20/5/22

Β΄ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ

 Ο Β΄ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ

Για ποιο λόγο οι κυβερνήσεις Γαλλίας και της Βρετανίας υιοθέτησαν την πολιτική κατευνασμού;

Το κρίσιμο ερώτημα που απασχόλησε γενιές ιστορικών μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν γιατί η Γαλλία και η Βρετανία παρέμειναν αδρανείς - σαν να μην μπορούσαν να υπερασπίσουν το status quo που δημιούργησαν το 1919 - και επέμειναν στην πολιτική κατευνασμού της γερμανικής επιθετικότητας, ακόμα και όταν τα χιτλερικά στρατεύματα έσβηναν την Τσεχοσλοβακία από τον χάρτη την άνοιξη του 1939. Οι Γάλλοι και οι Βρετανοί που μια εικοσαετία πριν είχαν βιώσει τη φρίκη του πολέμου των χαρακωμάτων δε διανοούνταν ότι θα βίωναν πάλι μια ανάλογη τραγωδία. Οι μνήμες του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου ήταν ακόμα νωπές και οι πληγές δεν είχαν επουλωθεί. Συνεπώς την κοινή γνώμη στη Δυτική Ευρώπη την ενδιέφερε περισσότερο η ειρήνη από ό,τι η εδαφική ακεραιότητα ενός νεοσύστατου κράτους στην Ανατολική Ευρώπη, όπως η Τσεχοσλοβακία. Εξάλλου οι δύο χώρες δεν μπορούσαν να αντέξουν το οικονομικό βάρος ενός νέου μεγάλου πολέμου, ενώ αντιμετώπιζαν σοβαρά προβλήματα και στις αποικίες τους.

Υπήρχαν όμως και οι ελπίδες των κυρίαρχων στρωμάτων ότι ο Χίτλερ θα στρεφόταν εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης και θα κατάφερνε ένα ισχυρό πλήγμα στον κομμουνισμό. Έτσι η ναζιστική Γερμανία και η σταλινική Ρωσία θα αποδυναμώνονταν χωρίς την εμπλοκή των δυτικών δυνάμεων.

 Ποια γεγονότα άλλαξαν την στάση των Μεγάλων Δυνάμεων απέναντι στον Χίτλερ;

Οι προθέσεις του Χίτλερ φάνηκαν καθαρά στην τσεχοσλοβακική κρίση του Σεπτεμβρίου του 1938. Τον Σεπτέμβριο του 1938 ο Χίτλερ σύναψε τη Συμφωνία του Μονάχου με τους πρωθυπουργούς της Βρετανίας Τσάμπερλαιν και της Γαλλίας Νταλαντιέ. Αργότερα με την συγκατάθεση της Βρετανίας και της Γαλλίας κατέλαβε τη Σουδητία (βόρεια και δυτική Τσεχοσλοβακία), περιοχή όπου περισσότερο από το 50% του πληθυσμού ήταν γερμανόφωνοι. Εκμεταλλεύθηκε τις εσωτερικές δυσκολίες της πολυεθνικής Τσεχοσλοβακίας και ζήτησε από τον γέρο πρόεδρο της χώρας Χάχα να παραδώσει τη χώρα του στη Γερμανία και να ενδώσει στα αιτήματα των Σλοβάκων αυτονομιστών. Πράγματι στα μέσα Μαρτίου του 1939 τα γερμανικά στρατεύματα κατέλαβαν την Πράγα χωρίς αντίσταση καταλύοντας το μόλις 20 ετών τσεχοσλοβακικό κράτος. Η Σλοβακία κέρδισε την «ανεξαρτησία» της και μετατράπηκε σε γερμανικό δορυφόρο, ενώ ιδρύθηκε το «Προτεκτοράτο Βοημίας-Μοραβίας» με φιλογερμανική διοίκηση. Η Ουγγαρία προσάρτησε την υποκαρπαθική Ρουθηνία, με την συγκατάθεση του Χίτλερ. Στις 22 Μαρτίου η Λιθουανία παραχώρησε στη Γερμανία το στρατηγικό λιμάνι του Μέμελ στη Βαλτική θάλασσα.

