Η ΕΥΡΩΠΗ ΤΟΥ ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΟΥ ΣΤΗ ΔΙΝΗ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΑΙ
ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΚΡΙΣΗΣ, ΤΗΣ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΗΣ ΠΟΛΩΣΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ
ΟΛΟΚΛΗΡΩΤΙΣΜΟΥ
Για ποιους λόγους κατέρρευσε το κοινοβουλευτικό σύστημα και επικράτησε το αυταρχικό πρότυπο στις περισσότερες χώρες της ηπειρωτικής Ευρώπης;
Ποια είναι τα αίτια ίδρυσης του ιταλικού καθεστώτος;
Την επαύριο του πολέμου φαινόταν ότι το φιλελεύθερο κοινοβουλευτικό πολίτευμα που είχε εδραιωθεί στη Δυτική Ευρώπη ήταν έτοιμο να θριαμβεύσει και σε περιοχές της ηπειρωτικής Ευρώπης. Όμως η δημοκρατία αποδείχτηκε ευάλωτη και βραχύβια σε χώρες με βραχύχρονη δημοκρατική παράδοση ή με απουσία κεντρικών εθνικών θεσμών και με τεράστιο αγροτικό πληθυσμό στην πλειοψηφία του αγράμματο και συντηρητικό. Τα τεράστια οικονομικά προβλήματα, οι οξύτατες κοινωνικές αντιθέσεις και το πληγωμένο εθνικό γόητρο (Γερμανία. Ιταλία) δεν αντιμετωπίστηκαν με το δημοκρατικό σύστημα, το οποίο καταλύθηκε από ολοκληρωτικά καθεστώτα.
Η μεγάλη απειλή για τους φιλελεύθερους θεσμούς προήλθε από την Ακροδεξιά, αφού
- η κοινωνική Επανάσταση έπαψε να εξαπλώνεται,
- οι σοσιαλδημοκράτες μετά τη διάσπαση του εργατικού και σοσιαλιστικού κινήματος μετατράπηκαν σε στυλοβάτες του κοινοβουλευτικού συστήματος υιοθετώντας μετριοπαθείς θέσεις,
- οι κομμουνιστές αποτελούσαν μειοψηφία και βρίσκονταν υπό διωγμό στις περισσότερες χώρες.
Οι δυνάμεις που ανέτρεπαν τα κοινοβουλευτικά καθεστώτα ήταν αυταρχικές και αντιφιλελεύθερες, χαρακτηρίζονταν από εθνικισμό, προωθούσαν τη βίαιη καταστολή και διαδήλωναν την πίστη τους στις παραδοσιακές αξίες της θρησκείας, της έννομης τάξης και της οικογένειας. Η ενίσχυση των ακροδεξιών κομμάτων και η μετατροπή τους σε κινήματα εξουσίας κατά τη μεσοπολεμική περίοδο οφείλεται:
- στην κατάρρευση των παλαιών αυτοκρατορικών καθεστώτων,
- στην εξασθένηση των κυρίαρχων κοινωνικών τάξεων,
- στην υποστήριξη και αποδοχή τους από τα μικροαστικά και μεσοαστικά στρώματα.
Η οικονομική κρίση, γονάτισε τις ευρωπαϊκές οικονομίες και κοινωνίες τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1930, κατάφερε αποφασιστικό πλήγμα στην αξιοπιστία της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και του φιλελεύθερου καπιταλιστικού συστήματος, το οποίο, μετά τον καταστροφικό Παγκόσμιο Πόλεμο και την οικονομική κρίση του 1929 στις περισσότερες χώρες θεωρούνταν χρεοκοπημένο.
Ποια είναι τα αίτια ίδρυσης του ιταλικού καθεστώτος;
α) Η ανέχεια της συντριπτικής πλειοψηφίας του πληθυσμού,
β) η έντονη δυσαρέσκεια απέναντι σε ανίκανη και διεφθαρμένη ηγεσία και η απογοήτευση για τα ελάχιστα κέρδη που είχε αποκομίσει η Ιταλία από τον πόλεμο δημιούργησαν ένα κλίμα αναταραχής από το οποίο επωφελούνταν οι σοσιαλιστές, οι οποίοι έτρεφαν μεγάλη συμπάθεια προς τον μπολσεβικισμό και αναδείχτηκαν τρίτο κόμμα στις εκλογές του 1919. Με την πολιτική κάλυψη και την ενθάρρυνση των σοσιαλιστών, ενώσεις εργατών προχωρούσαν σε καταλήψεις εργοστασίων στις πόλεις, ενώ στην ύπαιθρο ομάδες ακτημόνων χωρικών και μικροκαλλιεργητών καταπατούσαν τα μεγάλα αγροκτήματα και διεκδικούσαν τη διανομή τους. Τέτοια κατάσταση πολιτικής αστάθειας και κοινωνικής αναταραχής εκμεταλλεύτηκε ο Μουσολίνι και αναδείχτηκε σε εμπνευστή και ηγέτη του φασιστικού κινήματος της Ιταλίας.
