ταυτίζεται με το Θεό, ο θεός είναι η ψυχή του κόσμου και ο κόσμος το σώμα του θεού. 
       Ο άνθρωπος είναι φυσικός όταν ζει σε αρμονία με τη ροή του χρόνου, που είναι η ενσάρκωση της Θείας Πρόνοιας, με το πνεύμα του κόσμου. Ο άνθρωπος οφείλει να αγαπά και να υποτάσσεται στη Θεία Πρόνοια. Τότε είναι σοφός. Η ανθρώπινη σοφία είναι μια ισορροπία που βασίζεται σε μία γνώση. Έτσι η Ηθική προϋποθέτει μια Φυσική που να της χρησιμεύει ως στήριγμα, δηλ. μια γνώση της φύσης που να επιτρέπει στον άνθρωπο να εναρμονιστεί με το Σύμπαν. Η στάση του σοφού ανθρώπου είναι: αταραξία,  αυτοέλεγχος, αυτάρκεια. Αυτή η απουσία της ταραχής συνδέεται και με τη Λογική. (Λογική, Ηθική, Φυσική είναι τα τρία τμήματα της στωικής φιλοσοφίας).
       Σοφός είναι αυτός που θα ανακαλύψει το θείο σπινθήρα μέσα του και θα ακολουθήσει το Δρόμο του, ο συνετός και φρόνιμος, αυτός που με τη συνεχή άσκηση της Αρετής κατέκτησε την ελευθερία της ψυχής από πάθη και εξωτερικά αγαθά( πλούτος, υγεία κ.α.), βρίσκεται σε κατάσταση εσωτερικής ισορροπίας Η ηδονή δεν είναι έλλογη, συνεπώς είναι κακή και στερεί στον άνθρωπο την ελευθερία. Η μόνη ηδονή που δέχονται είναι αυτή του εκπληρωμένου καθήκοντος, μια ενάρετη δράση που προκαλεί χαρά σε αυτόν που την ασκεί. Η ελευθερία του σοφού είναι η ταύτιση της Βούλησής του με τη Βούληση του Θεού - Λόγου. Είναι η απόλυτη εσωτερικοποίηση της Αρετής, ο ηθικός ηρωισμός. Ο σοφός είναι εκείνος που διαθέτει Κοινή Λογική, μπορεί να είναι εντελώς ενάρετος, συνεπώς ευτυχισμένος. 
       Για τους στωικούς φιλοσόφους, ο δρόμος που πρέπει ν' ακολουθήσει κανείς για να εξασφαλίσει στην ψυχή του την ηρεμία, την γαλήνη, την αταραξία, και να γίνει, έτσι, ευτυχισμένος, δεν είναι, όπως ισχυρίστηκε ο Επίκουρος, οι ηδονές, αλλά η αρετή. Και τον δρόμο αυτόν προς την αρετή μπορεί να του τον υποδείξει η φιλοσοφία˙ η φιλοσοφία είναι, πρώτα από όλα, «άσκηση της αρετής».
     H αρετή, κατά τους στωικούς φιλοσόφους, είναι αυτάρκης, αυτόνομη, αυτοτελής, υπό την έννοια ότι, για να υπάρξει, δεν έχει ανάγκη από κάποιον παράγοντα έξω από αυτήν που να την προκαλέσει. Δεν μοιάζει η αρετή, εν προκειμένω, με την ηδονή, που η ανάδειξη της μέσα μας προϋποθέτει κατ' ανάγκην ένα αντικείμενο διαφορετικό και ανεξάρτητο από αυτήν˙ δεν θα μπορούσε, ασφαλώς, να βιώσει κανείς την ηδονή που νιώθει απολαμβάνοντας, παραδείγματος χάριν, ένα φαγητό ή κάποιο μουσικό κομμάτι, αν δεν υπήρχε το φαγητό αυτό ή το εν λόγω μουσικό κομμάτι. «Η αρετή», όμως, κατά τους στωικούς φιλοσόφους, «αξίζει να προτιμηθεί μόνο για τον εαυτό της και όχι εξαιτίας του φόβου, της ελπίδας ή κάποιου άλλου εξωτερικού πράγματος». Αν και αποδίδουν στην αρετή οι στωικοί φιλόσοφοι απόλυτη αξία, εν τούτοις δεν φτάνουν σε κάποιο είδος ηθικού φανατισμού, στο πλαίσιο του οποίου κάθε μορφή κακίας είναι ανεπίτρεπτη. Απεναντίας, θεωρούν ότι η ύπαρξη του κακού μπορεί ν' αποβεί ωφέλιμη στον άνθρωπο οδηγώντας τον στην αρετή. Αρκεί να έχει κανείς την υπομονή να δει τα πράγματα συνολικά, και όχι αποσπασματικά και μεμονωμένα. Έτσι, θα μπορέσει να καταλάβει, παραδείγματος χάριν, ότι οι