Μαντάμα Μπατερφλάι Τζάκομο Πουτσίνι
Η Μαντάμα Μπατερφλάι (Madama Butterfly) είναι όπερα σε τρεις πράξεις του Ιταλού συνθέτη Τζάκομο Πουτσίνι, θεωρούμενη ως ένα από τα κορυφαία αριστουργήματα του οπερατικού ρεπερτορίου. Το λιμπρέτο γράφτηκε από τους Λουίτζι Ίλικα και Τζουζέπε Τζακόζα.
Η όπερα αφηγείται την τραγική πορεία προς την αυτοκτονία μιας Γιαπωνέζας έφηβης γκέισας που αποκαλείται χαϊδευτικά Μπατερφλάι (πεταλούδα). Η Μπατερφλάι έχει παντρευτεί έναν Αμερικανό αξιωματικό πιστεύοντας στις εφήμερες ερωτικές υποσχέσεις του. Σύντομα ο Αμερικανός την εγκαταλείπει, αλλά θα επιστρέψει μετά από τρία χρόνια και θα ζητήσει να πάρει το παιδί που απέκτησαν. Τότε στην Μπατερφλάι απομένει μόνο μία αξιοπρεπής επιλογή: το χαρακίρι.
Η Μαρία Κάλλας στο ρόλο της Μπατερφλάι
Σύνοψη
- Τόπος: Ναγκασάκι
- Χρόνος: 1904
Πράξη Α'
Δυο άνδρες επιθεωρούν μια έπαυλη στο Ναγκασάκι, περιμένοντας να ξεκινήσει μια γαμήλια τελετή. Ο ένας είναι ο Μπέντζαμιν Φράνκλιν Πίνκερτον, υποπλοίαρχος της κανονιοφόρου Αβραάμ Λίνκολν του Πολεμικού Ναυτικού των ΗΠΑ, η οποία σταθμεύει στο λιμάνι της πόλης. Ο δεύτερος είναι ο Γκόρο, επαγγελματίας προξενητής, στον οποίο προσέφυγε ο Πίνκερτον για βρει σύζυγο. Αυτός όχι μόνο του έχει βρει γυναίκα, τη δεκαπεντάχρονη γκέισα Τσο-Τσο-Σαν ή Μπατερφλάι (Πεταλούδα), αλλά σύμφωνα με την παράδοση έχει ετοιμάσει όλο το νοικοκυριό των μελλονύμφων: βρήκε σπίτι και υπηρετικό προσωπικό, κανόνισε τις διατυπώσεις και όλα τα σχετικά.
Πρώτος φτάνει ο Αμερικανός διπλωμάτης Σάρπλες. Αφού μπαίνει στον κήπο, χαιρετά τους Πίνκερτον και Γκόρο, και θαυμάζει τη θέα που βλέπει στο λιμάνι του Ναγκασάκι και τη θάλασσα. Ο Πίνκερτον εκμυστηρεύεται στον Σάρπλες (υπό τους ήχους της Αστερόεσσας) ότι ως Γιάνκης, δεν ικανοποιείται εάν δεν δρέψει τα λουλούδια κάθε ακτής και τον έρωτα κάθε όμορφου κοριτσιού. Αυτό σημαίνει πως δεν σκοπεύει να μείνει για πολύ καιρό παντρεμένος - έτσι κι αλλιώς, σύμφωνα με την ιαπωνική νομοθεσία ο γάμος διαρκεί για 999 έτη, αλλά ο άνδρας έχει δικαίωμα να τον ακυρώσει στην αρχή κάθε μήνα. Ο Σάρπλες εκπροσωπεί τη φωνή της λογικής και του ζητά να μην προχωρήσει στο γάμο εάν έχει τέτοιο σκοπό, αλλά ο καιροσκόπος Πίνκερτον αδιαφορεί. Ο Σάρπλες, ρωτάει τον Πίνκερτον αν είναι πραγματικά ερωτευμένος, και ο Πίνκερτον παραδέχεται ότι δεν ξέρει αν είναι πραγματικά ερωτευμένος ή απλά ενθουσιασμένος, αλλά μαγεύεται με την αθωότητα, την ομορφιά και την γοητεία της Μαντάμα Μπατερφλάι. Λέει ότι είναι σαν μια πεταλούδα που προσγειώνεται σιωπηλά, με πολύ ομορφιά.
