|
Ονομασία |
Ο σκεπτόμενος |
|
Δημιουργός |
Ωγκύστ Ροντέν |
|
Έτος δημιουργίας |
1904 |
|
Είδος |
γλυπτική |
|
Διαστάσεις |
189 × 98 × 140 cm |
Μουσείο Ροντέν, Παρίσι
Ο σκεπτόμενος (γαλλικά: ''Le Penseur''), του Γάλλου γλύπτη Ωγκύστ Ροντέν, είναι χάλκινο γλυπτό που απεικονίζει μια γυμνή ανδρική φιγούρα ηρωικού μεγέθους, που κάθεται πάνω σε μεγάλο βράχο και είναι γερμένη προς τα εμπρός. Ο άνδρας έχει τον δεξιό του αγκώνα ακουμπισμένο πάνω στον αριστερό του μηρό, ενώ το πίσω μέρος του δεξιού του χεριού στηρίζει το πιγούνι του σε μια στάση που υποδηλώνει βαθιά σκέψη και περισυλλογή. Αυτή η παγκοσμίως αναγνωρίσιμη έκφραση της «βαθιάς σκέψης» έχει κάνει το συγκεκριμένο γλυπτό ένα από τα πιο ευρέως γνωστά έργα τέχνης στον κόσμο και έχει γίνει το εμβληματικό σύμβολο της σκέψης. Εικόνες του γλυπτού σε προφίλ χρησιμοποιούνται συχνά για να συμβολίσουν τη φιλοσοφία και άλλες πρακτικές στοχασμού ή ενδοσκόπησης.
Ο Ροντέν συνέλαβε τη φιγούρα ως μέρος του έργου του Οι Πύλες της Κολάσεως, το οποίο του παραγγέλθηκε το 1880, αλλά το πρώτο από τα γνωστά εκμαγεία από ορείχαλκο για το έργο έγινε το 1904 και σήμερα εκτίθεται στο Μουσείο Ροντέν, στο Παρίσι. Υπάρχουν άλλα 27 γνωστά ορειχάλκινα εκμαγεία πλήρους μεγέθους της φιγούρας, τα οποία έχουν ύψος περίπου 185 εκατοστών, αν και δεν έγιναν όλα υπό την επίβλεψη του Ροντέν. Διάφορες άλλες εκδοχές, αρκετές από τις οποίες σε γύψο, καθώς και μελέτες και μεταθανάτια εκμαγεία, υπάρχουν σε μια σειρά από μεγέθη.
Λίγα λόγια για τον δημιουργό
Ο Φρανσουά Ωγκύστ Ρενέ Ροντέν (γαλλ.:François-Auguste-René Rodin, 12 Νοεμβρίου 1840-17 Νοεμβρίου 1917) ήταν Γάλλος γλύπτης, που επηρέασε σε μεγάλο βαθμό τη γλυπτική του 20ού αιώνα με τα έργα του. Αρνήθηκε να αγνοήσει τις ανθρώπινες αδυναμίες και τις περιέγραψε όσο καλύτερα μπόρεσε στην τέχνη του, με ρεαλισμό και δύναμη. Περιέγραψε επίσης και την ερωτική αδυναμία, με πάθος κι ομορφιά. Είναι γνωστή η σχέση του με την Γαλλίδα γλύπτρια Καμίλ Κλοντέλ (Camille Claudel).
Η γνωριμία με τον Ροντέν
Το 1882 η Κλοντέλ ενοικιάζει ένα εργαστήριο όπου μπορεί να επεξεργαστεί τα έργα της, ενώ ο γλύπτης Boucher, που αναγνώρισε το ταλέντο της και την έπεισε να ακολουθήσει ακαδημαϊκή καριέρα, την παρουσιάζει στον διευθυντή της Σχολής Καλών Τεχνών, Paul Dubois. Τον επόμενο χρόνο καταγράφεται και η πρώτη της γνωριμία με τον Ωγκύστ Ροντέν, ο οποίος αντικαθιστά τον Boucher για ένα διάστημα στη διάρκεια των μαθημάτων της Ακαδημίας. Ερωτικές επιστολές του Ροντέν προς την Κλοντέλ, γραμμένες την Άνοιξη του 1883, αποδεικνύουν πως μεταξύ τους αναπτύχθηκε μια πολύ στενή σχέση. Την ίδια χρονιά, η Κλοντέλ συμμετέχει για πρώτη φορά στο Σαλόν της Société des Artistes français, ενώ στον κατάλογο της έκθεσης αναφέρεται ως μαθήτρια των Ροντέν και Dubois.
Το 1884 αποτελεί πρακτικά μαθήτρια του Ροντέν με τον οποίο συνεργάζεται στενά στο εργαστήριο του, ως μαθητευόμενή του αλλά και μοντέλο, ενώ τον επόμενο χρόνο γίνεται επισήμως συνεργάτιδά του. Την περίοδο αυτή και για τα επόμενα χρόνια θα αποτελέσει σημαντική πηγή έμπνευσης για τον Ροντέν και είναι βέβαιο πως μεταξύ τους υπάρχει μεγάλη αλληλεπίδραση.