κοριοί, όσο απεχθείς κι αν μας φαίνονται, συμβάλλουν, εντούτοις, στην βελτίωση μας, καθώς μας υποχρεώνουν να ξυπνάμε το πρωί και να μη μένουμε στο κρεβάτι τεμπελιάζοντας. Είναι επιτυχής, εν προκειμένω, ο παραλληλισμός που κάνει ο Πλούταρχος μεταξύ των διαφόρων μορφών κακίας που υφίστανται στον κόσμο και ορισμένων αστείων στίχων που απαντώνται σε μια κωμωδία. «Όπως οι κωμωδίες περιλαμβάνουν αστείους στίχους που, αν τους εξετάσει κανείς μεμονωμένους, είναι πρόστυχοι, αλλά, αν τους δει στο σύνολο του ποιήματος, προσθέτουν σε αυτό κάποια χάρη, έτσι ψέγει και την κακία, αν την αντιμετωπίσει μεμονωμένα˙ δεν είναι, όμως, άχρηστη στο πλαίσιο ενός συνόλου».
   Ο Χρύσιππος, που απετέλεσε τον κορυφαίο εκφραστή της στωικής φιλοσοφίας κατά την πρώτη φάση της —σε τέτοιο σημείο μάλιστα, ώστε να λεχθεί ότι «αν δεν υπήρχε ο Χρύσιππος, δεν θα υπήρχε η φιλοσοφία της Στοάς»— υποστήριξε ότι οι κακίες είναι απαραίτητο να υπάρχουν, γιατί χωρίς αυτές δεν θα μπορούσαν οι άνθρωποι να καταλάβουν την σημασία και την σπουδαιότητα της αρετής. Πολλές φορές εκτιμάμε ένα πράγμα, εφόσον το δούμε δίπλα στο αντίθετό του˙ η λαμπρότητα και η τελειότητα της αρετής αναδεικνύονται με μεγαλύτερη σαφήνεια και με πιο εντυπωσιακό τρόπο, αν αντιπαραβληθούν προς την ατέλεια και τις αρνητικές όψεις της αντίστοιχης κακίας. 
    Μεταξύ της αρετής και της κακίας, που αποτελούν τους δύο πόλους ανάμεσα στους οποίους εκδηλώνεται η συμπεριφορά των ανθρώπων, υπάρχουν άλλες καταστάσεις, όπως η ζωή και ο θάνατος, η αρρώστια και η υγεία, η φτώχεια και η ευπορία. η ταπεινότητα και η αλαζονεία κ.ά., που από την φύση τους δεν έχουν καμιά —θετική ή αρνητική— αξία και για τούτο  οι στωικοί φιλόσοφοι τις αποκαλούν με τον όρο «αδιάφορα». Αν μια από τις αδιάφορες αυτές καταστάσεις μας βοηθάει να γίνομε ενάρετοι, αποκτά θετική αξία˙ διαφορετικά, αν μας ωθεί προς την κακία, έχει αρνητική αξία, γίνεται απαξία. Συμβαίνει, βέβαια, οι άνθρωποι να προτιμούν ορισμένες από τις αδιάφορες αυτές καταστάσεις έναντι άλλων. Αυτό είναι δικαιολογημένο. Ο Χρύσιππος έλεγε, παραδείγματος χάριν, ότι «είναι τρελοί όσοι απορρίπτουν τον πλούτο και την υγεία και την απονία και την αρτιότητα του σώματος, και δεν προσπαθούν να διατηρήσουν τ' αγαθά αυτά». Εκείνο που είναι ανεπίτρεπτο, ωστόσο, είναι να επαναπαυθεί και να υποδουλωθεί κανείς στην αρχική, φυσική προτίμηση του προς αυτές τις καταστάσεις και εν ονόματι τους να ξεπουλήσει την αξιοπρέπεια του και την ψυχή του ολόκληρη. 
     Κανένα αγαθό, ακόμη και η ίδια η ζωή, δεν πρέπει να συντηρείται από τον άνθρωπο, αν δεν εξασφαλίζει την ηθική ακεραιότητα του. Οι στωικοί φιλόσοφοι συνιστούσαν στους ανθρώπους την εθελουσία και έντιμη  «ἐξαγωγὴν ἐκ τοῦ βίου ». Η παράδοση λέει ότι ο Ζήνων και ο Κλεάνθης, από τους πρωταγωνιστές της στωικής φιλοσοφίας, δεν δίστασαν ν' αυτοκτονήσουν, όταν κατάλαβαν ότι το αγαθό της ζωής έγινε ανασταλτικός παράγων για την εκ μέρους των άσκηση της αρετής˙ θεώρησαν ότι η ζωή τους δεν είχε πλέον καμιά αξία γι' αυτούς, καθώς ο μεν, ύστερα από κάποιον τραυματισμό, βρισκόταν σε πλήρη αδυναμία, ο δε είχε