Οι Βρυκόλακες, νορβηγικά Gengagere (=αυτοί
που περπατούν ξανά στη γη), Ghosts στα αγγλικά, είναι θεατρικό έργο τριών
πράξεων του νορβηγού συγγραφέα Ερρίκου Ίψεν. Το έργο που γράφτηκε το Φθινόπωρο
του 1881, τον Δεκέμβρη του ίδιου έτους εκδόθηκε σε βιβλίο και το 1882 ανέβηκε στο
θέατρο, ανήκει - σύμφωνα με τους κριτικούς - στα ρεαλιστικά κοινωνικά
δράματα του συγγραφέα.
Η
πρώτη έκδοση του βιβλίου
Το έργο, λόγω της τολμηρής για την εποχή εκείνη
θεματολογίας του, συνάντησε έντονες αντιδράσεις, αλλά με το πέρασμα του χρόνου
κατόρθωσε να επιβληθεί και να θεωρηθεί μάλιστα από τα αρτιότερα τεχνικά έργα
του παγκόσμιου θεάτρου. Σήμερα θεωρείται από τα κλασικά του δραματικού
ρεπερτορίου, από τα πιο αντιπροσωπευτικά του Ίψεν και των προβληματισμών του
και οι παραστάσεις διαδέχονται η μία την άλλη σε ολόκληρο τον κόσμο. Ίσως γιατί
ο Ίψεν με τρόπο άμεσο και οξύ ανέδειξε στους Βρυκόλακες
την τραγωδία του ανθρώπου που παλεύει ανάμεσα στις προσωπικές και τις κοινωνικές
επιταγές. Κάθε άνθρωπος δίνει τις μάχες του, πιστεύει ότι μπορεί να ορθώσει το
ανάστημά του και να ξεπεράσει το σύστημα, να αποφύγει την υποταγή του, τις υποχωρήσεις
ή και τις θυσίες. Όλοι μας έχουμε τους βρυκόλακές μας από τους οποίους προσπαθούμε
να ξεφύγουμε ή να τους θάψουμε βαθιά. Όσο υπάρχει ο άνθρωπος θα υπάρχουν και οι
βρυκόλακες για να θυμίζουν τα κομμάτια της ψυχής που θυσιάσαμε, τον αγώνα μας για
Φως.
Τα πρόσωπα του έργου
Ελένη Άλβινγκ, χήρα του λοχαγού της Αυλής, Άλβινγκ
Όσβαλντ Άλβινγκ, ζωγράφος, γιος της κυρίας Άλβινγκ
Πάστορας Μάντερς, οικογενειακός φίλος, και ιερέας
Ρεγγίνα Έγκστραντ, η “ψυχοκόρη” - υπηρέτρια του
σπιτιού
Γιάκομπ Έγκστραντ, ξυλουργός, “πατέρας” της Ρεγγίνα
Η Υπόθεση
Ο Ίψεν έγραψε για το έργο του: «Στο έργο αυτό θα
γνωρίσετε κάτι που αποκαλώ «Βρυκόλακες»: νεκρές κουβέντες, που όμως επιστρέφουν
μετά θάνατο εμποδίζοντας τον άνθρωπο να ζήσει τη ζωή του, με τον τρόπο που ο
ίδιος επιθυμεί. Πολύ περισσότερο θα δείτε το μεγάλο κακό, που μπορούν να
προκαλέσουν οι εν λόγω «βρυκόλακες»...
Ένα μεγάλο δωμάτιο που βλέπει
προς τον κήπο. Αριστερά μια, δεξιά δυο θύρες. Στο μέσον του δωματίου ένα
στρογγυλό τραπέζι με καρέκλες γύρω και επάνω στο τραπέζι βιβλία, περιοδικά κι
εφημερίδες. Αριστερά, μπρος στο παράθυρο, ένας καναπές και ένα τραπέζι για
ράψιμο. Στο βάθος μια μικρή βεράντα με άνθη, κλεισμένη γύρω με τζάμια. Δεξιά
της βεράντας μια θύρα που οδηγεί στον κήπο. Βρέχει μονότονα.
