30/5/22

Νέοι της Σιδώνος, 1970 ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

 

Νέοι της Σιδώνος, 1970  ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

Νέοι της Σιδώνος, 400 μ.Χ.  Κ.Π.ΚΑΒΑΦΗΣ

 

Ο Μανόλης Αναγνωστάκης (Θεσσαλονίκη, 9 Μαρτίου 1925 – Αθήνα, 23 Ιουνίου 2005) ήταν Έλληνας ποιητής της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς. Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη όπου σπούδασε ιατρική. Αδελφή του ήταν η θεατρική συγγραφέας Λούλα Αναγνωστάκη. Το 1986 του απονεμήθηκε το Α΄ Βραβείο ποίησης για το έργο του «Τα Ποιήματα 1941-1971» και το 2002 το Μεγάλο Βραβείο Λογοτεχνίας από τα Κρατικά Λογοτεχνικά Βραβεία, ενώ το 1997 ανακηρύχθηκε επίτιμος διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Δεν γίνεται να μιλήσεις για τον Μανόλη Αναγνωστάκη τον ποιητή χωρίς να μιλήσεις για τον Μανόλη Αναγνωστάκη τον αγωνιστή. Και ο Αναγνωστάκης, αγωνίστηκε για την πίστη του, για την αλήθεια του, για την πατρίδα του, για την τιμή του. Επομένως, δεν γίνεται να μιλήσει κανείς για το ποιητικό του έργο ξεχωριστά από το πολιτικό του έργο. Γιατί αυτές οι δύο είναι οι «ζωτικές αφετηρίες» που καθόρισαν και το ένα και το άλλο. Είναι ο ποιητής που έταξε την ποίησή του στην υπηρεσία της πατρίδας και τα πάθη του οποίου εκπορεύονται από της πατρίδας τα πάθη. Επομένως, ο Αναγνωστάκης δεν ανήκει σ’ αυτούς που κλεισμένοι στον ελεφάντινο πύργο τους δημιουργούσαν ερήμην της κοινωνίας. Δεν μπορούσε να βάλει τη ζωή του στην άκρη και να συνθέτει ποιήματα μέσα στη γυάλα του. Αντιθέτως, με την ιστορία της νεότερης Ελλάδας όλη στην πλάτη του, μόνο όπως εκφράστηκε θα μπορούσε να εκφραστεί. Απαισιόδοξα, αμφισβητητικά, ειρωνικά, κριτικά, επιθετικά. Ποιον έχει ανάγκη αυτός που αναμετρήθηκε με το χάρο και ποιον θα φοβηθεί. Αντιθέτως, χωρίς να φοβάται κανέναν βγαίνει προς τα έξω με το στίχο στο χέρι σαν όπλο. Γιατρός ακτινολόγος στο επάγγελμα, φυσικό ήταν να ακτινογραφήσει και την εποχή του και την ποίηση.

Ο Αναγνωστάκης ανήκει σ’ αυτούς που λένε ξεκάθαρα τη γνώμη τους. Η ποίησή του μοιάζει να μας λέει «Έχουμε πόλεμο και εγώ θα πολεμήσω». Δεν τον απασχολούν προσωπικά υπαρξιακά αδιέξοδα, παρά μόνο αν σχετίζονται με την πατρίδα που καίγεται και υποφέρει. Τα προσωπικά σε τέτοιες ώρες είναι πολυτέλεια.

Νέοι της Σιδώνος, 1970

Κανονικά δεν πρέπει να 'χουμε παράπονο
Καλή κι εγκάρδια η συντροφιά σας, όλο νιάτα,
Κορίτσια δροσερά - αρτιμελή αγόρια
Γεμάτα πάθος κι έρωτα για τη ζωή και για τη δράση.
Καλά, με νόημα και ζουμί και τα τραγούδια σας
Τόσο, μα τόσο ανθρώπινα, συγκινημένα,
Για τα παιδάκια που πεθαίνουν σ' άλλην ήπειρο
Για ήρωες που σκοτώθηκαν σ ́ άλλα χρόνια,
Για επαναστάτες Μαύρους, Πράσινους, Κιτρινωπούς,
Για τον καημό του γένει πάσχοντος Ανθρώπου.
Ιδιαιτέρως σας τιμά τούτη η συμμετοχή
Στην προβληματική και στους αγώνες του καιρού μας
Δίνετε ένα άμεσο παρόν και δραστικό - κατόπιν τούτου
Νομίζω δικαιούστε με το παραπάνω
Δυο δυο, τρεις τρεις, να παίξετε, να ερωτευθείτε,
Και να ξεσκάσετε, αδελφέ, μετά από τόση κούραση.
(Μας γέρασαν προώρως, Γιώργο, το κατάλαβες;)