φτάσει σε βαθύτατο γήρας. Κατά τους στωικούς φιλοσόφους, οφείλει να είναι έτοιμος να διατηρήσει κανείς αλώβητη την αξιοπρέπεια του και την ψυχή του απέναντι και στις πιο δυσάρεστες και τις πιο επώδυνες καταστάσεις. Ο Επίκτητος αναφέρει πώς θα πρέπει να σκέφτεται ο στωικός φιλόσοφος: «θα πεθάνω˙ αλλά πρέπει γι' αυτό να πεθάνω βογκώντας;  Θα φυλακιστώ˙ αλλά πρέπει γι' αυτό να θρηνολογώ; Θα εξοριστώ˙ αλλά ποιος μπορεί να μ' εμποδίσει να φύγω χαμογελώντας και ήρεμος; —Πες μου το μυστικό. —Δεν το λέω, γιατί αυτό εξαρτάται από την θέληση μου. —Θα σε ρίξω τότε στα σίδερα. —Άνθρωπε, τι λες; Εμένα; Μόνο το πόδι μου θ' αλυσοδέσεις. Την θέληση μου ούτε ο Δίας μπορεί να καταβάλει. —Θα σε φυλακίσω. —Το καημένο μου κορμί, εννοείς. —Θα σε αποκεφαλίσω. —Πότε εγώ σου είπα πως μονάχα ο δικός μου τράχηλος δεν μπορεί να κοπεί;». Για να φτάσει κανείς, όπως εισηγούνται οι στωικοί φιλόσοφοι, στην κατάσταση της πλήρους αδιαφορίας, η οποία θα τον βοηθήσει, ακόμη και εν μέσω των πιο επώδυνων καταστάσεων, ν' αποκτήσει και να διατηρήσει η ψυχή του την αταραξία και την γαλήνη εκείνη που θα του εξασφαλίσει την ευτυχία, χρειάζεται να ξεπεράσει κάθε συναισθηματισμό, να χειραφετηθεί από τις εγκόσμιες επιθυμίες του, ν' απελευθερωθεί από τα πάθη του —όχι μόνο από τα θεωρούμενα κακά πάθη, αλλά από όλα τα πάθη ανεξαιρέτως. Και τούτο, διότι το πάθος, γενικώς, είναι μια «άλογη και αφύσικη κίνηση της ψυχής, μια ορμή πλεονάζουσα», που δεν αφήνει τον άνθρωπο να κρίνει σωστά την θέση του μέσα στον κόσμο και την συγγενική σχέση του με την φύση.  
       Κατά τους στωικούς φιλοσόφους, στο σύμπαν υπάρχουν δυο αρχές: μια ενεργητική, το «ποιοῦν», που είναι ο θεός. ο οποίος ταυτίζεται με τον λόγο και μια παθητική δύναμη, το «πάσχον», που είναι η αδιαμόρφωτη ύλη. Ο θεός. που οι στωικοί φιλόσοφοι τον ταυτίζουν με τον λόγο είναι ο δημιουργός του κόσμου, καθώς, επενεργώντας πάνω στην ύλη, διαμορφώνει τα διάφορα όντα. που συγκροτούν την φυσική πραγματικότητα. Η σχέση του θεού ή του λόγου με το σύμπαν δεν είναι υπερβατική˙ αυτός, δηλαδή, δεν δημιούργησε τον κόσμο, για να μείνει κατόπιν έξω και πέρα από αυτόν. Απεναντίας, οι στωικοί φιλόσοφοι, εισηγούμενοι μια πανθεϊστική αντίληψη, ισχυρίστηκαν ότι ο θεός, ο λόγος διαπερνάει ολόκληρο τον κόσμο και γίνεται ένα με αυτόν, αποτελώντας έτσι τον συνεκτικό ιστό της πολύμορφης φύσης, την δύναμη εκείνη μέσω της οποίας το κοσμικό σύστημα διατηρεί την ενότητα του και την συνοχή του. Χάρις στην δύναμη αυτή της θείας αρχής του λόγου, τον «τόνον», όπως την αποκαλούν οι στωικοί φιλόσοφοι, το σύμπαν από άκρου εις άκρον διέπεται από την αρχή της συμπαθείας, σύμφωνα με την οποία τα εγκόσμια όντα επιδρούν το ένα πάνω στο άλλο. Ο κόσμος μοιάζει μ' έναν τεράστιο έμβιο οργανισμό, του οποίου η λειτουργία του ενός οργάνου δεν είναι ανεξάρτητη από την λειτουργία κάποιου άλλου οργάνου του. Έτσι, καθώς, βάσει της αρχής της συμπαθείας, διαδοχικά το ένα εγκόσμιο ον επηρεάζει το άλλο, είναι δυνατόν να μεταφερθεί η ενέργεια από το πιο μακρινό αστέρι του ουρανού στο πιο τελευταίο πράγμα της γης και να το επηρεάσει. 