Σε αυτόν τον χώρο θα ξετυλιχτεί το δράμα της ζωής της
κυρίας Άλβινγκ. Η εύπορη, μεσόκοπη χήρα του λοχαγού Άλβινγκ, βρίσκεται μπροστά
σε μια σημαντική, χαρούμενη στιγμή της ζωής της. Ο αγαπημένος της μοναχογιός,
Όσβαλντ Άλβινγκ, ανερχόμενος ζωγράφος, γύρισε στο πατρικό του σπίτι, ύστερα από
μακρόχρονη παραμονή στο εξωτερικό, με σκοπό να περάσει όλο τον χειμώνα μαζί με
την μητέρα του, και -γιατί όχι;- να μείνει μόνιμα πλέον στο πατρικό του. Από
την άλλη, μόλις έχει ολοκληρωθεί το έργο ζωής της κυρίας Άλβινγκ, ένα άσυλο για
φτωχά και ορφανά παιδιά, το οποίο ανέγειρε για να τιμήσει τη μνήμη του συζύγου
της, του σεβαστού από όλη την τοπική κοινωνία, λοχαγού Άλβινγκ, που πέθανε
πρόωρα πριν από δέκα χρόνια. Το κτίριο έχει ολοκληρωθεί, τα του κληροδοτήματος
έχουν όλα κανονιστεί και αύριο το πρωί δεν απομένει παρά η γιορτή για τα
εγκαίνια του κτιρίου.
Γι' αυτόν το λόγο, για να παραστεί στη γιορτή και να
εκφωνήσει τον χαιρετιστήριο λόγο, φτάνει από την πόλη ο πάστορας Μάντερς. Ο
πάστορας -παλιός φίλος της κυρίας Άλβινγκ και κατά συνέπεια της οικογένειας-
είναι ταυτόχρονα και ο οικονομικός διαχειριστής του κληροδοτήματος, αλλά και ο
ιθύνων νους όλου του εγχειρήματος. Πάνω στη συζήτηση για τον Όσβαλντ, τη ζωή
του και τις αρχές του, που αυτός -ο αφιερωμένος στο καθήκον πάστορας-
κριτικάρει, η κυρία Άλβινγκ αρχίζει τις ανείπωτες -μέχρι σήμερα-
εκμυστηρεύσεις. Αρχίζει να διηγείται στον πάστορα τις αλήθειες μια ζωής, που
έμεινε καλά κρυμμένη από όλους.
Η ζωή της δεν ήταν καθόλου έτσι όπως φαινόταν. Ο
άντρας της δεν ήταν παρά ένας λοχαγός αλκοολικός, γλεντζές, ερωτύλος, ανεύθυνος
και οκνηρός. Η κυρία Όσβαλντ, ύστερα από την αποτυχημένη προσπάθεια να τον
αφήσει και να φύγει –η αυστηρότητα του πάστορα την απέτρεψε τότε– μένει κοντά
του και αποφασίζει να θυσιάσει τη ζωή και την ευτυχία της, για να κρύψει από
τον κόσμο την πραγματικότητα. Για να προστατέψει τον γιο της από την ολέθρια
επίδραση του πατέρα του, τον διώχνει από το σπίτι, και ο νεαρός Όσβαλντ
μεγαλώνει από τότε σε ιδιωτικά σχολεία και ύστερα στο εξωτερικό, ενώ ταυτόχρονα
παίρνει η ίδια τη διοίκηση των οικονομικών της οικογένειας. Ο λοχαγός, που
συνεχίζει να χαίρει της γενικής εκτίμησης, διορίζεται αυλικός θαλαμηπόλος σε
ένδειξη της ευαρέσκειας του βασιλιά προς το άτομο του, ενώ τα βράδια η κυρία
Άλβινγκ αγωνίζεται να τον αποτρέπει από το ποτό και να προσπαθεί να τον
κρατήσει νηφάλιο. Η χειρότερη στιγμή ωστόσο έρχεται την ημέρα, που η κυρία
Άλβινγκ βλέπει τον άνδρα της να ερωτοτροπεί με την υπηρέτρια του σπιτιού, την
Ιωάννα. Από την ένωση αυτή θα βγει η μικρή Ρεγγίνα, η ψυχοκόρη του σπιτιού, που
η κυρία Άλβινγκ αποφασίζει να κρατήσει στο σπίτι της, εν αντιθέσει προς τη
μητέρα της. Η κα Άλβινγκ, αφού την αποζημιώσει με ένα σεβαστό ποσό, την
παντρεύει με τον ξυλουργό Έγκστραντ, που δέχεται να γίνει εκείνος ο νόμιμος πατέρας
του κοριτσιού. Και όλα αυτά, για να κρατηθεί “ακηλίδωτη” η τιμή της οικογένειας
Άλβινγκ.