Σε λίγη ώρα καταφθάνει η γαμήλια πομπή: η νύφη με τους συγγενείς και τους φίλους της, ο αυτοκρατορικός επίτροπος, ο ληξίαρχος και άλλοι καλεσμένοι. Από τα λόγια της είναι φανερό πως η Μπατερφλάι έχει ερωτευθεί τον Πίνκερτον, έφτασε μάλιστα στο σημείο να γίνει κρυφά χριστιανή για χάρη του, διακινδυνεύοντας την απόρριψη των δικών της εάν μαθευτεί.
Σύντομα η τελετή ολοκληρώνεται και αρχίζουν οι προπόσεις. Όμως η ευθυμία θα διακοπεί από τον Μπόνζο (βουδιστής μοναχός), θείο της νύφης που ήταν απών από το γάμο. Αυτός εισβάλει στο σπίτι και αποκαλύπτει ότι είδε την Μπατερφλάι να επισκέπτεται τη χριστιανική ιεραποστολή. Οργισμένη όλη η οικογένεια της νύφης την αποκηρύσσει και φεύγει. Η μόνη που δείχνει να το ξανασκέφτεται είναι η μητέρα της, αλλά τελικά παρασύρεται κι αυτή από το γενικότερο κλίμα.
Καθώς νυχτώνει ο Πίκερτον μαλακώνει τον πόνο της Μπατερφλάι, λέγοντάς της ότι δεν έχασε τίποτα σπουδαίο μπρος σε αυτά που κέρδισε. Ευτυχισμένη η κοπέλα οδηγείται στην κρεβατοκάμαρα, όπου παραδίδεται στο ερωτικό κάλεσμα του συζύγου της.
Πράξη Β'
Η υψίφωνος Τζεραλντίν Φαράρ ως Μπατερφλάι - Νέα Υόρκη, 1907
Τρία χρόνια μετά το γάμο, στο σπίτι συναντά κανείς μόνο θλίψη και φτώχεια. Ο Πίκερτον έχει φύγει μαζί με το πλοίο του, αφήνοντας την Μπατερφλάι αποκηρυγμένη απ' τους συγγενείς της, μόνη με την υπηρέτρια Σουζούκι και ένα μωρό-καρπό εκείνης της πρώτης και μοναδικής βραδιάς, τον Ντολόρε (η ιταλική λέξη για τον πόνο).
Η Σουζούκι προτρέπει την κυρία της να ξεχάσει τον Αμερικανό, αυτή όμως είναι πεπεισμένη ότι κάποτε θα επιστρέψει, παίρνοντας στα σοβαρά την υπόσχεσή του ότι θα γυρίσει όταν οι κοκκινολαίμηδες χτίζουν τις φωλιές τους. Γι' αυτό το λόγο αποκρούει τις επανειλημμένες προτάσεις του πρίγκιπα Γιαμαντόρι, με τον οποίο προσπαθεί να την παντρέψει ο Γκόρο.
Ένα πρωί η πίστη της μοιάζει να δικαιώνεται: ο Σάρπλες την ενημερώνει για μια επιστολή του Πίκερτον που έφτασε στο προξενείο, ότι βρίσκεται εν πλω για το Ναγκασάκι! Η ξαφνική χαρά όμως γίνεται γρήγορα φόβος, όταν ο Σάρπλες προειδοποιεί πως το περιεχόμενο του γράμματος δεν είναι ευχάριστο, γι' αυτό καλύτερα να παντρευτεί τον πρίγκιπα. Θυμωμένη η Μπατερφλάι αποχωρεί πριν ακούσει τη συνέχεια και επιστρέφει με το γιο της, για τον οποίο δεν γνώριζε ούτε ο πρόξενος ούτε ο πατέρας. Είναι σίγουρη πως όταν τον δει ο Πίκερτον, όποιος κι αν είναι ο αρχικός σκοπός της επίσκεψης, τελικά θα γυρίσει στο γάμο τους.