 Η στωική φιλοσοφία διακρίνεται σε τρεις περιόδους:

α. την Αρχαία Στοά (Ζήνων ο Κιτιεύς, Κλεάνθης, Χρύσιππος, Ζήνων ο Ταρσεύς)

β. τη Μέση Στοά (Παναίτιος ο Ρόδιος, Ποσειδώνιος εξ Απαμείας) και

γ. τη Νεότερη Στοά (Σενέκας, Ρούφος, Επίκτητος, Ιεροκλής, Μάρκος Αυρήλιος, Κέβης).

 



                     

Η Επικούρεια φιλοσοφία

ΕΠΙΚΟΥΡΙΣΜΟΣ

 Ο Επικουρισμός, σύγχρονος του Στωικισμού αλλά αντίποδας αυτού, αντλεί από τον κυρηναϊκό Ηδονισμό του Αριστίππου και τα δόγματα του Δημοκρίτου, ενώ οι Στωικοί ακολουθούσαν τον Ηράκλειτο.

 1.1. Ο Επίκουρος και οι Επικούρειοι

 

Γεννημένος στη Σάμο το 341 π.Χ., υιός του αθηναίου κληρούχου Νεοκλή και της Χαιρεστράτης. Ο πατέρας του, Αθηναίος πολίτης από τον δήμο Γαργηττού με καταγωγή από το παλιό επιφανές Αθηναϊκό γένος των Φιλαϊδών, συμμετείχε στον αποικισμό της Σάμου. Ο Επίκουρος μαθήτευσε, αρχικά, κοντά στο γραμματοδιδάσκαλο πατέρα του, έπειτα στον πλατωνικό Πάμφιλο και ύστερα πλησίον του Ναυσιφάνους στο γειτονικό νησί Τέως, γεγονός που τον απομάκρυνε από κάθε πλατωνική δοξασία και τον έστρεψε στις θεωρίες του Δημόκριτου. Σε ηλικία 18 ετών μετέβη στην Αθήνα για την στρατιωτική και πολιτική του θητεία μαζί με τον κωμικό Μένανδρο. Το 322, ύστερα από την εκπλήρωση των στρατιωτικών του υποχρεώσεων, δεν επέστρεψε στη Σάμο, γιατί οι αθηναϊκές κληρουχίες είχαν καταργηθεί, αλλά κατέφυγε για δώδεκα χρόνια στον Κολοφώνα και επιδόθηκε σε πολύχρονες μελέτες.

Αργότερα δημιούργησε το δικό του Φιλοσοφικό Κύκλο στη Μυτιλήνη ιδρύοντας Σχολή, την οποία μετέφερε αργότερα στη Λάμψακο, για να επιστρέψει το 306  π.Χ. σε ηλικία 34 ετών στην Αθήνα και να ιδρύσει την Επικούρειο Σχολή, αφού αγόρασε μια έκταση ανάμεσα στην Αθήνα και τον Πειραιά με ογδόντα μνας, τον Κήπο όπως ονομάστηκε.

Η Σχολή του Επίκουρου ήταν κοινότητα φίλων κατά τα πλατωνικά πρότυπα της Πολιτείας και η ατμόσφαιρά της ευχάριστη, τερπνή και ψυχαγωγική. Εντελώς αδικαιολόγητα κατά τον Διογένη Λαέρτιο ταύτισαν το όνομα του Επίκουρου με τη φιλήδονη ζωή, ενώ επρόκειτο για φιλόσοφο με παροιμιώδη εγκράτεια και ολιγάρκεια, πραότητα και καλοσύνη, όπως άλλωστε φανερώνει και η σύντομη-λίγο πριν το θάνατό του-επιστολή του προς το μαθητή του Ιδομενέα.  Ο Επίκουρος πέθανε το 270π.Χ. σε ηλικία 72 χρόνων.