     Μανόλης Αναγνωστάκης

Μήνυμα του ποιήματος:  Ο ποιητής στρέφεται εναντίον των νέων που εκφράζουν τα ανθρωπιστικά ιδανικά με επαναστατικά τραγούδια, αντί να αγωνίζονται δυναμικά κατά της δικτατορίας. Κατά τη γνώμη του, η θεωρία χωρίς την πράξη δεν έχει καμιά αξία˙  η διαμαρτυρία για τα κακώς κείμενα δεν αρκεί, αν δε συνοδεύεται από αγώνα˙ η απουσία δράσης είναι συνενοχή.

Σχολιασμός τίτλου: Παραπέμπει στο ποίημα του Κ. Καβάφη “Νέοι της Σιδώνος 400 μ. Χ.. Ακόμη και ο χρονοδείκτης (...)

Ανάλυση
1η ενότητα
: Η εγκαρδιότητα των νέων που απαρτίζουν την ομήγυρη, στην οποία βρίσκεται και ο ποιητής θα έπρεπε κανονικά να τον ευχαριστεί. Ωστόσο, η δυσκολία των συνθηκών (δικτατορία) και η συνειδητοποίηση πως τα παιδιά αυτά φαινομενικά μόνο δείχνουν πάθος για έρωτα και ζωή - ενώ δεν έχουν καμία διάθεση να αντιδράσουν δυναμικά - τον απογοητεύουν. (Το ηλικιακό χάσμα ανάμεσα στον ποιητή και τα παιδιά σηματοδοτεί και επικοινωνιακό κενό).

2η ενότητα: Τα τραγούδια που επιλέγει η νεανική συντροφιά διακρίνονται για το κοινωνικό τους περιεχόμενο και τον ανθρωπιστικό τους προβληματισμό, όμως αναφέρονται σε ήρωες άλλων εποχών και περιοχών. Περισσεύει η υποκρισία... Οι νέοι αυτοί εξαντλούν την ευαισθησία τους ακούγοντας για τον καημό του εν γένει πάσχοντος ανθρώπου (σαρκασμός).

3η ενότητα: Ο ποιητής επικρίνει πλέον ολοφάνερα τη νεολαία της εποχής του για την αδράνειά της με λόγο ιδιαίτερα καυστικό. Φτάνει μάλιστα στο σημείο να τους... αναγνωρίσει το δικαίωμα και να τους προτρέψει "Και να ξεσκάσετε, αδελφέ, μετά από τόση κούραση".

4η ενότητα: Στο στίχο αυτό ο ποιητής εξομολογείται στο φίλο του, Γιώργο, σε α ́ πληθ. πρόσωπο. Η ρητορική ερώτηση αναδεικνύει το βάθος του προβληματισμού του ποιητή και την αντίθεσή του με τη στάση των νέων (...). Το επίρ. προώρως (=πριν από την ώρα) δηλώνει (α) την επιτάχυνση του χρόνου και (β) ωραιοποιεί το παρελθόν της γενιάς του ποιητή, που είχε διαφορετικά βιώματα και “μιλούσε” με έργα.

                                   Νέοι της Σιδώνος 400 μ.Χ

[δημιουργία: 1920 / έκδοση: 1920]

Ο ηθοποιός που έφεραν για να τους διασκεδάσει
απήγγειλε και μερικά επιγράμματα εκλεκτά

Η αίθουσα άνοιγε στον κήπο επάνω·
κ’ είχε μιαν ελαφρά ευωδία ανθέων
που ενώνονταν με τα μυρωδικά
των πέντε αρωματισμένων Σιδωνίων νέων.

