Ο Νικηφόρος Βρεττάκος (1912-1991) ήταν ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές, που εξέφρασε με το έργο του το πανανθρώπινο όραμα της Ειρήνης και της Δικαιοσύνης. Είχε προταθεί τέσσερις φορές για το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας, ενώ υπήρξε μέλος της Ακαδημίας Αθηνών και έλαβε πολλά βραβεία μεταξύ των οποίων το βραβείο Ουράνη, το Πρώτο Κρατικό βραβείο ποίησης (1940, 1956, 1982) και πολλά άλλα.
Η ποίησή του Νικηφόρου Βρεττάκου είναι πλημμυρισμένη από βαθύ ανθρωπισμό, συνδυάζει το ρεαλισμό με τη λυρική έξαρση και τη βαθυστόχαστη κριτική ματιά. Το φως που πλημμυρίζει το έργο του δεν ήταν για εκείνον μόνο το φως του ήλιου, αλλά και «το φως κάθε δίκαιας πράξης». Ο ίδιος πίστευε πως «ο ποιητής δεν είναι ένα άτομο ξεκομμένο από τον υπόλοιπο κόσμο… Δεν μπορεί να νοηθεί έξω από τη ζωή, από τα φαινόμενα, από τα γεγονότα, από τις παραστάσεις της. Είτε το θέλει είτε όχι είναι φτιαγμένος από τη «μοίρα» του να είναι ο ευαίσθητος δέκτης τους». Και αυτό το αποδεικνύει μέσα από το μεγάλο έργο του.
Ο Νικηφόρος Βρεττάκος, όπως κάθε αληθινός δημιουργός, δημιουργεί την εποχή του. Γρήγορα η επαφή του με τα καταλυτικά προβλήματα του καιρού του, η πύρινη θύελλα των πολέμων και οι στάχτες που άφησαν, τον έκαναν ν’ αντικρύσει, να συλλάβει και να αναλύσει τα βαθύτερα κίνητρα της ιστορίας του Ανθρώπου και να ειπεί τη φοβερή λέξη: «Γιατί;»
Ο ποιητής
Βρεττάκος «πληρώνει τόκους και υπερημερίες για τον πόνο των ανθρώπων» έγραψε ο Μαγιακόφσκι. Ολόκληρη η ποίησή του ένα «Μεγαλυνάρι αγάπης», «αγαπώ άρα
υπάρχω», όπως γράφει σ’ ένα ποίημά του. Η ποίησή του γίνεται κραυγή,
διαμαρτυρία και ο ίδιος νιώθει χρεώστης απέναντι στον κόσμο, πονά γιατί ο
κόσμος είναι και δικιά του υπόθεση. Το ποιητικό του έργο με βάση το περιεχόμενο μπορεί να χωριστεί σε τέσσερις περιόδους. Ο Βρεττάκος ταλαντεύεται μεταξύ αισιοδοξίας και πεσιμισμού, μεταξύ χαράς και απογοήτευσης. Η θρησκευτικότητα είναι έντονη στα ποιήματά του. Ωστόσο ύψιστο αγαθό για το Βρεττάκο υπήρξε πάντα η αγάπη και η δύναμή της. Πάντοτε αληθινός και αυθεντικός άφησε ποιητικές συλλογές που εξυμνούσαν την αγάπη και την ανθρωπότητα. Το βουκολικό στοιχείο και η φύση έπαιξαν σημαντικό ρόλο στα ποιήματά του.
Γνώρισα τον Νικηφόρο Βρεττάκο, μαθήτρια του Γυμνασίου και τον αγάπησα πολύ από δύο ποιήματά του, που διδάχθηκα στο σχολείο και πρόδιδαν την καλοσύνη του και τον βαθύ ανθρωπισμό του.
Το ένα ποίημα ήταν «Αν δε μου ’δινες την ποίηση, Κύριε»
Αν δε μου 'δίνες την ποίηση, Κύριε,
δε θα 'χα τίποτα για να ζήσω
αυτά τα χωράφια δε θα 'ταν δικά μου.
Ενώ τώρα ευτύχησα να 'χω μηλιές,
να πετάξουνε κλώνους οι πέτρες μου,
να γιομίσουνε οι φούχτες μου ήλιο,
η έρημος μου λαό,
τα περιβόλια μου αηδόνια.
Λοιπόν πώς σου φαίνονται; Είδες
τα στάχυα μου, Κύριε; Είδες τ' αμπέλια μου;
είδες τι όμορφα που πέφτει το φως
στις γαλήνιες κοιλάδες μου;
Κι έχω ακόμη καιρό!
Δεν ξεχέρσωσα όλο το χώρο μου, Κύριε.
Μ' ανασκάφτει ο πόνος μου κι ο κλήρος μου μεγαλώνει.
Ασωτεύω το γέλιο μου σαν ψωμί που μοιράζεται
Ωστόσο
Δεν ξοδεύω τον ήλιο σου άδικα.
Δεν πετώ ούτε ψίχουλο απ' ό,τι μου δίνεις
γιατί σκέφτομαι την ερμιά και τις κατεβασιές του χειμώνα.