1.2. Η Επικούρεια φιλοσοφία

 Οι αρχαιολόγοι έχουν παρατηρήσει ότι στα ελληνικά σπίτια και αργότερα στα ρωμαϊκά, υπήρχε ένας μεγάλος αριθμός αγαλμάτων με την προτομή του Επίκουρου, μερικές φορές ακόμη και μικρών διαστάσεων. Είναι αλήθεια ότι οι αρχαίοι λάτρευαν να συλλέγουν τις μορφές των σοφών, αλλά αυτή η περίπτωση είναι ιδιαίτερη, επειδή αγαλματίδια του φιλοσόφου από τη Σάμο υπήρχαν ακόμη και σε σπίτια κοινών ανθρώπων, χωρίς πνευματικά ενδιαφέροντα. Η εξήγηση έχει μεγάλη φιλοσοφική σπουδαιότητα: πίστευαν ότι η παρατήρηση του προσώπου του Επίκουρου γεννούσε αγαλλίαση στην ψυχή όχι μέσα από τη μαγεία, αλλά με τη δύναμη του παραδείγματος που μας δίνει ο Σωτήρας. Ο Επίκουρος συνέκρινε τη φιλοσοφία του με την ιατρική: ήθελε να είναι ο θεραπευτής του πνεύματος, ο γιατρός της ψυχής που καταπραΰνει τους χρόνιους πόνους (την αγωνία της ζωής) ή  ο χειρούργος των παθών, όταν πρόκειται για τον ξεριζωμό του κακού (τις επιθυμίες, τη δυσαρέσκεια).

Η φιλοσοφία είναι το πιο κατάλληλο φάρμακο για τις τρεις πιο συνηθισμένες ψυχικές παθήσεις: το φόβο των θεών, του θανάτου και του πόνου και παρέχει ένα καθολικό βάλσαμο, ένα δώρο στη διάθεση όλων όσων αναζητούν μία υγιή και μετρημένη χαρά στη ζωή. Πράγματι η σχολή του Επίκουρου πρέπει να έμοιαζε πολύ με ένα σύγχρονο οίκο ευγηρίας: ένας απλός και ήρεμος κήπος στα προάστια της Αθήνας, μακριά από τον θόρυβο της πόλης και την πολιτική. Εδώ ο φιλόσοφος δεχόταν τους πάντες χωρίς να κάνει διακρίσεις, όπως  γυναίκες, σκλάβους που αντιμετώπιζαν  δυσκολίες. Θεράπευε το σώμα με τα πιο κατάλληλα κλινικά φάρμακα και το πνεύμα με τη δύναμη του παραδείγματος.

 Ο Επίκουρος θεωρεί τη φιλοσοφία ως θεραπεία της ψυχής και ως όργανο για την επίτευξη της ευδαιμονίας που είναι το ύψιστο αγαθό της ζωής. Τα πρακτικά, ηθικά ερωτήματα έχουν το προβάδισμα έναντι εκείνων που αναφέρονται στη θεωρητική γνώση. Η σπουδή τους, όπως η μελέτη της λογικής και διαλεκτικής, επιδιώκεται μόνον, όταν καθίσταται απαραίτητη για τη λύση των συγκεκριμένων προβλημάτων. Τη φιλοσοφία διαιρούν οι Επικούρειοι, όπως οι Στωικοί και οι Περιπατητικοί, σε λογική, φυσική και ηθική. Είναι βεβαίως διαίρεση που κατάγεται από τον Πλάτωνα, που διέκρινε «λογικόν»», «φυσικόν» και «ηθικόν» μέρος.