Οι ενέργειες του Χίτλερ θορύβησαν τους Βρετανούς και τους Γάλλους, οι οποίοι αποφάσισαν να εγκαταλείψουν την ουδετερότητά τους προσφέροντας εγγύηση βοήθειας σε κράτη που απειλούνταν από τις δυνάμεις του Άξονα, όπως η Ελλάδα, η Πολωνία και η Ρουμανία.

                          Το Σύμφωνο Ρίμπεντροπ - Μολότωφ

Οι Σοβιετικοί προσπάθησαν μάταια να συνάψουν συμμαχία με τη Γαλλία και τη Βρετανία, προκειμένου να αντιμετωπίσουν από κοινού τον γερμανικό επεκτατισμό. Έτσι υπέγραψαν το σύμφωνο μη επιθέσεως με τη Γερμανία στις 23 Αυγούστου 1939, το πολυσυζητημένο Σύμφωνο Ρίμπεντροπ-Μολότωφ (από τα ονόματα των υπουργών Εξωτερικών των δυο χωρών), το οποίο ξάφνιασε και απογοήτευσε πολλούς στην υπόλοιπη Ευρώπη. Περιλάμβανε μυστικούς όρους που προέβλεπαν διχοτόμηση της Πολωνίας ανάμεσα στις δύο χώρες και αναγνώριζε τα δικαιώματα της Σοβιετικής Ένωσης στη Φινλανδία, στη Λετονία, στην Εσθονία και στη ρουμανική τότε Βεσαραβία.

                        Η αφορμή για τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο

Την πρώτη Σεπτεμβρίου 1939 τα γερμανικά στρατεύματα εισέβαλαν στην Πολωνία εφαρμόζοντας την τακτική του «κεραυνοβόλου πολέμου» (Blitzkrieg), μια τακτική που βασιζόταν στον αιφνιδιασμό και τη μαζική εμπλοκή τεθωρακισμένων και πολεμικής αεροπορίας. Δύο μέρες μετά την εισβολή στην Πολωνία το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γαλλία κήρυξαν τον πόλεμο στη Γερμανία, η οποία μέχρι το καλοκαίρι του 1941 είχε θέσει σχεδόν ολόκληρη την ευρωπαϊκή ήπειρο κάτω από τον έλεγχο της. Μέχρι τα τέλη Σεπτεμβρίου 1939 η Πολωνία είχε καταληφθεί από τα γερμανικά και τα σοβιετικά στρατεύματα, σύμφωνα με το γερμανο-σοβιετικό σύμφωνο.

Πολεμικές επιχειρήσεις των πρώτων χρόνων του πολέμου

Οι Βρετανοί και Γάλλοι κήρυξαν τον πόλεμο τον πόλεμο στον Χίτλερ το Σεπτέμβριο του 1939 χωρίς όμως να προβούν σε επιθετικές ενέργειες. Ο Χίτλερ έχοντας πειστεί ότι τελικά οι Δυτικοί δεν θα τολμούσαν να αντιπαρατεθούν μαζί του, υιοθέτησε παρελκυστική πολιτική, για να καταστρώσει τα νέα επιθετικά σχέδια του για τη Βόρεια και Δυτική Ευρώπη. Για οκτώ μήνες επικράτησε μια περίεργη κατάσταση εμπόλεμης ειρήνης στα γαλλογερμανικά σύνορα, η οποία ονομάστηκε «ψευτοπόλεμος». Όμως την άνοιξη του 1940 ξεκίνησε ο κεραυνοβόλος πόλεμος του Χίτλερ. Με αστραπιαίες ενέργειες η Βέρμαχτ (γερμανικός στρατός) κατέλαβε τη Δανία, τη Νορβηγία, την Ολλανδία, το Βέλγιο και αυτήν ακόμα τη Γαλλία. Στις 14 Ιουνίου 1940 καταλήφθηκε το Παρίσι και λίγες μέρες αργότερα ο γηραιός στρατάρχης Πεταίν συνθηκολόγησε με τη Γερμανία. Η μόνη χώρα που άντεξε στη γερμανική επίθεση και σήκωσε στην αρχή το βάρος του αντιφασιστικού αγώνα ήταν η Βρετανία. Με ηγέτη τον πρωθυπουργό Ουίνστον Τσώρτσιλ, επικεφαλής κυβέρνησης εθνικής ενότητας, οι Βρετανοί άντεξαν τους σφοδρούς βομβαρδισμούς που εξαπέλυσε η γερμανική αεροπορία από τον Αύγουστο του 1940, ώστε να προετοιμάσει το έδαφος για την απόβαση του γερμανικού στρατού στα βρετανικά παράλια. Ήδη τον Οκτώβριο οι επιτελείς του Χίτλερ είχαν εγκαταλείψει τα σχέδια της απόβασης.