Γιατί θα 'ρθει το βράδυ μου. Γιατί φτάνει όπου να 'ναι
το βράδυ μου, Κύριε, και πρέπει
να 'χω κάμει πριν φύγω την καλύβα μου εκκλησιά
για τους τσοπάνηδες της αγάπης.
Το άλλο ποίημα είναι «Τα δεκατέσσερα παιδιά», ένας υπέροχος, συγκλονιστικός ύμνος, στη δασκάλα, στο δάσκαλο, στην αφοσίωσή τους στο λειτούργημά τους και στην μεγάλη αγάπη και έγνοια τους για τους μαθητές τους, τα παιδιά τους.
Η σύζυγος του ποιητή, Καλλιόπη Αποστολίδη, ήταν φιλόλογος, εργαζόταν όμως πολλά χρόνια στον Οργανισμό Λιμένος Πειραιώς. Απολύεται με την κατηγορία πως παρακολούθησε μια ομιλία για τον Άγγελο Σικελιανό το Δεκέμβριο του 1954 και υποχρεώνεται να πάει στο Καλέντζι Ιωαννίνων και να εργαστεί ως εκπαιδευτικός για μια και μόνη χρονιά.
Από εκεί γράφει στον ποιητή:
"Καλέντζι 31-1-1956. Νικηφόρε μου. Έβλεπα να καταφθάνουν οι μαθηταί μου, άλλος με μια παληομπρέλλα άλλος με ένα παλιοσέντονο, άλλος με ένα ξεφτισμένο αδιάβροχο ή τίποτα, βρεγμένα και τουρτουρίζοντας,. Δεν είχα κουράγιο να κρατήσω το μάθημα, αλλά αναρωτιέμαι όταν θα ξαναγύριζαν σπίτι τους θα μπορούσαν να κάμουν εκείνα που πρέπει για να συνέλθουν; Λένε πως είναι συνηθισμένα αλλά κακά τα ψέματα είναι τα έρημα όλα κρυωμένα! Σκέφτηκα προς στιγμήν να σας βγάλω μια φωτογραφία για να χαρείτε την ομορφιά του τοπίου αλλά σαν το καλοσκέφτηκα σας βεβαιώ ντράπηκα για λογαριασμό μου!»
Και ο ποιητής θα πάρει την πρώτη ύλη της πραγματικότητας και θα τη μετουσιώσει σε ποιητικό λόγο.
Τα δεκατέσσερα παιδιά
«…Εν αρχη ην η αγάπη…» μελωδούσε γιομίζοντας
το γυμνό σου
δωμάτιο μια παράξενη άρπα,
καθώς σ’ έπαιρνε
ο ύπνος και το χέρι σου, κρύο,
σαν κλωνί
λεμονιάς σε νεκρό, αναπαύονταν
πάνω στο στήθος
σου. Κι έβλεπες
πως άνοιγε τάχα
μια πόρτα στον ύπνο σου.
Πως μπαίναν τα
δεκατέσσερα παιδιά λυπημένα
και στεκόντουσαν
γύρω σου. Τα μάτια τους θύμιζαν
σταγόνες σε
τζάμια: «Έλεος! Έλεος! Έλεος!…»
Τινάζοντας τη
βροχή και το χιόνι από πάνω τους,
τα ζύγιαζες με το
βλέμμα σου σα να ‘θελες να τους κόψεις
την ευτυχία στα
μέτρα τους, ενώ η άρπα συνέχιζεν
απαλά μες στον
ύπνο σου: «… Ό,τι θέλει κανείς
μπορεί να φτιάξει
με την αγάπη. Ήλιους κι αστέρια,
ροδώνες και
κλήματα…». Αλλά εσύ προτιμούσες
μποτίτσες
φοδραρισμένες με μάλλινο,
πουκάμισα κλειστά
στο λαιμό –
γιατί φυσάει πολύ
στο Καλέντζι!
Έβλεπες πως
ράβεις με τα δυο σου χέρια
έβλεπες πως
ζυμώνεις με τα δυο σου χέρια
κι ονειρευόσουν
πως μπαίνεις στην τάξη
με δεκατέσσερις
φορεσιές,
με δεκατέσσερα
χριστόψωμα στην αγκαλιά σου.
Αλλά ξύπναγες το πρωί κι άκουγες που έβρεχε.
Σε δίπλωνε σα μια λύπη τ’ αδιάβροχο σου
κι ο δρόμος για το σχολειό γινόταν πιο δύσκολος.
Βάδιζες κι είχες σκυμμένο το πρόσωπο
σαν να ‘ταν κάποιον απάνω σου και να σ’ έκρινε
για τ’ άδεια σου χέρια. Σαν να ‘φταιγες μάλιστα,
σ’ όλη τη διαδρομή σε μπάτσιζε το χιονόνερο.
Έμπαινες στο
σχολειό κι όπως τ’ αντίκριζες
μοιραζόταν σε
δεκατέσσερα χαμόγελα το πρόσωπο σου.
Θυμόσουν πως η
αγκάλη σου ήταν μισή
κι ανεβαίνοντας
πάνω στην έδρα σου
άνοιγες τη λύπη
σου και τα σκέπαζες,
όπως ο ουρανός
σκεπάζει τη γη. […]»