Η πορεία εγκαθίδρυσης φασιστικού κράτους στην Ιταλία
Ιδρυτικό πρόγραμμα:
Ήταν ριζοσπαστικό και φιλολαϊκό, απαιτούσε εφαρμογή της οκτάωρης εργασίας, βαριά φορολογία του κεφαλαίου και των κληρονομιών.
Ένα χρόνο αργότερα αντικαταστάθηκε από ένα σαφώς πιο συντηρητικό κείμενο με έντονα εθνικιστικό λεξιλόγιο.
Υποστηρικτές του φασισμού
Οι μεγαλογαιοκτήμονες και οι βιομήχανοι εξασφάλισαν τον κοινωνικό συντηρητισμό με τη χρηματοδότησή του. Έτσι ο φασισμός εξελίχθηκε από κίνημα αμφισβήτησης του αστικού καθεστώτος σε ένοπλο όργανο της «αντεπανάστασης», δηλαδή της αντίδρασης του κατεστημένου στον κίνδυνο της κομμουνιστικής Επανάστασης.
Η δράση του Μουσολίνι
Το 1921 ο Μουσολίνι οργάνωσε σε ολόκληρη την Ιταλία τοπικές παραστρατιωτικές ομάδες. Ίδρυσε το στρατό των μελανοχιτώνων, τον πιστό στρατό του Μουσολίνι και βασικό όπλο της τρομοκρατίας κατά των αντιπάλων του, οι οποίοι διακρίνονταν για την πειθαρχία, την οργάνωση και τη βίαιη δράση τους. Εξαπέλυσαν κύμα διώξεων, κακοποιήσεων και δολοφονιών, συνδικαλιστών, σοσιαλιστών, κομμουνιστών, ακόμα και φιλελευθέρων και καθολικών πολιτικών και δημοσίων προσώπων, οι οποίοι αντιδρούσαν στην πολιτική του Μουσολίνι. Το φθινόπωρο του 1921 το Εθνικό Φασιστικό Κόμμα του Μουσολίνι αριθμούσε ήδη 300.000 μέλη.
Ένα χρόνο μετά, μέσα σε συνθήκες κατάρρευσης του παλιού πολιτικού συστήματος, ο Μουσολίνι αποφάσισε να διεκδικήσει δυναμικά την πρωθυπουργία και να κηρύξει τη φασιστική επανάσταση. Μετά από μια μεγαλειώδη πορεία προς τη Ρώμη, περίπου 50.000 μελανοχίτωνες πολιτοφύλακες στις 28 Οκτωβρίου 1922 κατέλαβαν την ιταλική πρωτεύουσα, εξανάγκασαν τον πρωθυπουργό σε παραίτηση ενώ ο Αυτοκράτορας Βίκτωρ Εμμανουήλ Γ' ανέθεσε στον Μουσολίνι την ευθύνη σχηματισμού κυβέρνησης. Μέχρι το 1925 ο Μουσολίνι είχε κατορθώσει να επιβάλει ένα δικτατορικό καθεστώς ενώ απαγορεύτηκε η λειτουργία των άλλων κόμματων. Το κοινοβούλιο έπαιζε το ρόλο επικύρωσης των διαταγμάτων του Ιταλού δικτάτορα.
Ίδρυσε σωματειακό κράτος, στο οποίο τον συντονισμό και τη διεύθυνση της οικονομίας ανέλαβε ένα συμβούλιο (22) σωματείων. Τα μέλη των συνδικάτων ήταν μέλη του φασιστικού κόμματος, όπως εξάλλου και οι εκπαιδευτικοί.
Αξιοποίησε στο έπακρο τις δυνατότητες προπαγάνδας που πρόσφεραν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και ψυχαγωγίας, όπως ο Τύπος, το ραδιόφωνο, τα κινηματογραφικά επίκαιρα, η γιγαντοαφίσα και ο αθλητισμός.
Το 1938 καταλύθηκε και το τελευταίο απομεινάρι δημοκρατίας. Τη Βουλή αντικατέστησε το «Συμβούλιο των fasci και των συντεχνιών». Ο Μουσολίνι αποτέλεσε πρότυπο για τον Χίτλερ και τους Γερμανούς ναζί.