(i) Η Λογική είναι ο «κανών» που κατευθύνει τη σκέψη και χαρακτηρίζεται ως «Κανονική». Η Λογική δίνει τους κανόνες για τη γνώση και την εξακρίβωση της αλήθειας. Τα κριτήρια της αλήθειας είναι: το πάθος, η αίσθησις, η πρόληψις και η φανταστική επιβολή της φαντασίας. Τα τέσσερα αυτά κριτήρια αποτελούν βαθμίδες στην κλίμακα της «εναργείας», δηλ. μορφές του φαινομένου της σαφήνειας και της ευκρίνειας του στοχασμού. Η ενάργεια είναι το συναίσθημα που μας βεβαιώνει ότι εκείνα που γίνονται μέσα στην ψυχή μας απεικονίζουν και αναπαριστούν όσα συμβαίνουν στον εξωτερικό χώρο. Το πάθος από άποψη πρακτική, δηλ. το συναίσθημα, είναι το πρώτο κριτήριο και η πρώτη βαθμίδα της ενάργειας, δηλ. της αληθείας: Το συναίσθημα ( της ηδονής, δηλ. της ευαρέσκειας ή του άλγους, δηλ. της δυσαρέσκειας) μας ειδοποιεί για την πρακτική μας ενέργεια, για το τι πρέπει να επιζητούμε ή να αποφεύγουμε. Το δεύτερο και κύριο κριτήριο είναι η αίσθηση. Η αίσθηση ούτε πλανάται ούτε ψεύδεται. Η πλάνη και το ψεύδος προέρχονται από τη  κρίση, δηλ. από τους συσχετισμούς των δεδομένων των αισθήσεων. Τρίτη βαθμίδα ενάργειας, το τρίτο κριτήριο αληθείας συνιστά η «πρόληψις», δηλ. η  ορθή αντίληψη και μνήμη των εξωτερικών ερεθισμών. Αυτών, όμως,  των ερεθισμών έχομε ήδη εκ των προτέρων, a priori, μία έστω και αόριστη γνώση. Από την πρόληψη, γεννιέται η «υπόληψις» και η «δόξα», δηλαδή η υποκειμενική αντίληψη, η οποία είναι αληθής αν επιβεβαιώνεται από την  αίσθηση και αν αποτελεί υπόθεση αναφερόμενη στα άδηλα και αόρατα όντα, χωρίς να υπάρχουν  στοιχεία που να την κλονίζουν. Το τέταρτο κριτήριο, την τέταρτη βαθμίδα προσέθεσαν οι μαθητές του Επίκουρου. Πρόκειται για την «φανταστική επιβολή της διανοίας, η  οποία μπορεί να θεωρεί συνολικά τα όντα και να αντιλαμβάνεται την ουσία και εκείνων που δεν φαίνονται. Οι Επικούρειοι, προκειμένου να ολοκληρώσουν την εξήγησή τους για το πώς γεννάται η γνώση και ποια είναι η αληθής και ψευδής γνώση, προκειμένου δηλαδή να συμπληρώσουν τη Γνωσιολογία τους, μίλησαν «περί σημείων». Η θεωρία αυτή, που κύριος εκπρόσωπός της είναι ο Φιλόδημος με το σύγγραμμά του «Περί σημείων», αποδείχθηκε πολύ γόνιμη και εμφανίζεται στη σύγχρονη επιστημονική έρευνα ως «Σημειωτική» ή «Σημειολογία». Επιγραμματικά: H γνωσιοθεωρεία των Επικουρείων είναι εμπειρική και υλιστική.

(ii) H Φυσική ως γνώση των φυσικών αιτίων μας απελευθερώνει από το δέος των υπερφυσικών δυνάμεων και τον φόβο του θανάτου. Ο αμαθής, αδύνατος και ανίσχυρος άνθρωπος αγωνιούσε και δεν μπορούσε να εξηγήσει τα φυσικά φαινόμενα. Γι΄αυτό και χρειάζεται τη βοήθεια της φυσικής επιστήμης, απλής και κατανοητής. Έτσι λυτρώνεται. Το πρότυπο προς της κατεύθυνση αυτή είναι για τον Επίκουρο ο Δημόκριτος και αυτός τροποποιεί τη θεωρία του ατομισμού μη δυνάμενος να εισχωρήσει στο ειδικό επιστημονικό της περιεχόμενο: όλα αποτελούνται από άτομα, κινούμενα και ένεκα του βάρους τους πίπτοντα, όπως η βροχή. Η σύγκρουσή τους και η δίνη σχημάτισαν το σύμπαν και τον κόσμο. Στο σύμπαν υπάρχουν δύο στοιχεία: α) η αγέννητη και ανώλεθρη ύλη και β) ο κενός χώρος, η αναφής, μη προσιτή στην αφή, «φύσις». Αφού ο κενός χώρος είναι άπειρος, άπειρη είναι και η ύλη. Αν και κυριαρχούν στον κόσμο τα μηχανικά αίτια, η τύχη και η ανάγκη,  ο Επίκουρος βρίσκει τρόπο να στραφεί κατά της πιέσεως της μοιρολατρίας κατά του καθολικού νόμου της αιτίας και του αποτελέσματος, κατά της θείας πρόνοιας. Οι θεοί ζουν ευδαίμονες ανάμεσα στους κόσμους του σύμπαντος και δεν επεμβαίνουν  στην εξέλιξή των όντων και του ανθρώπου, απαλλαγμένοι από καθήκοντα και υποχρεώσεις. Έτσι μένει άθικτη η ανθρώπινη βούληση και η ελευθερία της. Προς την κοσμολογική θεωρία συμφωνεί και η ανθρωπολογία και ψυχολογία του Επίκουρου. Η ψυχή είναι σωματική, κράμα από τέσσερις ποιότητες, από άτομα με πορώδη, με αερώδη, με πνευματώδη και με αγνώστου υφής ποιότητα. Τα άτομα της τελευταίας ανωτάτης ποιότητας γίνονται πηγή της ανθρώπινης ελευθερίας και ευθύνης.