Η εγκατάλειψη Κ. Κλοντέλ
Το βαλς Κ. Κλοντέλ
Το φιλί Ωγκύστ Ροντέν
Η σχέση της Κλοντέλ με τον Ροντέν διακόπτεται μετά από δική της πρωτοβουλία περίπου το 1894, αν και οριστικά τερματίζεται τελικά το 1898, ενώ παράλληλα επιχειρεί να ακολουθήσει μια ανεξάρτητη καλλιτεχνική πορεία με μια σειρά από σημαντικά έργα και διακρίσεις. Από το 1898 εκθέτει έργα της σε διάφορα Σαλόν αλλά οι συμμετοχές της διακόπτονται ξαφνικά το 1905, χρονιά κατά την οποία παρατηρείται μία έντονη απομόνωση της Κλοντέλ σε συνδυασμό με ψυχολογικές διαταραχές που την οδηγούν στην συστηματική καταστροφή πολλών έργων της αλλά και κατηγορίες εναντίον του Ροντέν σχετικά με κλοπή από μέρους του των δικών της ιδεών.
Το 1913 πεθαίνει ο πατέρας της, ωστόσο η Κλοντέλ δεν ενημερώνεται για το γεγονός από την οικογένειά της. Οκτώ ημέρες μετά την κηδεία του, μετά από πρωτοβουλία του αδελφού της, η Κλοντέλ εισάγεται στην ψυχιατρική κλινική Maison de Santé. Θεωρείται πιθανό πως για την εισαγωγή της υπέγραψε η μητέρα της. Σε μια επιστολή της προς τον ξάδελφό της η ίδια γράφει την ίδια χρονιά: "[...] πιστεύω ότι είμαι στα πρόθυρα ενός κακού τέλους [...]. Ήταν χωρίς νόημα η τόση εργασία και το ταλέντο με μία ανταπόδοση όπως αυτή." Η τοπική εφημερίδα L' Avenir de L' Aisne δημοσιοποιεί τον εγκλεισμό της Κλοντέλ, ενώ και πολλά δημοσιεύματα που ακολουθούν, κατηγορούν την οικογένειά της για το χαμό μιας διάνοιας της τέχνης.
Το 1914 ο Ροντέν αποστέλλει χρήματα για την κάλυψη της νοσηλείας της, ενώ διατηρεί και ένα δωμάτιο στο ξενοδοχείο Biron, όπου διαμένει για την προστασία και φύλαξη των έργων της. Το γαλλικό κράτος σχεδίαζε την κατεδάφιση του ξενοδοχείου, αλλά ο Ροντέν πείθει τις αρχές να διατηρηθεί το κτήριο με αντάλλαγμα την παραχώρηση εκ μέρους του όλων των έργων του στη γαλλική κυβέρνηση. Αργότερα, το κτήριο μετατράπηκε στο Μουσείο Ροντέν. Στα εκθέματά του σήμερα συμπεριλαμβάνονται και έργα άλλων καλλιτεχνών, όπως του Βίνσεντ βαν Γκογκ, που είχαν παραχωρηθεί στον Ροντέν. Επιπλέον, μία αίθουσα είναι αφιερωμένη σε έργα της γλύπτριας Καμίλ Κλοντέλ, συνεργάτιδας και συντρόφου του Ροντέν.
Μουσείο Ροντέν
Στα επόμενα χρόνια, η Κλοντέλ μεταφέρεται σε διάφορα ιδρύματα και άσυλα, ενώ δέχεται επισκέψεις μόνο από τον αδελφό της. Σε επιστολή της, του 1915, προς τον διευθυντή της κλινικής όπου τότε νοσηλευόταν η Κλοντέλ, η μητέρα της γράφει πως δεν επιθυμεί να την επισκεφτεί ξανά καθώς έχει προκαλέσει πολύ κακό στην οικογένεια. Στις αρχές του 1920 ο γιατρός της, Dr. Brunet, στέλνει επιστολή στη μητέρα της ζητώντας τη βοήθειά της για τη σταδιακή επανένταξη της Κλοντέλ στο οικογενειακό περιβάλλον, βοήθεια που όμως αρνείται.
Μετά από περίπου τριάντα χρόνια εγκλεισμού σε ψυχιατρικές κλινικές, η Κλοντέλ πέθανε στις 19 Οκτωβρίου του 1943 και η σορός της βρίσκεται σήμερα στο κοιμητήριο του Monfavet. Αν και η ίδια κατέστρεψε σημαντικό μέρος του καλλιτεχνικού έργου της, έχουν διασωθεί έως σήμερα περίπου 90 γλυπτά και σχέδια. Το 1951, ο αδελφός της οργάνωσε μία έκθεση στο Μουσείο Ροντέν και έκτοτε, το μουσείο έχει ενσωματώσει στη συλλογή του τον κύριο όγκο των έργων της. Τα υπόλοιπα γλυπτά της φιλοξενούνται σε διάφορα μουσεία ανά τον κόσμο.