Ποιες συνθήκες οδήγησαν στο Σύνταγμα της Βαϊμάρης;
Οι τραγικές οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες που επικρατούσαν στη Γερμανία το φθινόπωρο του 1918, το πολιτικό κενό που δημιουργήθηκε από την παραίτηση του αυτοκράτορα στις 9 Νοεμβρίου του 1918 και η ανάγκη διπλωματικής εκπροσώπησης της χώρας για την υπογραφή της οδυνηρής για τη Γερμανία ανακωχής υποχρέωσαν τις κυριότερες πολιτικές δυνάμεις της χώρας να στηρίξουν μια κυβέρνηση συνεργασίας σοσιαλδημοκρατών, εκπροσώπων του καθολικού Κέντρου και μετριοπαθών αστών. Έτσι το 1919 ψηφίστηκε το Σύνταγμα της Βαϊμάρης με φιλελεύθερες και σοσιαλδημοκρατικές αντιλήψεις.
Η Γερμανία απέκτησε πολίτευμα αβασίλευτης δημοκρατίας: Θεσπίστηκε η καθολική ψηφοφορία ανδρών και γυναικών, η υπουργική ευθύνη έναντι του Κοινοβουλίου, αναγνωρίστηκαν πολιτικές ελευθερίες, συντάχθηκε χάρτης κοινωνικών δικαιωμάτων που θα προστάτευαν τον πολίτη από τους κινδύνους της βιομηχανικής κοινωνίας. Το Σύνταγμα, όμως, αναγνώριζε στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας δικαίωμα ανάκλησης ελευθεριών, ακόμα και χρήσης βίας σε περιόδους έκτακτης ανάγκης.
Πού οφείλεται η πτώση της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης;
Η δημοκρατία άντεξε τις κομμουνιστικές εξεγέρσεις, τα κινήματα εθνικιστών και στρατιωτικών καθώς και μια πληθωριστική κρίση. Η βιομηχανική ανάκαμψη που επιτεύχθηκε με τη βοήθεια των αμερικανικών δανείων, οι διευκολύνσεις πληρωμής των επανορθώσεων στους νικητές και το ευνοϊκό διεθνές περιβάλλον συντέλεσαν στη βιωσιμότητα του δημοκρατικού καθεστώτος και στην σχετική σταθερότητα του κατά την περίοδο 1924-1929.
Όμως, λόγω των συνθηκών γέννησής του - ήττα, ανακωχή και ταπεινωτικές συνθήκες ειρήνης που υπαγορεύτηκαν από τις νικήτριες δυνάμεις - δεν είχε νομιμοποιηθεί στη συνείδηση σημαντικού τμήματος του γερμανικού πληθυσμού και κυρίως πολλών απογοητευμένων απόστρατων αξιωματικών και οπλιτών που είχαν πολεμήσει στο μέτωπο.
Ένας απ’ αυτούς ήταν και ο Αδόλφος Χίτλερ.
Ποιοι παράγοντες ευνόησαν την ενίσχυση του ναζιστικού κόμματος;
Το εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα του Χίτλερ βάσισε την εθνικιστική ρητορική του στο πληγωμένο γόητρο των Γερμανών, οι οποίοι έβλεπαν την άλλοτε μεγάλη Γερμανία να βρίσκεται στο έλεος των εχθρών της. Επικράτησε η άποψη ότι η Γερμανία ήταν θύμα συμπαιγνίας των πολιτικών, των σοσιαλιστών και των Εβραίων. Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1920 το ναζιστικό κόμμα είχε αποκτήσει ένα σταθερό πυρήνα οπαδών και επίλεκτες ομάδες ένστολων πολιτοφυλάκων (τα SA/ΕςΑ και τα SS/ΕςΕς) που τρομοκρατούσαν, προπηλάκιζαν και δολοφονούσαν τους πολιτικούς τους αντιπάλους προπάντων τους κομμουνιστές και τους σοσιαλιστές.
Λόγοι ενίσχυσης του ναζιστικού κινήματος:
α) Η οικονομική κρίση που έπληξε τη γερμανική οικονομία,
β) Η τεράστια δυσφορία των αγροτών λόγω της κατακόρυφης πτώσης των τιμών των αγροτικών προϊόντων και της επιβάρυνσης τους με χρέη και φόρους,
γ)Η δυσφορία των μισθωτών, συνταξιούχων, μικροεπιχειρηματιών και καταστηματαρχών, οι οποίοι συμπιέζονταν οικονομικά και κοινωνικά,
δ)Η αντίδραση των φοιτητών με τις μικρές ευκαιρίες που είχαν για επαγγελματική αποκατάσταση,
ε)Η αντίδραση των εργατών και των έξι εκατομμυρίων ανέργων λόγω της προϊούσας εξαθλίωσής τους, ευνόησε τις δυνάμεις που κινούνταν στα άκρα του πολιτικού φάσματος, τους κομμουνιστές στο αριστερό και τους ναζιστές στο δεξιό άκρο.
στ) Ο φόβος των μεσαίων στρωμάτων για το ενδεχόμενο μιας κομμουνιστικής Επανάστασης.
