27/1/23

Τζουζέπε Βέρντι

Ο Τζουζέπε Φορτουνίνο Φραντσέσκο Βέρντι (ιταλικά: Giuseppe Fortunino Francesco Verdi, 10 Οκτωβρίου 1813 – 27 Ιανουαρίου 1901) ήταν Ιταλός μουσικοσυνθέτης, από τους διασημότερους στο είδος της όπερας. Ανάμεσα στα δημοφιλέστερα έργα του ανήκουν οι όπερες Ριγκολέττο, Ναμπούκο, Τραβιάτα και Αΐντα, μέρη των οποίων ("La donna è mobile", "Va, pensiero", "Libiamo" και θριαμβικό εμβατήριο αντίστοιχα) είναι πασίγνωστα.

Πολύ νωρίς έδειξε καταπληκτική κλίση στη μουσική. Σε ηλικία 20 ετών πήγε στο Μιλάνο για να συνεχίσει τις σπουδές του και στα 23 του χρόνια πήρε τη θέση του διευθυντή της φιλαρμονικής του Μπουσσέτο. Το 1839 παρουσιάστηκε η πρώτη του όπερα, ο Ομπέρτο, στη Σκάλα του Μιλάνου, με πολύ καλές κριτικές. Τον ίδιο χρόνο ο θάνατος της γυναίκας του και των δύο παιδιών του τον έφεραν σε απελπισία σε σημείο να μη θέλει πλέον άλλο ν' ασχοληθεί με τη μουσική. Το 1842, αποδέχθηκε την πρόταση να ξαναρχίσει να γράφει όπερες για τη Σκάλα του Μιλάνου και η όπερά του Ναμπούκο (= Ναβουχοδονόσωρ) απέσπασε πολύ καλές κριτικές και γνώρισε μεγάλη επιτυχία. Από τότε ο Βέρντι αφοσιώθηκε στη σύνθεση όπερας. Ήταν η αρχή μιας θριαμβευτικής σταδιοδρομίας που συνδέθηκε πολύ στενά με τις προσπάθειες για την πολιτική ένωση (Risorgimento) της Ιταλίας. Μια τάση που ο ίδιος ο Βέρντι ενεθάρρυνε με τη θεματολογία των έργων του, τα οποία, εμπνευσμένα από το ιστορικό παρελθόν και επενδεδυμένα με εντυπωσιακά χορωδιακά, δημιουργούσαν εύκολα στο κοινό συνειρμούς με την τρέχουσα πολιτική πραγματικότητα. Χαρακτηριστικό της ταύτισης του ονόματος του Βέρντι με το Risorgimento ήταν το σύνθημα που ακουγόταν τότε Viva VERDI (Viva Vittorio Emanuele Re D'Italia - Ζήτω ο Βίκτωρ Εμμανουήλ βασιλιάς της Ιταλίας).

Η αναγνώριση εκτός Ιταλίας

Με τους Λομβαρδούς (1843), τον Ερνάνη (1844), τον Αττίλα (1846), τη Λουίζα Μίλλερ (1847) και τον Μάκβεθ (1849) ο Βέρντι πέτυχε την αναγνώρισή του ως συνθέτη και εκτός Ιταλίας. Στις αρχές τις δεκαετίας του 1850 τρεις όπερές του, ο Ριγκολέττο (1851), ο Τροβατόρε (1853) και η Τραβιάτα (1853), είχαν τεράστια επιτυχία, όπως και Οι Σικελικοί Εσπερινοί (1855) και ο Χορός των Μεταμφιεσμένων (1859). Η διεθνής του καταξίωση φαίνεται και από το γεγονός ότι οι επόμενες όπερές του πρωτοανέβηκαν σε λυρικά θέατρα εκτός Ιταλίας. Το 1862 Η δύναμη του πεπρωμένου παρουσιάστηκε στην Αγία Πετρούπολη, ο Δον Κάρλος το 1867 στο Παρίσι και η Αΐντα το 1871 στο Κάιρο, για τα εγκαίνια της διώρυγας του Σουέζ.