Ο Σάρπλες φεύγει και ο Γκόρο κάνει μια τελευταία απόπειρα να την πείσει ότι έχει επιλέξει λάθος δρόμο, αλλά η Μπατερφλάι απειλεί ότι θα τον σκοτώσει με το σπαθί του νεκρού πατέρα της. Έχει λάβει πια την απόφασή της: Είτε θα ξανακερδίσει το σύζυγό της είτε θα πεθάνει.
Μια κανονιά από το λιμάνι αναγγέλλει ότι κάποιο πλοίο ετοιμάζεται να δέσει. Ενθουσιασμένη στην όψη της σημαίας των ΗΠΑ, η Μπατερφλάι φορά το νυφικό φόρεμά της, δίνει εντολή να στολιστεί το σπίτι και ετοιμάζεται να απολαύσει τους καρπούς της τρίχρονης αφοσίωσής της.
Πράξη Γ'
Οι ώρες περνούν μα ο Πίκερτον είναι άφαντος. Το επόμενο πρωί, εξαντλημένη απ' την αγρύπνια της αναμονής, η Μπατερφλάι πέφτει για ύπνο. Λίγο αργότερα εμφανίζεται ο Πίκερτον μαζί με το Σάρπλες και μία άγνωστη γυναίκα: την Αμερικανίδα σύζυγό του (Κέητ). Τους υποδέχεται η Σουζούκι. Συντετριμμένος από την ανευθυνότητά του, ο Πίκερτον εξηγεί το σκοπό της επίσκεψής του: Τον βασάνιζαν φοβερές τύψεις για τη μοναξιά της Μπατερφλάι και ερχόταν για να την πιέσει να ξαναπαντρευτεί. Όταν έμαθε όμως για το παιδί απ' τον πρόξενο, αυτός κι η Κέητ αποφάσισαν να το πάρουν μαζί τους στην Αμερική. Ήρθαν λοιπόν για να το ζητήσουν.
Για ακόμα μία φορά, ο Πίκερτον δεν τολμά να δείξει υπευθυνότητα και φεύγει απ' το σπίτι, ρίχνοντας τη διευθέτηση του ζητήματος στους ώμους του Σάρπλες. Εν τω μεταξύ η Μπατερφλάι έχει ξυπνήσει απ' τις φωνές και βγαίνει στον κήπο, όπου βρίσκονται ο πρόξενος με την Κέητ. Δεν αργεί να καταλάβει τις προθέσεις τους. Απαιτεί τότε να της το ζητήσει ο ίδιος ο Πίκερτον σε μισή ώρα.
Η Μπατερφλάι μπαίνει ξανά στο σπίτι. Ψύχραιμα ξεκρεμά το σπαθί του πατέρα της και διαβάζει την επιγραφή στη λεπίδα: «Πεθαίνει με τιμή αυτός που δεν μπορεί να ζήσει με τιμή». Είναι προφανές ότι σκέφτεται την αυτοκτονία - η Σουζούκι προσπαθεί να την αποτρέψει, φέρνοντάς της τον Ντολόρε. Η Μπατερφλάι πιάνει το παιδί, το τοποθετεί πάνω σε μια ψάθα και του δίνει μια αμερικανική σημαιούλα για να παίξει. Μετά αποσύρεται και κάνει χαρακίρι. Ετοιμοθάνατη περπατά ως το γιο της και ξεψυχά δίπλα του, ενώ ακούγεται από μακριά ο Πίνκερτον (που έρχεται για να ζητήσει το παιδί) να την καλεί.