Έτσι, η μετατροπή του κόμματος του Χίτλερ σε μαζικό κόμμα με πλατιά απήχηση επιταχύνθηκε.
Το πρόγραμμα του Χίτλερ
Υποσχόταν ανατροπή των διεθνών περιορισμών της Γερμανίας, επέκταση της Γερμανίας στο ζωτικό της χώρο, απελευθέρωση γερμανόφωνων που ζούσαν εκτός Γερμανίας, εκδίωξη των Εβραίων, οικονομική ανόρθωση και πλήρη απασχόληση, κοινωνική εξασφάλιση και εργασιακή ειρήνη.
Έτσι κέρδισε την εμπιστοσύνη των μεσαίων στρωμάτων και την ανοχή της μεγαλοαστικής τάξης, τουλάχιστον της μη εβραϊκής. Εξάλλου το 1930 ο Χίτλερ φρόντισε να απαλείψει τα αντικαπιταλιστικά συνθήματα από το πολιτικό του πρόγραμμα, όπως είχε πράξει δέκα χρόνια πριν στην Ιταλία ο πολιτικός του μέντορας Μουσολίνι.
Πώς ο Χίτλερ επικράτησε στην εξουσία;
Η άνοδος του ναζιστικού κόμματος υπήρξε ραγδαία την τριετία 1929-1932: Στις προεδρικές εκλογές του 1932 ο Χίτλερ απέσπασε το 36% των ψήφων και την ίδια χρονιά το κόμμα του κατέλαβε την πρώτη θέση στις βουλευτικές εκλογές με το 37% των ψήφων. Στις 28 Ιανουαρίου 1933 ο πρόεδρος Χίντενμπουργκ τον διόρισε πρωθυπουργό, υποκύπτοντας στις πιέσεις ενός κύκλου μεγαλοβιομήχανων, Πρώσων γαιοκτημόνων και τραπεζιτών, οι οποίοι έβλεπαν τον Χίτλερ ως τη μόνη λύση για να βγει η χώρα από την ακυβερνησία. Την άνοδο του Χίτλερ διευκόλυνε ασφαλώς και η αδυναμία των σοσιαλδημοκρατών να σχηματίσουν κυβέρνηση, καθώς οι κομμουνιστές αρνούνταν να στηρίξουν αυτούς που πριν από 14 χρόνια είχαν συμμετάσχει στην καταστολή των κομμουνιστικών εξεγέρσεων.
Με μια σειρά προσχεδιασμένων ενεργειών ο Χίτλερ κατέστη απόλυτος άρχων, ηγέτης ενός μονοκομματικού, βίαιου και μισαλλόδοξου κράτους. Στις 27 Φεβρουαρίου σκηνοθέτησε την πυρπόληση του κτιρίου του γερμανικού Κοινοβουλίου (Ράιχσταγκ) για την οποία κατηγόρησε τους κομμουνιστές. Με τον φόβο μιας κομμουνιστικής επανάστασης ο Χίτλερ ανάγκασε τον πρόεδρο Χίντενμπουργκ να κηρύξει τη χώρα σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης και να άρει τις πολιτικές ελευθερίες, «προσωρινό» μέτρο που διατηρήθηκε μέχρι το 1945. Εξαπέλυσε κύμα συλλήψεων κατά των κομμουνιστών και αξίωσε νέες εκλογές, οι οποίες έγιναν μέσα σε κλίμα τρομοκρατίας. Με το 44% των ψήφων ο Χίτλερ εκβίασε την εκχώρηση απόλυτων εξουσιών και κήρυξε έκπτωτους (81) βουλευτές του Κομμουνιστικού Κόμματος. Μέσα σε ένα χρόνο διαλύθηκαν όλα τα πολιτικά κόμματα, εκτός του ναζιστικού, καταργήθηκαν τα συνδικάτα και αντικαταστάθηκαν από το Εθνικό Μέτωπο Εργασίας, ενώ κατασχέθηκαν οι οικονομικοί πόροι τους. Όλοι τέθηκαν κάτω από την παρακολούθηση της μυστικής αστυνομίας («Γκεστάπο»). Εξαπολύθηκε διωγμός κατά των Εβραίων, των κομμουνιστών, των αντιφρονούντων διανοουμένων, των τσιγγάνων και των ομοφυλόφυλων.
Στις 29-30 Ιουνίου 1934 ο Χίτλερ προχώρησε σε μαζικές εκκαθαρίσεις εσωκομματικών του αντιπάλων με αριστερίζουσες θέσεις και στη διάλυση των Ταγμάτων Εφόδου. Δημιουργήθηκαν στρατόπεδα συγκέντρωσης. Επιβλήθηκε αυστηρή λογοκρισία και ασφυκτικός έλεγχος σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης και υποχρέωνε τους νέους και τις νέες να οργανώνονται στη χιτλερική νεολαία με στόχο τη δημιουργία τυφλών υπηκόων.