Την ίδια περίοδο με τους βομβαρδισμούς της Αγγλίας και τις αερομαχίες στη θάλασσα της Μάγχης, ο Χίτλερ προχωρούσε στην υλοποίηση του βαλκανικού σχεδίου του, πριν εξαπολύσει την τεράστια γερμανική επίθεση στη Σοβιετική Ένωση. Η Ρουμανία και η Γιουγκοσλαβία, συμμαχικές δυνάμεις της Γαλλίας στα Βαλκάνια κατά τη μεσοπολεμική περίοδο, έπρεπε να χτυπηθούν. Τον Οκτώβριο του 1940 η Ρουμανία καταλήφθηκε και αναγκάστηκε να εκχωρήσει τις κτήσεις της από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στις γειτονικές της χώρες και συμμάχους της Γερμανίας, Ουγγαρία και Βουλγαρία. Ωστόσο τα γερμανικά σχέδια καθυστέρησαν λόγω των γεγονότων στην Ιταλία. Ο Μουσολίνι κήρυξε αιφνιδιαστικά τον πόλεμο στην Ελλάδα στις 28 Οκτωβρίου χωρίς να έχει ενημερώσει τον Χίτλερ και υπέστη ταπεινωτική ήττα από τον ελληνικό στρατό στα βουνά της Ηπείρου. Ήταν η πρώτη ήττα που υπέστησαν στην ηπειρωτική Ευρώπη οι δυνάμεις του Άξονα. Οι χιτλερικές δυνάμεις αφού κατέκτησαν τη Γιουγκοσλαβία, έκαμψαν την απεγνωσμένη αντίσταση του ελληνικού στρατού στη Μακεδονία και κατέλαβαν την Ελλάδα. Με εξαίρεση τις χώρες που είχαν παραμείνει ουδέτερες (Ελβετία, Σουηδία, Ισπανία και Πορτογαλία) και τη Σοβιετική Ένωση, όλες οι χώρες της ηπειρωτικής Ευρώπης είχαν κατακτηθεί από ή συμμαχήσει με τη ναζιστική Γερμανία και τη φασιστική Ιταλία. Έτσι ο Χίτλερ ξεκινά την επίθεση στη Σοβιετική Ένωση. Στις 22 Ιουνίου 1941 ξεκίνησε η «επιχείρηση Μπαρμπαρόσα». Περισσότερες από διακόσιες γερμανικές και σαράντα συμμαχικές μεραρχίες, τέσσερα εκατομμύρια άνδρες, 3.300 τανκς και 5.000 αεροσκάφη άρχισαν τον μεγαλύτερο χερσαίο πόλεμο στην ιστορία. Τα χιτλερικά στρατεύματα σημείωσαν μεγάλες επιτυχίες τους πρώτους μήνες εφαρμόζοντας την τακτική του κεραυνοβόλου πολέμου. Πολιόρκησαν το Λένινγκραντ (σημερινή Πετρούπολη) και έφτασαν σε απόσταση 100 χιλιομέτρων από τη Μόσχα. Όμως α) η σθεναρή αντίσταση των Σοβιετικών, β) η τακτική της καμένης γης στις περιοχές που εγκατέλειπαν, γ) οι δολιοφθορές των παρτιζάνων, δ) οι δυσκολίες ανεφοδιασμού σε καύσιμα των γερμανικών τεθωρακισμένων και ε) ο βαρύς ρωσικός χειμώνας καθήλωσαν τις γερμανικές δυνάμεις.