Μερικές από τις βασικές αρχές της φυσικής φιλοσοφίας του Επίκουρου μπορούν να συνοψιστούν στα εξής:

·       Τίποτα δεν δημιουργείται ποτέ από το τίποτα.

·       Ο κόσμος δεν δημιουργήθηκε από θεία παρέμβαση.

  • Ακόμα και αν υπάρχουν θεοί, αυτοί δεν επιδρούν στο φυσικό κόσμο.
  •  Πρωταρχικά στοιχεία της ύλης δεν είναι τα αριστοτελικά στοιχεία πυρ, αήρ, γη και ύδωρ, αλλά μικρά αδιαίρετα άφθαρτα σωματίδια (άτμητα σωμάτια = άτομα).
  • Τίποτα δεν μπορεί να γίνει αισθητό αν δεν έχει υλική υπόσταση.
  • Τίποτα δεν υπάρχει εκτός από τα άτομα και το κενό ανάμεσά τους.
  • Όλα τα σώματα, είτε είναι άτομα, είτε προέρχονται από ένωση ατόμων.
  • Το σύμπαν είναι αχανές. Δεν βρισκόμαστε στο κέντρο του σύμπαντος, αλλά είμαστε ένας από τους αναρίθμητους κόσμους του σύμπαντος.
  • Τα άτομα βρίσκονται σε διαρκή κίνηση μέσα στο κενό. Μπορούν να συνεχίσουν σε ευθεία, να συγκρουστούν, να αλλάξουν κατεύθυνση, να ενωθούν με άλλα άτομα στη δημιουργία σύνθετων σωμάτων.
  • Οι κόσμοι και τα έμβια όντα δημιουργούνται από τυχαία γεγονότα λόγω της χαοτικής κίνησης των ατόμων.
  • Αυτό που αποκαλούμε «ψυχή» είναι σωματική οντότητα με υλικά χαρακτηριστικά και δεν συνεχίζει να υπάρχει μετά τον θάνατο.
  • Η αίσθηση είναι αξιόπιστη, διότι δεν μπορεί να αμφισβητηθεί από κάτι άλλο πιο αξιόπιστο από αυτήν.

(iii) Η Ηθική: Ο Επίκουρος αναθεώρησε και τελειοποίησε την ηθική θεωρία του Αριστίππου. Υπέρτατο αγαθό κατά τον Επίκουρο είναι η ευχαρίστηση στη ζωή, για την απόλαυση της οποίας πρέπει να επιστρατεύονται όλες οι προσπάθειες του ανθρώπου. Η επικούρεια ευχαρίστηση αφορούσε τις ψυχικές απολαύσεις, την καλλιέργεια του πνεύματος και την άσκηση της αρετής, χωρίς έπαρση και αυτοπροβολή.

Σε επιστολή του προς τον Μενοικέα γράφει ο Επίκουρος:

 Όταν λέμε ότι σκοπός είναι η ηδονή
δεν εννοούμε τις ηδονές του ασώτου και
αυτές που βρίσκονται μέσα στις απολαύσεις,
όπως νομίζουν μερικοί που το
αγνοούν και δεν το παραδέχονται ή
είναι κακώς πληροφορημένοι.
Αλλά εννοούμε να μην πονάει το σώμα
και να μην ταράσσεται η ψυχή.

 Οι ιδανικές καταστάσεις για τον άνθρωπο είναι, αρνητικά μεν η αταραξία, η αφοβία και η απονία και θετικά, η ευθυμία, η χαρά και η ευφροσύνη. Κύρια προσπάθεια του ανθρώπου πρέπει να είναι η απολύτρωση από τον πόνο, η οποία εξασφαλίζει μία παθητική ηδονή. Η φιλοσοφία του Επίκουρου για τον τρόπο διαβίωσης των ανθρώπων συμπυκνώνεται στο λάθε βιώσας (= να ζεις απαρατήρητος, να μην επιδιώκεις την προβολή).

Στην ίδια επιστολή του προς Μενοικέα γράφει ο Επίκουρος:

Το πιο φρικτό από τα κακά, ο θάνατος,
δεν είναι τίποτα για μας (τους επικούρειους),

επειδή όταν υπάρχουμε εμείς, αυτός δεν υπάρχει,

και όταν επέλθει ο θάνατος, τότε δεν υπάρχουμε εμείς.

Οι θέσεις αυτές του Επίκουρου πολλές φορές παρερμηνεύτηκαν. Είναι γεγονός πως η στενή θέα της ηδονής δεν αντιπροσωπεύει το πνεύμα του Επίκουρου. Ο καλός ηδονιστής αποφεύγει την ακολασία, όχι επειδή είναι κακό, αλλά κυρίως, επειδή οδηγεί σε αθεράπευτη λύπη. Ω ηδονιστής ο Επίκουρος προτιμά μία ομάδα ηδονών που θα τον οδηγήσουν στην  ευτυχία. Και αυτό πρέπει να είναι αντικειμενικός στόχος του καθενός στην καθημερινή του ζωή.