Ο ναζισμός είχε μεγάλη λαϊκή αποδοχή. Κατόρθωσε να δαμάσει την ανεργία και να αντιμετωπίσει με αποτελεσματικό τρόπο τη μεγάλη οικονομική ύφεση χάρη σε ένα εκτεταμένο πρόγραμμα στρατιωτικών εξοπλισμών και δημόσιων έργων, καθώς και στις διώξεις των Εβραίων.
Εφάρμοσε ευρύ κοινωνικό πρόγραμμα, το οποίο περιλάμβανε διακοπές, αθλητισμό και τη διάδοση του «αυτοκινήτου του λαού (του Wolkswagen).
Τέλος, ο Χίτλερ, ο οποίος λατρευόταν ως καθοδηγητής του γερμανικού έθνους («Führer») ικανοποιούσε τον αναγεννημένο γερμανικό εθνικισμό με την εθνικιστική ρητορική του και τη δυναμική έως επιθετική εξωτερική πολιτική του.
Ομοιότητες ανάμεσα στον ιταλικό φασισμό και στον γερμανικό εθνικοσοσιαλισμό
Κοινά στοιχεία του ιταλικού φασισμού και του γερμανικού ναζισμού:
α) υπήρξαν τα αρχέτυπα μιας νέας μορφής δικτατορίας που χρησιμοποιούσε όλα τα μέσα της μαζικής προπαγάνδας και της μαζικής καταστολής που ήταν διαθέσιμα στον 20ό αιώνα για να πετύχει σχεδόν ολοκληρωτικό έλεγχο όλων των πλευρών της δημόσιας και της ιδιωτικής ζωής.
β) Ικανοποιήθηκαν βασικά αιτήματα των μεσαίων τάξεων με τις υποσχέσεις για αποσόβηση της κομμουνιστικής επανάστασης, για οικονομική ασφάλεια και για εθνικούς θριάμβους.
γ) Χαρακτηρίζονταν από τον κορπορατισμό, τον αυταρχισμό, τον εθνικισμό, το μιλιταρισμό, το κόμμα-κράτος, το συγκεντρωτισμό, τη λογοκρισία και την εχθρότητα προς τους διανοούμενους.
δ) Αξιοποίησαν την κινητοποίηση των μαζών και κυνήγησαν σοσιαλιστές και κομμουνιστές.
ε) Θεοποιήθηκε η προσωπικότητα του ηγέτη, ενώ προβλήθηκε έντονα η ιδέα της δημιουργίας ενός νέου ανθρώπου.
Διαφορές ανάμεσα στο φασισμό και το ναζισμό:
Ο ναζισμός διακρινόταν από ακραίο ρατσισμό και απόλυτο αντισημιτισμό ο ιταλικός φασισμός δεν διακρινόταν για τέτοιου είδους αποκλεισμούς.
Τα χαρακτηριστικά των αυταρχικών καθεστώτων στη μεσοπολεμική Ευρώπη
Ο αυταρχισμός στην Ευρώπη πήρε διάφορες μορφές ανάλογα με τις ιδιαίτερες κοινωνικοοικονομικές και πολιτικές συνθήκες παρότι παντού δημιουργήθηκαν φασιστικά κόμματα, τα αυταρχικά καθεστώτα που επιβλήθηκαν δεν ήταν απαραίτητα φασιστικά:
Στην Πολωνία, ο σοσιαλιστικών ιδεολογικών καταβολών στρατηγός Ρilsudski, αρχηγός του πολωνικού στρατού στα δύσκολα χρόνια 1918-1921, οργάνωσε πραξικόπημα το 1926 και επέβαλε αυταρχικό καθεστώς με την υποστήριξη της Αριστεράς, η οποία προτίμησε τον Ρilsudski από την Ακροδεξιά και τους διεφθαρμένους αστούς πολιτικούς.
Τα αυταρχικά καθεστώτα στα Βαλκάνια επιβλήθηκαν ως μοναρχικές δικτατορίες ή με υποστήριξη των μοναρχών, οι οποίοι συχνά ήρθαν σε σύγκρουση με φασιστικά κόμματα και κινήματα των χωρών τους.
Συντηρητικά και αυταρχικά καθεστώτα, προσηλωμένα στις αρχές του έθνους, της καθολικής θρησκείας και της οικογένειας επικράτησαν στην Κεντρική Ευρώπη (Αυστρία και Ουγγαρία) και στην Ιβηρική Χερσόνησο (Ισπανία - Πορτογαλία).