Τον Δεκέμβριο του 1941 οι Σοβιετικοί κατόρθωσαν να απωθήσουν τους Γερμανούς από την πρωτεύουσα τους. Ήταν η πρώτη μεγάλη αποτυχία του γερμανικού στρατού. Την άνοιξη του 1942 η Βέρμαχτ κατευθύνθηκε στις πετρελαιοπηγές του Καυκάσου και του Στάλινγκραντ. Τον Αύγουστο άρχισε η μεγαλύτερη μάχη όλων των εποχών, η μάχη του Στάλινγκραντ, που διήρκεσε μέχρι τον Φεβρουάριο του 1943 και έληξε με την παράδοση των χιτλερικών στρατευμάτων. Ήταν η πρώτη μεγάλη και αποφασιστικής σημασίας ήττα του γερμανικού στρατού και αποτέλεσε σημείο καμπής για την έκβαση του πολέμου.

                  Η πολιτική των δυνάμεων κατοχής

Μέχρι τα τέλη του 1942 είχε ολοκληρωθεί η αναδιοργάνωση της Ευρώπης με βάση τα γερμανικά συμφέροντα. Στο κέντρο της ηπείρου είχε δημιουργηθεί η Μεγάλη Γερμανία των 100 εκατομμυρίων κατοίκων με την προσάρτηση στο Τρίτο Ράιχ όλων των περιοχών όπου ζούσαν γερμανόφωνοι. Σύμφωνα με το ναζιστικό πολιτικό σχήμα, τον «ζωτικό χώρο» των «φυλετικά ανώτερων Γερμανών» αποτελούσαν τα προτεκτοράτα της Βοημίας-Μοραβίας, της Πολωνίας και της Ουκρανίας. Οι κάτοικοι αυτών των χωρών, προπάντων της Πολωνίας και της Ουκρανίας, αντιμετωπίστηκαν με τον χειρότερο τρόπο. Σε οκτώ εκατομμύρια ανέρχονται οι εργάτες από σλαβικές χώρες που μεταφέρθηκαν στη Γερμανία για καταναγκαστική εργασία, ενώ πραγματοποιήθηκαν πολλές ομαδικές σφαγές στις χώρες της Ανατολικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Η σκληρή διοίκηση και η βίαιη αντιμετώπιση των γηγενών, έστρεψαν το μεγαλύτερο μέρος των κατοίκων αυτών των χωρών εναντίον των γερμανικών κατοχικών δυνάμεων. Καλύτερη αντιμετώπιση είχαν οι φυλετικά συγγενείς με τους Γερμανούς Βορειοευρωπαίοι και Δυτικοευρωπαίοι, όπως οι Σκανδιναβοί, οι Ολλανδοί, οι Φλαμανδοί και οι Γάλλοι.

Οι ναζί λεηλατούσαν τις χώρες που καταλάμβαναν. Η δέσμευση πρώτων υλών για τη βιομηχανία, καθώς και μεγάλου τμήματος της αγροτικής και βιομηχανικής παραγωγής των κατεχόμενων χωρών καταδίκαζε τη συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών στην ένδεια και την εξαθλίωση, κυρίως σε τμήματα της Ανατολικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Η πείνα συχνά έπαιρνε ακραίες μορφές, όπως στην Αθήνα τον χειμώνα 1941-1942, όταν καθημερινά στον δρόμο σωριάζονταν άνθρωποι νεκροί από την πείνα.

Τα Ες Ες με τη βοήθεια της Βερμαχτ και της Γκεστάπο καταδίωξαν άγρια τους αντίπαλους του ναζιστικού καθεστώτος και των κατοχικών δυνάμεων. Από τις αρχές του 1942 οι ναζί προχώρησαν στην εφαρμογή αυτού που αποκαλούσαν «τελική λύση», δηλαδή στην οριστική εξόντωση των Εβραίων όλης της Ευρώπης σε ειδικά στρατόπεδα συγκέντρωσης στην Πολωνία, στη Βοημία, στην Αυστρία και στη Γερμανία. Τα παιδιά και οι ανήμποροι δολοφονούνταν σε θαλάμους αερίων και στη συνέχεια τα πτώματα τους καίγονταν σε ειδικούς φούρνους, ενώ οι ικανοί προς εργασία δεν άντεχαν συνήθως τις απάνθρωπες και κτηνώδεις συνθήκες κράτησης τους.