Η υπόθεση της Μαντάμα Μπατερφλάι δεν απέχει πολύ από τα συνήθη λαϊκά ρομάντζα. Διαθέτει όλες τις κοινοτοπίες που ως θεατρικό δεν της επέτρεψαν περισσότερο από πολύ σύντομη επιτυχία. Αυτό που τη διασώζει είναι η μουσική του Πουτσίνι, που με ιδιαίτερη προσοχή και όχι στερεότυπο τρόπο αποδίδει τις καταστάσεις και φωτίζει την προσωπικότητα της ηρωίδας. Δίχως να ξεφεύγει από τη λογική του βερισμού, με τις έντονες αντιπαραθέσεις και την αγάπη προς τη θεατρικότητα των λύσεων, η παρτιτούρα επιλέγει με μεγάλη προσοχή τον τρόπο με τον οποίο επενδύει την κάθε στιγμή: από την μαγευτική είσοδο της Μπατερφλάι και την σιωπή στο τέλος της όπερας όταν σε στιγμή μεγάλης έντασης η Σουζούκι καλεί τους προγόνους της, ως το ανάλαφρο βαλς που συνοδεύει την Μπατερφλάι όταν σερβίρει τσάι στον αμερικανό πρόξενο σκιαγραφώντας ταυτοχρόνως την αφέλεια της πρωταγωνίστριας και την καθημερινότητα της περίστασης.
Όμως, εκτός από την εύστοχη απόδοση προσώπων και καταστάσεων, η επιτυχία της παρτιτούρας βρίσκεται εξίσου στην λεπταίσθητη ενορχήστρωση, ενημερωμένη με τις κατακτήσεις Γάλλων συνθετών, όπως ο Ντεμπισύ και ο Ραβέλ. Είναι αυτή που δίνει στην όπερα τον ξεχωριστό της σφυγμό, την ιδιαίτερή της ζωή. Ο Πουτσίνι αξιοποίησε παραδοσιακές γιαπωνέζικες μελωδίες. Με τον τρόπο αυτό ο συνθέτης δεν εμπλούτισε απλώς τη μουσική του γλώσσα, αλλά μπόρεσε να αντιδιαστείλει με επιτυχία τον κόσμο της Ανατολής προς αυτόν της Δύσης. Πρόκειται για πάγια πρακτική του Πουτσίνι που στο πλαίσιο ενός μουσικού «ρεαλισμού» επιχειρεί να δώσει στην εκάστοτε όπερά του την κατάλληλη ατμόσφαιρα. Την ίδια λογική ακολούθησε ο Πουτσίνι και για την μουσική των αμερικάνικης καταγωγής χαρακτήρων. Αισθάνθηκε την ανάγκη ενός εμβληματικού θέματος που θα ξεχώριζε σαφώς ακόμα και από την δική του δυτική μουσική γραφή, κι επομένως θα ήταν ολότελα ξένο προς τον κόσμο της Μπατερφλάι. Έτσι, κατέληξε στο προφανές: τον εθνικό ύμνο των ΗΠΑ. Η επιλογή του δημιούργησε ποικίλες αντιδράσεις ως προς το επιτρεπτό της χρήσης ενός εθνικού ύμνου για τέτοιο σκοπό. Αντιστοίχως, πάντοτε με στόχο τον ρεαλισμό, εντάχθηκαν στο λιμπρέτο αρκετές αγγλικές λέξεις.
Είχα την τύχη να παρακολουθήσω την όπερα Μπατερφλάι δύο φορές στην Εθνική Λυρική Σκηνή, το 1990 και το 2005. Στο ρόλο της Μαντάμα Μπατερφλάι (Τσο -Τσο - Σαν), Μαρίνα Κρίλοβιτς και Μάρθα Αράπη, στο ρόλο του Πίνκερτον, Θάνος Πετράκης και Ζάχος Τερζάκης αντίστοιχα. Πρόκειται για μία από τις πλέον δημοφιλείς όπερες του λυρικού ρεπερτορίου, διάσημη για τις υπέροχες άριες, την πρόδηλα μελωδική μουσική, τη δραματική θεατρικότητά της αλλά και τις συμβολικές αναφορές της στον πολιτισμό της Ανατολής, που πάντα συγκινεί και προκαλεί έντονα συναισθήματα στους θεατές.