Ποια προβλήματα αντιμετώπισαν τα κοινοβουλευτικά πολιτικά συστήματα της Βρετανίας και της Γαλλίας;
Λόγοι επικράτησης των δημοκρατικών καθεστώτων στη Δύση:
α) Οι φιλελεύθερες παραδόσεις,
β) η σταθερότητα του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος και του πολιτικού συστήματος,
γ) η ισχύς των αστικών στρωμάτων
απέτρεψαν την επικράτηση φασιστικών κινημάτων στις χώρες της Δυτικής και Βόρειας Ευρώπης.
Προβλήματα των κοινοβουλευτικών αστικών δημοκρατιών:
Οι αντιπαραθέσεις βιομηχάνων και εργατών, εργοδοτών και εργαζομένων, συντηρητικών και αριστερών κομμάτων σφράγισαν την πολιτική ζωή των περισσοτέρων χωρών. Τα επαναστατικά μηνύματα που έρχονταν από τη μακρινή Ρωσία διατηρούσαν ζωντανές τις ελπίδες των εργατών για χειραφέτηση και βελτίωση της ζωής τους και ενίσχυαν τα ισχυρά αντικομμουνιστικά, αντισοσιαλιστικά και αντεργατικά ανακλαστικά των αστικών στρωμάτων. Οι κυβερνήσεις των νικητριών Μεγάλων Δυνάμεων του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, Βρετανίας και Γαλλίας, για να ανακτήσουν το χαμένο έδαφος στις παγκόσμιες αγορές και για να αντιμετωπίσουν τον ανταγωνισμό των ΗΠΑ και της Ιαπωνίας, υιοθέτησαν αντιπληθωριστική πολιτική, η οποία θα διατηρούσε τα βιομηχανικά προϊόντα τους σε χαμηλές τιμές και θα τα καθιστούσε ανταγωνιστικά. Όμως αυτή η πολιτική σήμαινε καθηλωμένα ημερομίσθια και χειροτέρευση του άθλιου βιοτικού επιπέδου των Βρετανών και των Γάλλων εργατών. Αυτό οδήγησε στο ξέσπασμα εργατικών απεργιακών κινητοποιήσεων στη Βρετανία με αποκορύφωμα την πανεθνική απεργία που οργάνωσαν τα συνδικάτα το 1925. Η άνοδος του Εργατικού Κόμματος στην εξουσία το 1924 και το 1929 δεν άλλαξε και πολλά πράγματα, αφού η εργατική κυβέρνηση στηρίχτηκε σε κοινοβουλευτική μειοψηφία και δεν κατόρθωσε να υλοποιήσει τη φιλεργατική πολιτική της.
Στη Γαλλία, η οικονομική κρίση των αρχών της δεκαετίας του 1930 και η άνοδος του φασισμού στην ηπειρωτική Ευρώπη συνέβαλε στην ανάπτυξη ενός ισχυρού φασιστικού κινήματος. Για να προλάβουν τον κίνδυνο επιβολής ενός ολοκληρωτικού καθεστώτος ιταλικού ή γερμανικού τύπου οι σοσιαλιστές, οι ριζοσπάστες και οι κομμουνιστές με την έγκριση της Κομμουνιστικής Διεθνούς συγκρότησαν το λεγόμενο «Λαϊκό Μέτωπο».
Στην Ισπανία ήρθε σε σύγκρουση ο φασισμός με τον κομμουνισμό και τη δημοκρατία στο πλαίσιο του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου (1936-1939). Η Ισπανία μετατράπηκε σε πολιτικό βαρόμετρο για τις εξελίξεις σε ολόκληρη την Ευρώπη, ενώ από μια άποψη ο Ισπανικός Εμφύλιος υπήρξε ένας ευρωπαϊκός εμφύλιος, αφού εθελοντές από όλες τις χώρες κατατάχθηκαν στο πλευρό των δημοκρατικών ως μέλη διεθνών ταξιαρχιών και αντίστοιχα οι εθνικιστές ενισχύθηκαν από το φασιστικό καθεστώς της Ιταλίας και το ναζιστικό της Γερμανίας. Περίπου μισό εκατομμύριο νεκροί ήταν ο απολογισμός του Εμφύλιου Πολέμου στην Ισπανία, ενώ το 1939 η επικράτηση του Φράνκο, ο οποίος κυβέρνησε με σιδερένια πυγμή μέχρι το 1975, εγκαινίασε μια νέα εποχή τρομοκρατίας, κατά την οποία 250 χιλιάδες αντιφασίστες εκτελέστηκαν και εκατομμύρια πολιτικοί πρόσφυγες εγκατέλειψαν τη χώρα. Η επιτυχία των Ισπανών φασιστών αύξησε το γόητρο του φασισμού στην Ευρώπη και αποθράσυνε τους Χίτλερ και Μουσολίνι, οι οποίοι προετοίμαζαν τη μεγάλη αιματοχυσία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Ποιες διπλωματικές εξελίξεις σημειώθηκαν την περίοδο 1919-1923, 1924-1929 και 1933-1938;
Τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια της Ευρώπης σημαδεύτηκαν από ρευστότητα και βαριά ατμόσφαιρα στις σχέσεις μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών.