Το 1861 ζητήθηκε, κατόπιν πιέσεων του Καβούρ, από το Βέρντι να βάλει υποψηφιότητα για το κοινοβούλιο. Κέρδισε άνετα μια έδρα κι έμεινε για μια θητεία. Στο υπόλοιπο της ζωής του, ο Βέρντι ήταν σεβαστός ως ο συνθέτης του “Il Risorgimento” που έφερε την ένωση της Ιταλίας. Εκτός από μεγάλος μουσικός ήταν και σπουδαίος φιλάνθρωπος, μεταξύ άλλων χρηματοδότησε την ανέγερση και τη λειτουργία ενός νοσοκομείου και δημιούργησε ένα σπίτι φροντίδας για τους αναξιοπαθούντες μουσικούς. Έγινε μέλος της Ιταλικής Γερουσίας, της Γαλλικής Λεγεώνας της Τιμής και ονομάστηκε Ιππότης του Μεγάλου Σταυρού της Ιταλίας.

Στις 21 Ιανουαρίου 1901 ο Βέρντι υπέστη καρδιακή προσβολή και εγκεφαλικό, στο Grand Hotel του Μιλάνο, όπου διέμενε. Ο ιδιοκτήτης του ξενοδοχείου απομάκρυνε τους υπόλοιπους πελάτες του και η αστυνομία απαγόρευσε την κυκλοφορία οχημάτων και πεζών μπροστά στο ξενοδοχείο για να εξασφαλίσει την ηρεμία του ασθενούς. Ο Βέρντι πέθανε στις 2:50 το πρωί της 27ης Ιανουαρίου σε ηλικία 88 ετών. Τα περισσότερα καταστήματα της Ιταλικής πόλεως παρέμειναν κλειστά σε ένδειξη πένθους. Η νεκρώσιμη ακολουθία του, στις 29 Ιανουαρίου 1901, ήταν μια μουσική πανδαισία με ορχήστρες και χορωδίες από ολόκληρη την επικράτεια. Περισσότερα από 300.000 άτομα τον συνόδευσαν στην τελευταία του κατοικία.

Ένα μήνα μετά την κηδεία του Βέρντι τον Ιανουάριο του 1901, η οποία στάθηκε αφορμή για τη μεγαλύτερη καλλιτεχνική συνένωση στην ιστορία της Ιταλίας ακόμη και ως σήμερα, αφού ορχήστρες και χορωδίες από ολόκληρη την επικράτεια ενώθηκαν στο Μιλάνο υπό τη διεύθυνση του Αρτούρο Τοσκανίνι, μια ακόμη τελετή έδωσε την ευκαιρία στους συμπατριώτες του να εκφράσουν τη λατρεία και τον σεβασμό τους στον συνθέτη-εθνικό σύμβολο. Η μεταφορά της σορού του από το κοιμητήριο στην τελευταία του κατοικία, σε μια κρύπτη του Οίκου Ανάπαυσης για τους αναξιοπαθούντες μουσικούς τον οποίο είχε ιδρύσει ο ίδιος στο πλαίσιο των πολλών φιλανθρωπιών του, συγκέντρωσε εκατοντάδες χιλιάδες Ιταλούς.

Κάποια στιγμή, ενώ η πομπή διέσχιζε τους δρόμους του Μιλάνου, το πλήθος ένωσε τη φωνή του με τη Χορωδία και την Ορχήστρα της Σκάλας ψάλλοντας το θρυλικό «Va pensiero», το πασίγνωστο χορωδιακό των Εβραίων σκλάβων από τον «Ναμπούκο», μια από τις πρώτες όπερες του Βέρντι. Εξήντα περίπου χρόνια μετά τη σύνθεσή του, ο αγώνας για ένωση των ιταλικών κρατιδίων και εθνική ανεξαρτησία, τον οποίο είχε εκφράσει τόσο εύγλωττα το εν λόγω χορωδιακό, είχε πλέον ευοδωθεί. Ωστόσο, το γεγονός ότι εξακολουθούσε να εμπνέει και να συγκινεί με τον ίδιο ακριβώς τρόπο δείχνει τον βαθμό στον οποίο ο Βέρντι είχε «περάσει» στην εθνική συνείδηση των Ιταλών.

Ο Βέρντι όμως δεν ήταν μόνο ο συνθέτης των μεγάλων ιδεών αλλά και των μεγάλων αισθημάτων και εδώ προφανώς οφείλεται τόσο ο παγκόσμιος χαρακτήρας του όσο και η «αντοχή» και η δημοτικότητά του στο πέρασμα του χρόνου. Μια προσεκτικότερη ματιά στο έργο του δε, δείχνει ότι οι χαρακτήρες του σε αρκετές περιπτώσεις δεν είναι παρά ένα μέσο για να εκφράσει τη δική του ψυχική κατάσταση.