Διαβάσθηκαν Μελέαγρος, και Κριναγόρας, και Pιανός.
Μα σαν απήγγειλεν ο ηθοποιός,
«Aισχύλον Ευφορίωνος Aθηναίον τόδε κεύθει -»
(τονίζοντας ίσως υπέρ το δέον
το «αλκήν δ’ ευδόκιμον», το «Μαραθώνιον άλσος»),
πετάχθηκεν ευθύς ένα παιδί ζωηρό,
φανατικό για γράμματα, και φώναξε·

«A δεν μ’ αρέσει το τετράστιχον αυτό.
Εκφράσεις τοιούτου είδους μοιάζουν κάπως σαν λιποψυχίες.
Δώσε — κηρύττω — στο έργον σου όλην την δύναμί σου,
όλην την μέριμνα, και πάλι το έργον σου θυμήσου
μες στην δοκιμασίαν, ή όταν η ώρα σου πια γέρνει.
Έτσι από σένα περιμένω κι απαιτώ.
Κι όχι απ’ τον νου σου ολότελα να βγάλεις
της Τραγωδίας τον Λόγο τον λαμπρό —
τι Aγαμέμνονα, τι Προμηθέα θαυμαστό,
τι Ορέστου, τι Κασσάνδρας παρουσίες,
τι Επτά επί Θήβας— και για μνήμη σου να βάλεις
μ ό ν ο  που μες στων στρατιωτών τες τάξεις, τον σωρό
πολέμησες και συ τον Δάτι και τον Aρταφέρνη.»

Κ.Π.Καβάφης

Μήνυμα του ποιήματος: Θέμα του ποιήματος είναι η αρνητική κριτική που ασκείται από ένα νέο της Σιδώνας το 400 μ.Χ. στο επιτύμβιο επίγραμμα του Αισχύλου. Το μήνυμα του ποιήματος είναι ότι η διάκριση στο χώρο της λογοτεχνίας και γενικά της Τέχνης είναι σπουδαιότερη από την επίδειξη γενναιότητας και ηρωισμού στη μάχη, ότι η Τέχνη είναι υψηλότερη ως αξία από την πολεμική αρετή.

Οι αξίες του Αισχύλου

Το επίκεντρο του ποιήματος του Καβάφη είναι βέβαια το επίγραμμα του Αισχύλου. Εκείνο που υπάρχει η πρόθεση να τονιστεί και να σχολιαστεί είναι η στάση ζωής του μεγάλου ποιητή της αρχαιότητας και οι αξίες τις οποίες ήθελε να προβάλει με το περιεχόμενο του επιτύμβιου επιγράμματος. Αυτές οι αξίες είναι η αντρεία, η πολεμική αρετή και βέβαια κατ΄επέκταση η ελευθερία και η φιλοπατρία. Βέβαια στην ιεράρχηση των αξιών από τους Έλληνες των χρόνων της αρχαιότητας αυτές οι αξίες βρίσκονται στην κορυφή, ενώ όλες οι άλλες (ποίηση, φιλοσοφική σκέψη, καλές τέχνες) ακολουθούν. Εξάλλου, αυτές είναι και οι αξίες που διασφάλισαν όλες τις άλλες, οι οποίες καλλιεργήθηκαν και έφτασαν σε τόσο υψηλό σημείο ύστερα από την αποτροπή του περσικού κινδύνου ακριβώς με την αντρεία των Ελλήνων πολεμιστών στο Μαραθώνα και στα άλλα πεδία των μαχών.

Η κριτική του νέου της Σιδώνας

Η στάση ζωής του νέου είναι διαφορετική από εκείνη του Αισχύλου, αφού βάζει σε δεύτερη μοίρα (ή περιφρονεί) τους αγώνες για την απόκρουση των εχθρών και για την ελευθερία, καθώς και την επίδειξη ανδρείας. Το 400 μ.Χ. ανήκει σε μιαν άλλη εποχή, που τη διακρίνει άλλος τρόπος ζωής και έχει άλλες αξίες: τώρα είναι εποχή απολαύσεων και τρυφηλού βίου, ενώ προέχει η ενασχόληση με τα Γράμματα και την Τέχνη και βρίσκονται στο περιθώριο ως αξίες και ιδανικά η αντρεία και ο ηρωισμός, η φιλοπατρία και η ελευθερία, μέσα στο πνεύμα του διεθνισμού της εποχής.