Όμως, παρόλες τις προσπάθειες τόσων χρόνων δεν
καταφέρνει να ξεφύγει από τη μοίρα. Με τα ίδια της τα μάτια, βλέπει και πάλι,
σήμερα, εκεί μπροστά της, τον Όσβαλντ, σαν άλλος λοχαγός Άλβινγκ να ερωτεύεται
τη Ρεγγίνα και να ερωτοτροπεί μαζί της!!!
Βρυκόλακες!!! θα πει η κυρία Άλβινγκ στο τέλος της α'
πράξης. Η κυρία Άλβινγκ, βλέποντας την τραγωδία να επαναλαμβάνεται, θα ήθελε να
πει την αλήθεια και στα δυο παιδιά και να μην τα εμποδίσει να ζήσουν τον έρωτά
τους στα φανερά, αλλά...δεν μπορεί. Είναι πολύ δειλή, όπως ομολογεί η ίδια στον
πάστορα Μάντερς. Έτσι ετοιμάζεται για μια ακόμη φορά, να διώξει τη Ρεγγίνα, να
τη στείλει να μείνει με τον πατέρα της, και να πει και πάλι ψέματα στο γιο της.
Όμως, η φωτιά που ανάβει –από ένα λάθος του πάστορα Μάντερς– στο κτίριο, το
καταστρέφει ολοσχερώς μέσα σε λίγες ώρες.
Τώρα πλέον, δεν υπάρχει τίποτε που θα την εμπόδιζε να
παραδεχτεί επιτέλους την αλήθεια. Και τα εξομολογείται όλα στο γιο της. Όμως
και εκείνος έχει να της κάνει τις δικές του, συνταρακτικές εξομολογήσεις. Έχει κολλήσει
σύφιλη, βασανίζεται από την αρρώστια τα τελευταία χρόνια, και γι' αυτό
επέστρεψε στο σπίτι του, να πεθάνει εκεί. Η κυρία Άλβινγκ, προσπαθώντας να τον
παρηγορήσει, του λέει, πως η αρρώστια δεν ήταν δικό του φταίξιμο, αλλά του
πατέρα του (την κληρονόμησε)· ωστόσο, τίποτε δεν αλλάζει την πραγματικότητα. Η
επόμενη κρίση της αρρώστιας μπορεί να του στοιχίσει και τη ζωή του. Και
παρακαλεί να μητέρα του, να τον βοηθήσει να αυτοκτονήσει -δίνοντάς του τα δώδεκα
χάπια μορφίνης που έχει μαζί του- όταν θα αρχίσει να εκφυλίζεται ο εγκέφαλός
του.
Και η τελευταία κρίση της αρρώστιας του, φτάνει.
Οι Βρυκόλακες του
Ίψεν επιστρέφουν στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου μετά από είκοσι πέντε
χρόνια την καλλιτεχνική περίοδο 2022-2023 σε σκηνοθεσία Σταμάτη Φασουλή με ένα εκλεκτό επιτελείο ηθοποιών.

Ταυτότητα παράστασης
Απόδοση-Σκηνοθεσία: Σταμάτης Φασουλής
Σκηνικά: Γιώργος Γαβαλάς
Κοστούμια: Άγγελος Μέντης
Μουσική: Άγγελος Τριανταφύλλου
Φωτισμοί: Σάκης Μπιρμπίλης
Δραματολόγος παράστασης: Ειρήνη Μουντράκη
Βοηθός σκηνοθέτη: Παύλος Σαχπεκίδης
Βοηθός σκηνογράφου: Νικόλας Κανάβαρης
Βοηθός ενδυματολόγου: Μαριάνθη Σανδαλτζοπούλου
Διανομή (με αλφαβητική σειρά):
Έγκστραντ: Γιώργος Ζιόβας
Ρεγγίνα: Κατερίνα Μαούτσου
Πάστορας Μάντερς: Περικλής Μουστάκης
Όσβαλντ Άλβινγκ: Αργύρης Πανταζάρας
Κυρία Άλβινγκ: Ναταλία Τσαλίκη