«Η ζωή του σφραγίστηκε από μια διαρκή θλίψη – την αποκαλούμενη «βερντιανή απαισιοδοξία» – κι αυτή αντανακλάται στις όπερές του» γράφει χαρακτηριστικά ο διάσημος ιταλός μαέστρος Ρικάρντο Μούτι στο πρόσφατο βιβλίο του «Verdi, L’ Italiano» («Βέρντι, ο Ιταλός») το οποίο κυκλοφόρησε εν όψει της επετείου των 200 χρόνων από τη γέννηση του συνθέτη. Όχι μόνο στο φινάλε του «Φάλσταφ», της τελευταίας του όπερας (1893) όπου ο βετεράνος συνθέτης αποχαιρετά τα πάντα με ένα πικρό χαμόγελο, αλλά γενικότερα, οι πιο θλιμμένοι ήρωές του είναι αυτοί οι οποίοι αντικατοπτρίζουν την αυτοβιογραφία του.

Ο Φιέσκο στον «Σιμόν Μποκανέγκρα» αλλά και ο Ρικάρντο στον «Χορό Μεταμφιεσμένων» εκφράζουν τον πόνο και την τραγωδία του Βέρντι. Η αγάπη του Ριγκολέττο για την κόρη του Τζίλντα είναι το γενικότερο πατρικό αίσθημα που εκφράζει ο συνθέτης ο οποίος είχε χάσει τα δικά του παιδιά σε βρεφική, ακόμη, ηλικία. Ο έρωτας, η ζήλια, η προδοσία που εκδηλώνουν διάφοροι χαρακτήρες στα έργα του είναι επίσης αισθήματα δικά του, σε διάφορες περιόδους της μακράς ζωής του.

Για τον Ιταλό αρχιμουσικό Ρικάρντο Μούτι, ο Βέρντι είναι ο μουσικός της Ζωής: Είναι ένας συνθέτης απολύτως ικανός να απογυμνώσει και να μιλήσει για τα πάθη και τον πόνο μας, για τις αρετές και τα ελαττώματά μας κι αυτός είναι ένας από τους λόγους της παγκοσμιότητάς του: θα είναι για πάντα επίκαιρος. Όσο ο άνθρωπος έχει τα ίδια χαρακτηριστικά, κάθε γενιά θα ανακαλύπτει στη μουσική του Βέρντι μία κουβέντα παρηγοριάς.

 Όπερες

  • Oberto, 1839
  • Un giorno di regno (Μια μέρα βασιλιάς), 1840
  • Nabucco (Ναμπούκο), 1842
  • I Lombardi alla prima crociata (Οι Λομβαρδοί στην Πρώτη Σταυροφορία), 1843
  • Ernani (Ερνάνης), 1844
  • I due Foscari (Οι δύο Φόσκαρι), 1844
  • Giovanna d'Arco (Ζαν ντ’ Αρκ), 1845
  • Alzira, 1845
  • Attila (Αττίλας), 1846
  • Macbeth, 1847
  • I masnadieri, (Οι Ληστές),1847
  • Jérusalem (αναθεώρηση και απόδοση στα Γαλλικά των Λομβαρδών) 1847
  • Il corsaro, 1848
  • La battaglia di Legnano, (Η μάχη του Λενιάνο), 1849
  • Luisa Miller (Λουίζα Μίλλερ), 1849
  • Stiffelio, 1850
  • Rigoletto (Ριγκολέττο), 1851
  • Il trovatore (Τροβατόρε = «Ο τροβαδούρος»), 1853
  • La traviata (Τραβιάτα = «Η παραστρατημένη»), 1853
  • I vespri siciliani (Ο Σικελικός Εσπερινός), 1855
  • Simon Boccanegra (Σιμόν Μποκανέγκρα), 1857
  • Aroldo (αναθεώρηση του Stiffelio), 1857
  • Un ballo in maschera (Χορός μεταμφιεσμένων), 1859
  • La forza del destino (Η δύναμη του πεπρωμένου), 1862
  • Don Carlos (Δον Κάρλος), 1867
  • Aida (Αΐντα), 1871
  • Otello (Οθέλλος), 1887
  • Falstaff, 1893