α) Το γεωπολιτικό καθεστώς της προ του 1914 Ευρώπης είχε ανατραπεί λόγω του πολέμου: η δυσαρέσκεια των ηττημένων ήταν μεγάλη, εξαιτίας σημαντικών εδαφικών απωλειών, οικονομικών κυρώσεων και συχνά συμπαγών μειονοτήτων ομοεθνών τους εκτός εθνικών συνόρων.
β) Ακόμα και οι νικητές δεν συμφωνούσαν για την πολιτική που έπρεπε να εφαρμόσουν απέναντι στους ηττημένους, καθώς μετά την εξάλειψη του κοινού κινδύνου άρχισαν και πάλι να πρυτανεύουν στην εσωτερική πολιτική τα στενά εθνικά συμφέροντα της κάθε χώρας.
i) Έτσι η Γαλλία με τον φόβο της μελλοντικής ενίσχυσης της Γερμανίας και την επιθυμία της να καταστεί ηγετική βιομηχανική δύναμη στην Ευρώπη, αξίωνε την αυστηρή τήρηση των όρων της Συνθήκης των Βερσαλλιών.
ii) Η Βρετανία και οι ΗΠΑ προέκριναν μια πιο ελαστική εφαρμογή των Συνθηκών, ώστε να μην αποσταθεροποιηθεί η ηπειρωτική Ευρώπη και να μην ενισχυθεί υπέρμετρα η Γαλλία, ισχυρός ανταγωνιστής της Βρετανίας κατά τον 19ο αιώνα στην Ευρώπη και στον κόσμο.
iii) Οι Γερμανοί προσπάθησαν να αναθεωρήσουν τους όρους των Συνθηκών του Παρισιού καθώς τους θεωρούσαν ταπεινωτικούς και άδικους.
Διπλωματικές εξελίξεις
Το 1923 προκλήθηκε η πρώτη σοβαρή κρίση στις γαλλογερμανικές σχέσεις. Γαλλοβελγικά στρατεύματα κατέλαβαν τη Ρηνανία και την περιοχή του Ρουρ για να εκβιάσουν την κανονική καταβολή των επανορθώσεων. Τη λύση στο αδιέξοδο έδωσαν τα αμερικανικά κεφάλαια από φόβο προσέγγισης της Γερμανίας με τη Ρωσία. Τα αμερικανικά δάνεια διευκόλυναν τη Γερμανία στην καταβολή σημαντικού μέρους των επανορθώσεων προς τη Γαλλία και αντίστοιχα διευκόλυναν τη Γαλλία στην αποπληρωμή των δανείων που είχε συνάψει κατά τη διάρκεια του πολέμου με τις ΗΠΑ. Η Γαλλία, απογοητευμένη από τη στάση των πρώην συμμάχων της αναζήτησε με επιτυχία διπλωματικά ερείσματα στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Η απαρχή του ακανθώδους ζητήματος των επανορθώσεων, η απαρχή δυναμικής ανάπτυξης της γερμανικής βιομηχανίας και οικονομίας, η ευνοϊκή πολιτική συγκυρία και η προσωπική συμβολή των υπουργών Εσωτερικών της Βρετανίας, της Γαλλίας και της Γερμανίας, διαμόρφωσαν ένα τυπικό πλαίσιο ειρήνης, συλλογικής ασφάλειας και συνεργασίας στην Ευρώπη.
Κορυφαίο διπλωματικό γεγονός αυτής της περιόδου, το οποίο δημιούργησε υπερβολική αισιοδοξία ήταν η Συνθήκη του Λοκάρνο το 1925, η οποία επισφράγισε τη γαλλογερμανική προσέγγιση. Η αναγνώριση των μεταπολεμικών συνόρων από την πλευρά της Γερμανίας καθησύχασε τη Γαλλία, ενώ άνοιξε ο δρόμος για την άρση της διπλωματικής απομόνωσης της Γερμανίας, αφού το 1926 έγινε δεκτή στην Κοινωνία των Εθνών.
Το συναινετικό κλίμα δεν έμελλε να διαρκέσει για πολύ. Η οικονομική κρίση των ετών 1929-1933, ευνόησε την εσωστρέφεια των χωρών και αναθέρμανε προβλήματα και εντάσεις. Όμως το γεγονός που ανέτρεψε άρδην τα δεδομένα της ευρωπαϊκής διπλωματίας ήταν η επικράτηση του ναζισμού στη Γερμανία, με την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία το 1933, ο οποίος πρωταγωνίστησε στην αποσταθεροποίηση της Ευρώπης οδηγώντας την στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.