Στις περισσότερες χώρες που κατέκτησε ο Χίτλερ εγκαθιδρύθηκαν κυβερνήσεις που συνεργάστηκαν στενά με τις δυνάμεις κατοχής. Ορισμένες απ' αυτές επέδειξαν ιδιαίτερο ζήλο στην υιοθέτηση ναζιστικών πρακτικών.

Πώς αντιμετωπίστηκε η ναζιστική κατοχή;

Η ένοπλη αντίσταση κατά των δυνάμεων κατοχής αναπτύχθηκε κατά κανόνα σε ορεινές περιοχές, μακριά από τις βάσεις γερμανικών στρατευμάτων. Η αντίσταση αναπτύχθηκε με τη μορφή αντάρτικων (παρτιζάνικων) κινημάτων κυρίως στη Σοβιετική Ένωση, στην Πολωνία, στη Γιουγκοσλαβία, στην Ελλάδα, εν μέρει στην Ιταλία μετά την πτώση του Μουσολίνι και στη Γαλλία. Οι αντάρτες κατάφεραν σημαντικά πλήγματα στον στρατό κατοχής και κράτησαν ψηλά το πατριωτικό φρόνημα των υποδούλων λαών. Αντιστασιακή δράση «ήπιας μορφής» ανέπτυξαν και οι εξόριστες κυβερνήσεις κατεχόμενων χωρών που είχαν καταφύγει στο Λονδίνο, όπως οι κυβερνήσεις του Βελγίου, της Ολλανδίας, της Τσεχοσλοβακίας και της Πολωνίας. Στις πεδινές περιοχές και στα αστικά κέντρα, όπου οι επιχειρήσεις των ένοπλων αντιστασιακών τμημάτων ήταν ανέφικτες, σημειώνονταν αρκετές πράξεις δολιοφθοράς (σαμποτάζ) κατά των κατοχικών δυνάμεων. Τα μεγαλύτερα αντιστασιακά κινήματα έκλιναν προς τα αριστερά υιοθετώντας αιτήματα κοινωνικής αλλαγής, γεγονός που ανησύχησε συντηρητικούς και αστούς σε πολλές χώρες. Η αντίσταση και η πατριωτική στάση των κομμουνιστών ανέβασε κατακόρυφα την πολιτική επιρροή των ευρωπαϊκών κομμουνιστικών κομμάτων. Η γενναιότητα, η αυταπάρνηση και ο μεγάλος αριθμός θυμάτων στον αγώνα κατά του φασισμού συνέβαλε στην τεράστια απήχηση του κομμουνιστικού λόγου στη νεολαία και στους διανοουμένους.

                                 Το τέλος του πολέμου

Η επίθεση των ιαπωνικών αεροπλάνων στη βάση του αμερικάνικου στόλου στο λιμάνι του Περλ Χάρμπορ (στη νήσο Χαβάη του Ειρηνικού Ωκεανού) τον Δεκέμβριο του 1941 μετέτρεψε τον πόλεμο σε παγκόσμια σύρραξη. Οι ΗΠΑ κήρυξαν τον πόλεμο στην Ιαπωνία και ο Χίτλερ, διαπράττοντας ολέθριο σφάλμα, κήρυξε τον πόλεμο στις ΗΠΑ λόγω της συμμαχίας της με την Ιαπωνία. Η συμμαχία που συνήψαν στις αρχές του 1942 οι ΗΠΑ, η Κίνα, η Βρετανία, η Σοβιετική Ένωση και πολλές μικρότερες χώρες στη βάση του λεγόμενου «Χάρτη του Ατλαντικού» αποδείχτηκε ισχυρότερη από τις δυνάμεις του Άξονα και έθεσε τις βάσεις για τη μεταπολεμική πορεία του κόσμου. Η βιομηχανική ισχύς και οι ανεξάντλητοι οικονομικοί πόροι των ΗΠΑ, η αποικιακή αυτοκρατορία των Βρετανών και οι τεράστιες εφεδρείες σε έμψυχο υλικό της Σοβιετικής Ένωσης συνέβαλαν αποφασιστικά, στη μεταστροφή του πολέμου και στην οριστική ήττα της Γερμανίας και της Ιαπωνίας το 1945. Από το φθινόπωρο του 1942 μέχρι το καλοκαίρι του 1943 οι σύμμαχοι πέρασαν στην αντεπίθεση και προετοίμασαν το έδαφος για τις νίκες του 1944-1945.