Σχόλια στα δυο ποιήματα

Ο προβληματισμός του Καβάφη που παρουσιάζεται στο ποίημά του είναι η αλλαγή που εμφανίζεται στις αξίες των ανθρώπων με την πάροδο των χρόνων και ο εκφυλισμός που εμφανίζεται κάποτε στα ιδανικά που προβάλλονται. Ενώ στην εποχή του Αισχύλου η διάθεση του ανθρώπου να θυσιαστεί για το καλό της πατρίδας του αποτελούσε το ιδανικό πρότυπο, στην εποχή που ζουν οι νέοι της Σιδώνας, δεν υπάρχει η σκέψη της πατρίδας και φυσικά καμία εκτίμηση για τους αγώνες υπέρ αυτής, υπάρχει όμως η αγάπη για την τέχνη, την αισθητική απόλαυση και την πολυτέλεια. Οι άνθρωποι χάνουν την αίσθηση του χρέους υπέρ της πατρίδας τους - οι συγκεκριμένοι νέοι δεν έχουν καν κάποια συγκεκριμένη πατρίδα, εφόσον η χώρα τους είναι τμήμα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας για αρκετούς αιώνες - και θεωρούν ότι οι αξίες της ζωής περιορίζονται στην τέχνη και τις απολαύσεις. Ο προβληματισμός του ποιήματος παραμένει διαχρονικός καθώς ακόμη και σήμερα βλέπουμε τους ανθρώπους να βιώνουν καταστάσεις που οι παλαιότεροι άνθρωποι δεν θα ανέχονταν ποτέ, ενώ πασχίζουν για πράγματα που οι παλαιότεροι δε θα θεωρούσαν σημαντικά.

Παρόμοιος είναι και ο προβληματισμός του Αναγνωστάκη, ο οποίος στα χρόνια του εμφυλίου είχε αγωνιστεί για τα ιδανικά του και τώρα στα χρόνια της δικτατορίας βλέπει τους νέους της εποχής να έχουν μια αποστασιοποιημένη στάση απέναντι στην απουσία της ελευθερίας τους, με συγκεντρώσεις που περιορίζονται σε ερωτοτροπίες και μουσικές, με τραγούδια που μιλούν για όσα συνέβησαν σε άλλες εποχές και για τον ηρωισμό που έδειχναν τότε οι άνθρωποι, για τον πόνο που υπάρχει γενικά στον κόσμο, αλλά χωρίς ουσιαστικά να μπαίνουν στη διαδικασία να αγωνιστούν για την επαναφορά της δημοκρατίας στον τόπο τους. Ο ποιητής απελπίζεται με την έλλειψη αγωνιστικής διάθεσης των νέων και θεωρεί ανούσια τη διάθεσή τους απλώς να μιλούν και να προβληματίζονται για τα δεινά του κόσμου, τη στιγμή που η χώρα τους βρίσκεται υπό καθεστώς δικτατορίας. Τη στιγμή που ο Αναγνωστάκης λίγες δεκαετίες πριν είχε φυλακιστεί και είχε καταδικαστεί σε θάνατο για τα ιδανικά του, του φαίνεται αδιανόητο το γεγονός ότι οι νέοι πλέον απλώς φιλοσοφούν για τα άσχημα του κόσμου, αλλά δεν αγωνίζονται πραγματικά για την ελευθερία τους.

Και στα δυο ποιήματα είναι διάχυτος ο ρητορικός τόνος και το διδακτικό ύφος. Όσον, όμως, αφορά την ειρωνεία του Αλεξανδρινού είναι διακριτική και στρέφεται έμμεσα έναντι της επίπλαστης καλλιέργειας και του εκφυλισμού των ηρώων του, ενώ του Αναγνωστάκη σκληρή, φτάνει ως το σαρκασμό και εκφράζει πίκρα για τις κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις στης Ελλάδα από τα χρόνια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου ως την περίοδο της δικτατορίας.. Συνοψίζοντας το ποίημα του Αναγνωστάκη «διαλέγεται» με το ποίημα του Καβάφη και υιοθετεί αρκετά στοιχεία του με σκοπό να αναδείξει ένα καίριο πολιτικό θέμα της εποχής του.