Ενέργειες του Χίτλερ
Το 1933 η Γερμανία αποχώρησε από την Κοινωνία των Εθνών, το 1934 οι ναζί υποκίνησαν πραξικόπημα στην Αυστρία, ενώ το 1935 οι όροι της Συνθήκης των Βερσαλλιών για την αποστρατιωτικοποίηση της Γερμανίας παραβιάστηκαν κατάφωρα, με την επιβολή της υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας των Γερμανών και τη στρατιωτικοποίηση της Ρηνανίας. Το 1936 υπογράφτηκε πρωτόκολλο συνεργασίας της ναζιστικής Γερμανίας με τη φασιστική Ιταλία, ενώ το 1937 ο Χίτλερ έλαβε την ιστορική απόφαση να προχωρήσει στη συγκρότηση της «Μεγάλης Γερμανίας», προσαρτώντας τις γερμανικές κοινότητες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης στο γερμανικό Ράιχ και διεκδικώντας τον ζωτικό χώρο που πίστευε ότι αναλογούσε στη Γερμανία. Τον Μάρτιο του 1938 τα γερμανικά στρατεύματα εισέβαλαν στην Αυστρία επιβάλλοντας με τη συγκατάθεση της πλειοψηφίας των Αυστριακών, την πραξικοπηματική προσάρτηση της χώρας στη Γερμανία (Anschluss).
Τον Οκτώβριο του ίδιου χρόνου, με τη συγκατάθεση μάλιστα της Γαλλίας και της Βρετανίας, ο γερμανικός στρατός εισέβαλλε στην Τσεχοσλοβακία προσαρτώντας τη Σουδητία, περιοχή που ζούσαν κατά πλειοψηφία Γερμανοί.
Πνευματικές εξελίξεις μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο
Η τραγική εμπειρία του Α' Παγκόσμιου Πολέμου, οι κοινωνικές αναστατώσεις, οι πολιτικές αναταραχές και οι αλλαγές αξιών και νοοτροπιών που σημειώθηκαν κατά τη διάρκειά του και μετά τη λήξη του επηρέασαν βαθιά τους ανθρώπους του πνεύματος και της τέχνης.
Η φρίκη του πολέμου έγινε το αγαπημένο θέμα πολλών λογοτεχνών. Άλλοι εξέφρασαν στα έργα τους μια νοσταλγία για τον ηρωϊσμό και το μεγαλείο του πολέμου και άλλοι κατήγγελλαν τις θηριωδίες του πολέμου και υιοθετούσαν φιλειρηνικές απόψεις.
Ο ορθός λόγος, οι ανθρωπιστικές και φιλελεύθερες αξίες του δυτικού κόσμου αμφισβητήθηκαν έντονα. Αρκετοί πνευματικοί άνθρωποι υιοθέτησαν τη φυγή προς το όνειρο, τον ανορθολογισμό και τον κόσμο των αισθήσεων. Η αντίδραση στον ορθολογισμό εκφράστηκε στη νέα επαναστατική θεωρία της ψυχανάλυσης του Φρόυντ, στη φιλοσοφική σκέψη του Μάρτιν Χάιντεγκερ και στα έργα τον Φραντς Κάφκα. Η τάση της ενδοσκόπησης, επηρεασμένη από τον φροϋδισμό, αποτέλεσε κύριο ρεύμα της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας του Μεσοπολέμου, με κορυφαίους συγγραφείς τον Γάλλο Μαρσέλ Προυστ, τον Ιρλανδό Τζέιμς Τζόις, τη Βρετανίδα Βιρτζίνια Γουλφ, τον Γερμανό Τόμας Μαν, τον Αυστριακό Ρόμπερτ Μούζιλ και άλλους.
Οι λογοτέχνες εξέφρασαν επίσης μια τάση φυγής είτε προς μακρινές χώρες και πολιτισμούς, όπως ο Γάλλος Αντρέ Μαλρώ είτε προς τη φύση και την επαναστατική δράση, όπως ο Γάλλος Λουί Αραγκόν και ο Άγγλος Τζωρτζ Όργουελ ή ακόμα προς την περιπέτεια, όπως ο Ιταλός Γκαμπριέλε ντ΄Ανούντσιο.
Η άρνηση των συμβάσεων του υπαρκτού κόσμου και ο θρίαμβος του ανορθολογισμού χαρακτήρισαν τις καλλιτεχνικές πρωτοπορίες ήδη πριν από το 1914. Στα πρώτα χρόνια του 20ού αιώνα γεννήθηκαν και αναπτύχθηκαν ο φωβισμός και ο κυβισμός στη Γαλλία, ο εξπρεσιονισμός στη Γερμανία και ευρύτερα στις χώρες της Κεντρικής και Βόρειας Ευρώπης, ο φουτουρισμός στην Ιταλία.