Με μια συνδυασμένη αντεπίθεση των βρετανικών δυνάμεων από την Αίγυπτο και των αμερικανικών από το Μαρόκο, τα γερμανικά στρατεύματα απωθήθηκαν από τη Βόρεια Αφρική ανοίγοντας έτσι το δρόμο για τη συμμαχική απόβαση στη Σικελία και στη Νότια Ιταλία. Τον Σεπτέμβριο του 1943 η Νάπολη έπεσε στα χεριά των συμμάχων, το καθεστώς του Μουσολίνι κατέρρευσε και η νέα ιταλική κυβέρνηση συνθηκολόγησε με τους συμμάχους περνώντας στο συμμαχικό στρατόπεδο και κηρύσσοντας τον πόλεμο στη Γερμανία τον Οκτώβριο του 1943. Η Ιταλία, διχασμένη πολιτικά και στρατιωτικά έγινε θέατρο άγριων πολεμικών συγκρούσεων, αλλά και εμφύλιας αντιπαράθεσης. Τον Ιούνιο 1944 η Ρώμη απελευθερώθηκε από τους συμμάχους, οι οποίοι ένα χρόνο αργότερα προήλαυναν νικητές στη γερμανοκρατούμενη βόρεια Ιταλία. Η επικράτηση μέχρι τα τέλη του 1942 των Αμερικανών επί των Γιαπωνέζων στη μάχη του Ειρηνικού και η ήττα του γερμανικού στόλου και των υποβρυχίων στον Ατλαντικό Ωκεανό διασφάλισαν τη ναυτική ηγεμονία των συμμαχικών δυνάμεων. Αποφασίζεται απόβαση στη Νορμανδία από τον Αμερικανό πρόεδρο Ρούσβελτ και το Βρετανό πρωθυπουργό Τσώρτσιλ, η οποία πραγματοποιήθηκε τον Ιούνιο του 1944 και αποτέλεσε τη μεγαλύτερη αποβατική επιχείρηση όλων των εποχών. Η αντίστροφη μέτρηση για τη στρατιωτική συντριβή και την κατάληψη της Γερμανίας είχε αρχίσει.

Τον Αύγουστο 1944 απελευθερώθηκε το Παρίσι και μέχρι τα τέλη Νοεμβρίου ολόκληρη η Γαλλία. Την ίδια εποχή τα σοβιετικά στρατεύματα καταλάμβαναν τη μια μετά την άλλη τις χώρες της Ανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης. Στις 13 Απριλίου 1945 οι Σοβιετικοί κατέλαβαν τη Βιέννη και στις 2 Μαΐου του ίδιου χρόνου - δυο μέρες μετά την αυτοκτονία του Χίτλερ - το Βερολίνο, ύστερα από λυσσαλέες οδομαχίες ενάντια σε έφηβους και γέρους που είχαν αναγκαστικά στρατολογηθεί από τους ναζί την ύστατη ώρα. Στις 7 και 8 Μαΐου οι Γερμανοί συνθηκολόγησαν με τους Δυτικούς και τους Σοβιετικούς αντίστοιχα. Τρεις μήνες αργότερα η Ιαπωνία συνθηκολόγησε (14 Αυγούστου 1945) αφού οι Αμερικανοί έριξαν ατομικές βόμβες στη Χιροσίμα και στο Ναγκασάκι.