            Το επικούρειο ιδεώδες είναι η αταραξία και η πνευματική χαρά. Οι υλικές ηδονές δίνουν ευχαρίστηση αλλά είναι συνδεδεμένες με πόνο. Οι υλικές και σωματικές απολαύσεις δεν διαρκούν πολύ. Η σοφία και η φιλία, ως προϋποθέσεις της ευδαιμονίας, είναι ύψιστες αρετές. Ο ιατρός της ψυχής Επίκουρος δίνει στους φίλους του συνταγή με τέσσερα φάρμακα, ώστε με αυτά να προφυλάξουν την ψυχική τους γαλήνη από τέσσερις εχθρούς της: από τις ορμές, τις αλγηδόνες, τους θεούς και το θάνατο. Έτσι θα επιτύχουν ακύμαντη αταραξία και θα έχουν μακάρια, ευδαίμονα ζωή.

Η ευτυχία δεν εξαρτάται από τα πλούτη, τα αξιώματα ή τις κοινωνικές διακρίσεις, αλλά από τη δυνατότητα να αποφεύγουμε τον πόνο. Οι Επικούρειοι προτιμούσαν τη λιτή ζωή και συστηματικά απέφευγαν τη χλιδή. Δεν επεδίωκαν δημόσιες σχέσεις ούτε φρόντιζαν για την απόκτηση περιουσίας. Η στάση τους αυτή δεν σημαίνει πως ήταν αντικοινωνικοί. Αντίθετα, αγαπούσαν τους κοινωνικούς δεσμούς και είχαν σε μεγάλη εκτίμηση τη φιλία.

1.3 Η Επικούρεια φιλοσοφία την σύγχρονη εποχή

Κατά τη διάρκεια του διαφωτισμού, υπήρξαν προσωπικότητες που ακολούθησαν τις αρχές του Επίκουρου και τις διέδωσαν ανά το κόσμο. Μια μεγάλη μορφή της παγκόσμιας ιστορίας, ο Τόμας Τζέφερσον (αγγλ. Thomas Jefferson, 13 Απριλίου 1743 - 4 Ιουλίου 1826), ο τρίτος Πρόεδρος των Η.Π.Α. (1801-1809) και κύριος συγγραφέας της Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας, είχε γράψει σε επιστολή προς το φίλο του, Γουίλιαμ Σορτ, (γραμμένη στο Μοντιτσέλο της Βιρτζίνια στις 19 Οκτωβρίου 1819), τα εξής:

"Όπως λες για τον εαυτό σου, έτσι κι εγώ είμαι Επικούρειος. Θεωρώ ότι η αυθεντική (όχι η πλαστή) διδασκαλία του Επίκουρου περιέχει καθετί λογικό από την πρακτική φιλοσοφία που μας άφησαν η Ελλάδα και η Ρώμη."

Επίσης είχε πει την εξής φράση για την αρχαία Ελλάδα:

"Είμαστε όλοι υποχρεωμένοι στους αρχαίους Έλληνες για το ΦΩΣ εκείνο που μας οδήγησε μακριά από το σκοτάδι."

Σήμερα τόσο στην Ελλάδα αλλά και παγκοσμίως, το φιλοσοφικό αυτό ρεύμα έχει υποστηρικτές που συνεχίζουν την παράδοση των επικούρειων της αρχαιότητας στον σύγχρονο κόσμο μας, ακολουθώντας την τελευταία φράση του Επίκουρου.

Επισημαίνεται ότι η  φιλοσοφία του Επίκουρου αποτέλεσε τη βάση της ατομιστικής αντίληψης για το σύμπαν και της υλιστικής μεταφυσικής. Κατά τον 19ο αιώνα, η φιλοσοφία του Επίκουρου εντυπωσίασε τον Κάρολο Μαρξ, ο οποίος το 1841 έγραψε διατριβή υπό τον τίτλο: «Διαφορά μεταξύ της φυσικής φιλοσοφίας του Δημοκρίτου και του Επικούρου», την οποία υπέβαλε στην Φιλοσοφική Σχολή τού Πανεπιστημίου της Ιέννας στη Γερμανία και με αυτήν έλαβε τον τίτλο του διδάκτορα. Από τότε το φυσικόν και γνωσιολογικόν τμήμα της Επικούρειας φιλοσοφίας χρησιμοποιήθηκε ως βάση του διαλεκτικού υλισμού.