                                   Η συνθήκη της Γιάλτας

Οι ηγέτες των τριών Μεγάλων Δυνάμεων του συμμαχικού στρατοπέδου, της ΕΣΣΔ, των ΗΠΑ και της Βρετανίας, τον Φεβρουάριο του 1945 συναντήθηκαν στη Γιάλτα της Κριμαίας και αποφάσισαν για την τύχη της ηττημένης Γερμανίας. Έθεσαν τις βάσεις του διπολισμού, ο οποίος σφράγισε τις τύχες των λαών της Ευρώπης μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1990 και σε μεγάλο βαθμό τις επηρεάζει μέχρι σήμερα. Οι Δυτικοί δέχτηκαν την υπαγωγή της Βουλγαρίας, της Ρουμανίας, της Πολωνίας, της Ουγγαρίας και μέρους της Γερμανίας στη σοβιετική σφαίρα επιρροής και εξασφάλισαν τη δέσμευση των Σοβιετικών για αναδιοργάνωση της προσωρινής και ελεγχόμενης από τους Σοβιετικούς πολωνικής κυβέρνησης με τη συμμετοχή και μη κομμουνιστών πολιτικών. Το ίδιο απαίτησαν και στην περίπτωση της Γιουγκοσλαβίας. Ο Τσώρτσιλ σε κατ’ ιδίαν συνάντησή του με τον Στάλιν τον Οκτώβριο του 1944 απαίτησε επίμονα να ελέγχεται η Γιουγκοσλαβία από τους Δυτικούς και τους Σοβιετικούς μαζί και η Ελλάδα να παραμείνει στη βρετανική σφαίρα επιρροής. Σύμφωνα με τη Συνθήκη της Γιάλτας (Φεβρουάριος 1945) και τη Συνθήκη του Πότσνταμ (Ιούλιος 1945):

α) η Γερμανία παραδιδόταν άνευ όρων και καταστρεφόταν ολοκληρωτικά η στρατιωτική ισχύς της.

β) Η Γερμανία χωριζόταν σε τέσσερις ζώνες συμμαχικής διοίκησης (αμερικανικής, βρετανικής, γαλλικής και σοβιετικής).

γ) Η Σοβιετική Ένωση αποκτούσε εδάφη της ανατολικής Πολωνίας, η Πολωνία ως αντάλλαγμα αποσπούσε εδάφη στα βόρεια και στα δυτικά σε βάρος της Γερμανίας, ενώ προβλεπόταν και η διανομή της ανατολικής Πρωσίας ανάμεσα στη Σοβιετική Ένωση και στην Πολωνία.

δ) Επρόκειτο να ιδρυθεί ένας Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών, με σκοπό τη διατήρηση της παγκόσμιας ειρήνης.

Η Σοβιετική Ένωση διατήρησε την κατοχή των βαλτικών χωρών ενώ απέσπασε εδάφη από την Τσεχοσλοβακία, τη Ρουμανία και τη Φινλανδία.

Στην υπόλοιπη Ευρώπη διατηρήθηκε το προπολεμικό συνοριακό καθεστώς, με ελάχιστες εξαιρέσεις:

  •  η Ιταλία παραχώρησε την περιοχή της Ιστρίας και μέρος του Βένετο στη Γιουγκοσλαβία,
  • τα Δωδεκάνησα στην Ελλάδα το 1947,
  •  η Ρουμανία και η Ουγγαρία επέστρεψαν στην Τσεχοσλοβακία τα εδάφη που είχαν καταλάβει το 1939.

Τον Νοέμβριο του 1945 άρχισε στη Νυρεμβέργη, η ομώνυμη δίκη κορυφαίων ναζιστών για τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας που διέπραξαν στη διάρκεια του πολέμου. Στις 26 Ιουνίου 1945 εγκρίθηκε ο ιδρυτικός χάρτης του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών με κυριότερα όργανά του τη Γενική Συνέλευση, το Συμβούλιο Ασφαλείας, τη Γραμματεία και το Διεθνές Δικαστήριο. Παρά τις διακηρύξεις για ισότιμη εκπροσώπηση των χωρών, την πρωταρχική ευθύνη για τη διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας είχε το Συμβούλιο Ασφαλείας, το οποίο ελεγχόταν από τα πέντε μόνιμα μέλη του: τις ΗΠΑ, τη Σοβιετική Ένωση, τη Βρετανία, τη Γαλλία και την Κίνα (τους νικητές του πολέμου). Το δικαίωμα αρνησικυρίας (βέτο) κάθε μόνιμου μέλους μείωνε σημαντικά τις δυνατότητες επέμβασης του ΟΗΕ, με συνέπεια ο ΟΗΕ να καταστεί όργανο εξυπηρέτησης των συμφερόντων των Μεγάλων Δυνάμεων.

Οι σημαντικότερες συνέπειες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου

Το τέλος του Β' Παγκόσμιου Πολέμου βρήκε την Ευρώπη κατεστραμμένη, εξαθλιωμένη, ανίσχυρη και εξαρτημένη. Εκατομμύρια Ευρωπαίοι είχαν χάσει τη ζωή τους, δεκάδες εκατομμύρια ανθρώπων ζούσαν αντιμέτωποι με το φάσμα της πείνας, με την έλλειψη στέγης και με την προσφυγιά. Ακόμα και στο τέλος του πολέμου ήταν δύσκολο να συνειδητοποιήσει κάποιος τι είχε συμβεί πραγματικά. Προελαύνοντας στην Ευρώπη (προπάντων στη Γερμανία, στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη) τα συμμαχικά στρατεύματα αποκάλυπταν τη φρίκη και τις θηριωδίες των ναζί: τους εργάτες που είχαν επιστρατευτεί αναγκαστικά από τις κατεχόμενες χώρες, τα θύματα των βασανιστηρίων της Γκεστάπο, τους τόπους εκτελέσεων και ομαδικού μαρτυρίου των αντιστασιακών και του άμαχου πληθυσμού, πάνω απ΄όλα τα στρατόπεδα συγκεντρώσεως και το ολοκαύτωμα των Εβραίων, καθώς και την εξόντωση των τσιγγάνων, των ομοφυλόφιλων και των διανοητικά καθυστερημένων. Μέσα σε διάστημα τριών ετών περισσότεροι από έξι εκατομμύρια Εβραίοι είχαν εξολοθρευτεί. Οι θάλαμοι αερίων, τα κρεματόρια, οι εκτελέσεις, η απάνθρωπη και εξαντλητική εργασία σε καταναγκαστικά έργα, ο υποσιτισμός, η παγωνιά και οι ασθένειες αποδεκάτισαν τους Εβραίους της Πολωνίας (τρία εκατομμύρια θύματα), της Σοβιετικής ένωσης (δύο εκατομμύρια θύματα), της Γερμανίας, της Τσεχοσλοβακίας και της Αυστρίας, της Ελλάδας, της Γιουγκοσλαβίας, της Ολλανδίας και της Γαλλίας.

Σήμανε την πολιτική και στρατιωτική περιθωριοποίηση της Ευρώπης, την οικονομική αποδυνάμωσή της, την απαρχή της κηδεμονίας της. Εξαίρεση αποτέλεσαν οι ευρωπαϊκές επαρχίες της Σοβιετικής Ένωσης, χώρας ευρασιατικής που μοιράστηκε με τις Ηνωμένες Πολιτείες την παγκόσμια στρατιωτική και πολιτική ηγεμονία. Η οικονομική ηγεμονία ανήκε αναμφισβήτητα στις ΗΠΑ που μαζί με τη Σοβιετική Ένωση ανέλαβαν την κηδεμονία της διαιρεμένης και διπολικής πλέον Ευρώπης. Οι χώρες της Δυτικής, της Βόρειας και της Νότιας Ευρώπης προσδέθηκαν στο άρμα της Αμερικής, ενώ οι χώρες της Ανατολικής Ευρώπης πέρασαν στη σοβιετική σφαίρα επιρροής. Η εξασθένηση των χωρών της Ευρώπης ενίσχυσε τον αντιαποικιακό αγώνα στην Αφρική και στην Ασία και άνοιξε το δρόμο για την κατάλυση των ευρωπαϊκών αποικιακών αυτοκρατοριών. Η ρήψη της πρώτης ατομικής βόμβας στην Ιαπωνία από τους Αμερικανούς τον Αύγουστο του 1945 άνοιγε μια νέα σελίδα τρόμου για το μέλλον της ανθρωπότητας.